Ρεπορτάζ

Η ομολογία σε πρώην εργοδότη που σφραγίζει την ισόβια καταδίκη του 38χρονου για τον βιασμό της ανήλικης θετής του κόρης

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΩ
Σύνοψη
  • Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου καθιστά τις οικειοθελείς αποκαλύψεις υπόπτων σε τρίτους νόμιμες και αξιοποιήσιμες ως αποδεικτικό υλικό.
  • Στην υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης 13χρονου κοριτσιού, η ενοχή του 38χρονου θετού πατέρα στηρίχθηκε και σε ομολογία του σε επαγγελματία, όχι σε επίσημη κατάθεση.
  • Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω καταδίκασε ομόφωνα τον κατηγορούμενο σε ισόβια κάθειρξη και 16 χρόνια, απορρίπτοντας ελαφρυντικά λόγω της σοβαρότητας των πράξεών του.
  • Η μαρτυρία του πρώην εργοδότη του κατηγορουμένου περιλάμβανε αποκαλύψεις για τις σεξουαλικές επαφές, ενώ ο κατηγορούμενος προσπάθησε να μεταθέσει την ευθύνη στο θύμα.

• Πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου καθιερώνει ότι οι οικειοθελείς αποκαλύψεις ενός υπόπτου σε τρίτους αξιοποιούνται πλήρως ως αποδεικτικό μέσο, μια παραδοχή που θεμελιώνει νομικά τη βαρύτητα της μαρτυρίας στην οποία στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, η καταδίκη από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω

Υπάρχουν λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ σε ανακριτή, αλλά κατέληξαν να βαραίνουν περισσότερο από κάθε επίσημη κατάθεση. Στην πολύκροτη υπόθεση της σεξουαλικής κακοποίησης 13χρονου κοριτσιού από τον 38χρονο θετό της πατέρα, που έχει προκαλέσει σάλο στην Ρόδο, υπόθεση που εκδικάστηκε στην Κω, ένα από τα στοιχεία που στήριξαν την ενοχή του κατηγορουμένου δεν προήλθε από την ανάκριση, αλλά από μια φερόμενη ομολογία του ίδιου σε πρόσωπο του επαγγελματικού του περιβάλλοντος.
Και είναι ακριβώς αυτή η κατηγορία αποδεικτικού υλικού που η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου αντιμετωπίζει ως απολύτως νόμιμη και αξιοποιήσιμη, θωρακίζοντας νομικά τη χρήση της στο ακροατήριο.

Η ομόφωνη καταδίκη και το ύψος της ποινής
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω, ολοκληρώνοντας την ακροαματική διαδικασία στις 14 Ιανουαρίου 2026, έπειτα από δίκη που είχε ξεκινήσει στις 12 Ιανουαρίου 2026, έκρινε ομοφώνως ένοχο τον 38χρονο για κατ’ εξακολούθηση βιασμό, για κατάχρηση ανηλίκου που δεν είχε συμπληρώσει τα 14 έτη με την επιβαρυντική περίσταση της συνοίκησης, καθώς και για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, με θύμα τη 13χρονη θετή του κόρη.
Η εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει ισόβια κάθειρξη για την πρώτη πράξη, 15 έτη για τη δεύτερη και 2 έτη για την τρίτη.
Το δικαστήριο επέβαλε τελικά ποινή ισόβιας κάθειρξης και 16 ετών, μαζί με χρηματική ποινή 360 ημερήσιων μονάδων προς 10 ευρώ η καθεμία, και απέρριψε τα ελαφρυντικά. Η ομοφωνία, σε μια δίκη με τέτοιο βάρος, δεν λειτουργεί ως τυπική διατύπωση. Αποτυπώνει την κρίση ότι το αποδεικτικό υλικό θεωρήθηκε συμπαγές και επαρκές, χωρίς περιθώρια αμφιβολίας ως προς την ευθύνη.

Η φερόμενη παραδοχή που μεταφέρθηκε στο δικαστήριο
Οπως έγραψε η «δημοκρατική» πρώην εργοδότης του κατηγορουμένου κατέθεσε ότι ο 38χρονος του είχε αποκαλύψει πως είχε προβεί σε σεξουαλική επαφή με την ανήλικη 2 φορές. Η φερόμενη παραδοχή έγινε, κατά τη μαρτυρία, λίγες ημέρες μετά την απομάκρυνσή του από το σπίτι, σε χρόνο κατά τον οποίο η εκπεφρασμένη θέση του ήταν ότι δεν είχε διαπράξει βιασμό.
Κατά την ίδια κατάθεση, ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να μετατοπίσει την ευθύνη στο ίδιο το παιδί, αποδίδοντας στη συμπεριφορά του προκλητικό χαρακτήρα, με τον ισχυρισμό ότι «η μικρή τον προκαλούσε». Πρόκειται για διατύπωση που σε υποθέσεις αυτού του είδους εκλαμβάνεται ως μοτίβο απενοχοποίησης του δράστη και όχι ως ελαφρυντικό στοιχείο.
Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι ο 38χρονος του περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι επαφές και ότι του επέδειξε ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλασσε με την ανήλικη μέσω εφαρμογής επικοινωνίας.
Το κρίσιμο σημείο, από νομική σκοπιά, είναι ότι η παραδοχή αυτή δεν δόθηκε ενώπιον αρχής και δεν αποτελεί προϊόν επίσημης εξέτασης.
Ειπώθηκε εκτός διαδικασίας, σε ιδιώτη, ο οποίος στη συνέχεια τη μετέφερε στο δικαστήριο ως μάρτυρας. Και εδώ ακριβώς αποκτά σημασία η πρόσφατη κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου.
Τι όρισε ο Άρειος Πάγος με την απόφαση 394/2024
Η απόφαση 394/2024 του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου δεν αφορά την υπόθεση της Κω. Προέκυψε από εντελώς διαφορετική δικαστική διαμάχη, αυτή ενός εμπόρου ξυλείας που είχε καταδικαστεί για παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης και ο οποίος ζήτησε να ακυρωθεί η καταδίκη του, υποστηρίζοντας ότι τα ίδια του τα λόγια χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του κατά παράβαση του δικαιώματος σιωπής.
Ο έμπορος είχε ομολογήσει αυθόρμητα σε δασικό υπάλληλο, σε προκαταρκτικό στάδιο και πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, ότι ο ίδιος είχε ανοίξει παράνομο δρόμο μέσα στο δάσος.
Παρότι τα πραγματικά περιστατικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, η απόφαση λειτουργεί ως νομολογία, δηλαδή ως αρχή που μπορεί να επικληθεί αυτοτελώς σε κάθε ανάλογη περίπτωση. Το ανώτατο δικαστήριο έθεσε καθαρό κανόνα. Ο νόμος προστατεύει τον κατηγορούμενο από τον εξαναγκασμό σε ομολογία κατά την επίσημη ανάκριση, όχι όμως και από τις αποκαλύψεις που ο ίδιος επιλέγει να κάνει, με τη θέλησή του, σε τρίτα πρόσωπα εκτός διαδικασίας. Όπως έκρινε, δεν επέρχεται παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης από την αξιοποίηση όσων ο ίδιος αποκάλυψε οικειοθελώς σε τρίτους, οι οποίοι δεν εμποδίζονται να αναφέρουν στις καταθέσεις τους ό,τι πληροφορήθηκαν από αυτόν, χωρίς να προκαλείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας.

Η γέφυρα ανάμεσα στη νομολογία και την υπόθεση της Κω
Μεταφερόμενη στα δεδομένα της Κω, η αρχή αυτή αποκτά άμεση πρακτική αξία. Η μαρτυρία του πρώην εργοδότη αφορά ακριβώς μια οικειοθελή παραδοχή του ίδιου του κατηγορουμένου σε τρίτο, εκτός κάθε επίσημης εξέτασης. Με βάση τη νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου, ένας τέτοιος μάρτυρας νομίμως μεταφέρει στο ακροατήριο όσα του αποκαλύφθηκαν, και η κατάθεσή του αποτελεί έγκυρο αποδεικτικό στοιχείο που δεν θίγει το δικαίωμα σιωπής.
Δεν πρόκειται, επομένως, για κρίση του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης της Κω, η οποία παραμένει πρωτόδικη. Πρόκειται για το νομικό πλαίσιο που θα διέπει το ζήτημα της αποδεικτικής αξιοποίησης της συγκεκριμένης μαρτυρίας, εφόσον η υπόθεση οδηγηθεί στον επόμενο βαθμό. Αν δηλαδή προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η ομολογία προς τον πρώην εργοδότη δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, η απάντηση που έχει ήδη δώσει η νομολογία είναι ότι μια τέτοια αξιοποίηση είναι σύννομη.

Η στάση της υπεράσπισης
Ο 38χρονος δήλωσε από την πρώτη στιγμή απόλυτη άρνηση των κατηγοριών. Υποστήριξε ότι δεν έμεινε ποτέ μόνος με την ανήλικη, επικαλούμενος το ωράριο της εργασίας του και τη συνεχή παρουσία τρίτων στο σπίτι. Αναγνώρισε 2 περιστατικά έντονου εναγκαλισμού, τα οποία χαρακτήρισε αμήχανα και χωρίς σεξουαλική χροιά, ισχυριζόμενος ότι παρερμηνεύθηκαν. Αμφισβήτησε τη βασική ιατροδικαστική γνωμάτευση ως πρόχειρη και επικαλέστηκε τεχνικές εκτιμήσεις ιδιωτών ιατροδικαστών και παιδοψυχολόγων, οι οποίες κατά την άποψή του πρότειναν εναλλακτικές αναγνώσεις, ενώ κατήγγειλε κοινωνικό στιγματισμό και διαδικτυακή στοχοποίηση.
Τη θέση αυτή κλήθηκε να στηρίξει η υπεράσπιση, με συνηγόρους τους κ.κ. Στέλιο Κιουρτζή και Δήμο Μουτάφη, ενώ για την υποστήριξη της κατηγορίας παρέστη ο κ. Γιώργος Κυπραίος.

Πώς άνοιξε ο φάκελος και τι βάρυνε στην κρίση
Η υπόθεση αναδύθηκε όταν η 13χρονη, έπειτα από μάθημα σεξουαλικής αγωγής, αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της μέσω γραπτού μηνύματος, περιγράφοντας κακοποιητικές συμπεριφορές. Από εκείνο το σημείο ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, με τη συμμετοχή εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας και τη διενέργεια ιατροδικαστικών εξετάσεων.
Καθοριστική θέση στην αποτίμηση είχε η κατάθεση της ανήλικης, η οποία ελήφθη με ειδικό πρωτόκολλο για παιδιά μάρτυρες και παρουσία παιδοψυχολόγου, και περιγράφηκε ως σταθερή και πειστική, χωρίς ενδείξεις καθοδήγησης. Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις χαρακτηρίστηκαν συμβατές με επανειλημμένη κακοποίηση, ενώ στο υλικό περιλήφθηκαν ηλεκτρονικές συνομιλίες και συγκλίνουσες αναφορές προσώπων από το περιβάλλον του κατηγορουμένου. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε και η μαρτυρία του πρώην εργοδότη για τη φερόμενη ομολογία.
Πριν φτάσει στο ακροατήριο, η υπόθεση είχε ήδη διαγράψει φορτισμένη διαδρομή. Ο κατηγορούμενος είχε τεθεί προσωρινά κρατούμενος έπειτα από βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο επιλήφθηκε μετά από διαφωνία ανάμεσα στον τακτικό Ανακριτή και την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Ενώ από τη μία πλευρά προτάθηκαν περιοριστικοί όροι, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας, από την άλλη κρίθηκε ότι η διάρκεια και ο τρόπος τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο υποτροπής, καθιστούσαν ανεπαρκή τα ηπιότερα μέτρα. Το Συμβούλιο συντάχθηκε με την εισαγγελική θέση και διέταξε τη σύλληψη και την προσωρινή κράτηση έως την εκδίκαση.
Στην εικόνα που σχηματίστηκε προστέθηκε και κατάθεση που περιέγραφε περιστατικό σε κοινωνική εκδήλωση, όπου ο κατηγορούμενος, υπό την επίδραση αλκοόλ, φέρεται να επιδίωξε στενή επαφή με άλλες ανήλικες, στοιχείο που συνδέθηκε με την εκτίμηση περί κινδύνου υποτροπής. Το κινητό του τηλέφωνο κατασχέθηκε και τέθηκε υπό εξειδικευμένο έλεγχο για τυχόν ψηφιακά ίχνη.
Αυτό που μένει, πέρα από το ύψος της ποινής, είναι το νομικό αποτύπωμα. Μια κουβέντα που ειπώθηκε σε ανύποπτο χρόνο, μακριά από κάθε ανακριτικό γραφείο, μπορεί να φτάσει στο ακροατήριο μέσα από τα χείλη ενός τρίτου και να σταθεί ως αποδεικτικό στοιχείο. Η νομολογία του Αρείου Πάγου το έχει πλέον καταστήσει σαφές, και η υπόθεση της Κω είναι μια από τις περιπτώσεις όπου η αρχή αυτή βρίσκει την πιο χειροπιαστή εφαρμογή της.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.