Συνεντεύξεις

Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου: «Η ακρίβεια και η ενεργειακή κρίση θα συνεχίσουν να μας απασχολούν…»

«Αν δεν αλλάξει η κυβερνητική πολιτική, δεν θα υπάρχουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας… Το επιχειρείν βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, κάτι που βέβαια επηρεάζει όλη την ελληνική οικονομία».
Αυτό επισημαίνει σε συνέντευξή του στην «δημοκρατική» ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και επίτιμου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ. Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου, αναφορικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Ο ίδιος, αναφέρει ότι «οι τράπεζες δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων» και ξεκαθαρίζει πως «απαιτούνται δράσεις εδώ και τώρα για την τόνωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας».
• Κύριε πρόεδρε, στο «ΒΑΡΟΜΕΤΡΟ της ΚΕΕΕ» (Πανελλαδική Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας, που εγκαινιάζει η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδας) παρατηρούμε ότι εκφράζεται κλίμα γενικευμένου προβληματισμού για το παρόν και επιφυλακτικότητα για το μέλλον, λόγω της ακρίβειας που κυριαρχεί. Υπάρχει χαραμάδα αισιοδοξίας;
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και αν δεν αλλάξει η κυβερνητική πολιτική, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Η ακρίβεια και η ενεργειακή κρίση θα συνεχίσουν να μας απασχολούν. Αυτό πρέπει όλοι να το θεωρούμε δεδομένο. Άρα το ζητούμενο είναι να ληφθούν μέτρα που θα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα. Τί προκύπτει από την έρευνα της ΚΕΕΕ; Ότι το επιχειρείν βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, κάτι που βέβαια επηρεάζει όλη την ελληνική οικονομία. Παραθέτω ορισμένα μόνο από τα ευρήματα της έρευνας για να γίνει απολύτως κατανοητό το μέγεθος του προβλήματος:
-Το 54% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα προβλέπει δυσμενέστερη κατάσταση στο επόμενο εξάμηνο, με αύξηση επισφαλειών και πτωχεύσεων,
-Το 56% βλέπει επιδείνωση της οικονομίας της χώρας,
-Το 49% εκτιμά εντονότερη τάση αύξησης τιμών σε προϊόντα
Και οι καταναλωτές όμως προβλέπουν ότι θα συνεχιστούν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Ειδικότερα:
-Το 62% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους επιδεινώθηκε στο τελευταίο εξάμηνο
-Το 84% δηλώνει ότι ένα από τα τρία σοβαρότερα προβλήματα της χώρας είναι η ακρίβεια
-Το 70% έχει περιορίσει τις δαπάνες ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας και ταξιδιών
-Το 52% έχει μειώσει τις αγορές βασικών καταναλωτικών αγαθών, όπως πχ τα τρόφιμα.
Οι αγωνίες και οι φόβοι των καταναλωτών επηρεάζουν άμεσα την κίνηση στην αγορά καθώς η μείωση της κατανάλωσης «αγγίζει» κάθε επιχείρηση και κάθε επαγγελματία. Το αυξημένο λειτουργικό κόστος μίας επιχείρησης σε συνδυασμό με τον τζίρο της, που διαρκώς μειώνεται, προκαλεί ασφυκτική πίεση. Σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί μικρομεσαίοι που δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε βασικές υποχρεώσεις, όπως πληρωμή λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος –που πλέον σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά το κόστος ενοικίου- εφορίας, ασφαλιστικών ταμείων, εξόφληση οφειλών προς τις τράπεζες, αγορά προμηθειών για την επιχείρηση. Και επειδή ακριβώς δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, αυξάνεται το ιδιωτικό χρέος. Οπότε –για να απαντήσω στο ερώτημά σας- μοναδική πιθανότητα για να βελτιωθεί το κλίμα και να υπάρξει περισσότερη αισιοδοξία, είναι η λήψη στοχευμένων μέτρων από την κυβέρνηση. Μέτρων που θα στηρίξουν πιο αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και θα δώσουν προοπτικές βιωσιμότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
• Οι επιχειρήσεις είναι αντιμέτωπες με τις τράπεζες που είναι ακόμη επιφυλακτικές ως προς την ροή χρηματοδοτήσεων και την ρευστότητα. Τι μπορεί να γίνει κατά την εκτίμησή σας;
Γενικότερα οι τράπεζες δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Είδαμε να προχωρούν με ταχύτατες διαδικασίες στην αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, ενώ κρατάνε «παγωμένα» αυτά των καταθέσεων. Παρατηρούμε επίσης πολύ υψηλές προμήθειες για συναλλαγές. Και κάπως έτσι αναμένεται για το 2022 οι τράπεζες να καταγράψουν κέρδη που μπορεί να φτάσουν τα 5 δισ. ευρώ. Την ίδια ώρα, με τις προϋποθέσεις που θέτουν για δανεισμό, έχουν αποκλείσει την πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από χρηματοδοτικά εργαλεία. Υποτίθεται ότι ο ρόλος των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε μία ελεύθερη οικονομία είναι να στηρίζουν το επιχειρείν, κάτι που όμως που στη δική μας περίπτωση δεν εφαρμόζεται. Η κυβέρνηση άσκησε κάποιες πιέσεις προς τις τράπεζες ζητώντας να σταθούν πιο κοντά στην κοινωνία σε αυτή τη δύσκολη περίσταση, όμως τα αποτελέσματα της μεταξύ τους διαπραγμάτευσης δεν μας ικανοποίησαν καθώς μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός οφειλετών –περίπου 30.000- θα δει κάποια βοήθεια. Εκτιμώ ότι η κυβέρνηση πρέπει να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο φορολόγησης των τραπεζών καθώς και της προστασίας της πρώτης κατοικίας για τους πραγματικά αδύναμους, αν όντως θέλει να στηρίξει την κοινωνία. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αν σήμερα λειτουργούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αυτό οφείλεται στις συνεχείς ανακεφαλαιοποιήσεις που έγιναν στα προηγούμενα χρόνια με χρήματα του ελληνικού λαού. Οπότε κάποια στιγμή πρέπει να δείξουν και οι τράπεζες την έμπρακτη στήριξή τους στο κοινωνικό σύνολο και βέβαια προς τις επιχειρήσεις.
• Την ίδια ώρα, οι μισθοί, συντάξεις και αποδοχές παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και φυσικά, οι όποιες αυξήσεις δεν έχουν αντίκρυσμα λόγω του πληθωρισμού. Πώς θα το αντιμετωπίσουν αυτό η αγορά και η κοινωνία;
Η κυβέρνηση αναφέρεται διαρκώς στις αυξήσεις των συντάξεων που ισχύουν από την αρχή του χρόνου καθώς και σε νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που αναμένεται να ισχύσει από την 1η Απριλίου. Όμως αυτές οι αυξήσεις καταργούνται ουσιαστικά από την παρατεταμένη ακρίβεια. Τα μέχρι τώρα μέτρα που έχουν ληφθεί με στόχο την στήριξη των πιο ευάλωτων, έχουν προσφέρει μία πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουν επιλύσει το πρόβλημα. Παρεμβάσεις, όπως το Market Pass, δείχνουν την πραγματική αδυναμία των νοικοκυριών. Όταν από την κυβέρνηση τονίζουν ότι το συγκεκριμένο μέτρο απευθύνεται σε περισσότερα από 8 εκατομμύρια πολίτες, σημαίνει ότι όλος αυτός ο κόσμος αντιμετωπίζει πρόβλημα. Η πολιτική της καταβολής επιδομάτων δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Για να αυξηθούν οι αποδοχές των πολιτών χρειάζονται μειώσεις φόρων, περισσότερες θέσεις απασχόλησης, νέες επενδύσεις, οργανωμένο σχέδιο για την στήριξη της υγιούς επιχειρηματικότητας που μέσω αυτής θα ανοίξουν θέσεις εργασίας. Αν δεν γίνει άμεσα κάτι, τότε προβλέπεται περαιτέρω φτωχοποίηση καθώς μία από τις συνέπειες της παρατεταμένης κρίσης θα είναι και το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων –άρα απώλεια θέσεων εργασίας- που δεν θα αντέξουν να λειτουργούν υπό αυτές τις συνθήκες.
• Όλοι μιλούν για την στήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, αλλά τι γίνεται στην πράξη; Υπάρχουν κίνητρα και πώς πρέπει να ενισχυθούν οι ΜμΕ;
Όταν ως Επιμελητήριο αναφερόμαστε στην ανάγκη στήριξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, δεν το λέμε εξαιτίας κάποιας ιδεοληψίας, αλλά επειδή χωρίς αυτό το μέγεθος στις επιχειρήσεις περιορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό οι προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας μας. Η Ελλάδα κυριολεκτικά στηρίζεται στην πρόοδο των μικρομεσαίων. Οπότε απαιτούνται δραστικές παρεμβάσεις για τη βιωσιμότητά τους. Για παράδειγμα, «ανάσα» θα μπορούσε να δώσει μία νέα ρύθμιση για το σύνολο των οφειλών που έχουν προς το Δημόσιο, έτσι ώστε να είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Επίσης θα πρέπει να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα ενίσχυσης απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια. Παράλληλα πρέπει να ενισχυθεί η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει για τον ψηφιακό τους μετασχηματισμό, ώστε να πορευθούν σύμφωνα με τις ανάγκες της εποχής. Κυρίως όμως απαιτείται να δοθεί η δυνατότητα σε περισσότερες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να υπαχθούν σε προγράμματα του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Αυτοί οι κοινοτικοί πόροι μπορούν να καθορίσουν το μέλλον του ελληνικού επιχειρείν. Αν λοιπόν δεν στηριχθούν τώρα οι μικρομεσαίοι, σε μία κρίσιμη στιγμή δηλαδή που αγωνίζονται για την επαγγελματική τους επιβίωση, πότε θα στηριχθούν; Χωρίς παρεμβάσεις δεν θα αντέξουν. Και αν βάλουν «λουκέτο» τότε θα είναι πλέον αργά για τις όποιες διορθωτικές κινήσεις.
• Αν θεωρήσουμε ότι το 2022 ήταν το μεταβατικό έτος προς την νέα κανονικότητα, το 2023 θα μπορέσει να είναι το έτος της «ανοικοδόμησης» του επιχειρείν;
Είναι ευχή όλων των παραγόντων της αγοράς το νέο έτος να είναι αυτό στο οποίο θα επιτευχθεί αυτή η «ανοικοδόμηση». Τίποτα όμως δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται μακρόπνοος σχεδιασμός και σίγουρα αλλαγή μίγματος της πολιτικής που εφαρμόζεται σήμερα ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ένα καλύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον, με πρωταγωνίστριες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Κάθε οικονομία πορεύεται σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και τα «όπλα» της. Δεν έχουμε τη βαριά βιομηχανία ή τα πολύ μεγάλα επενδυτικά πρότζεκτς. Οφείλουμε λοιπόν να επενδύσουμε στην καινοτομία, στην ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, στην εξωστρέφεια, στην στήριξη των μικρομεσαίων, με στόχο την ανάπτυξη για όλους. Δεν υπάρχει καμία μαγική συνταγή, αλλά ούτε και η πολυτέλεια της αναμονής. Δράσεις εδώ και τώρα για την τόνωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να δούμε όλοι καλύτερες μέρες.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου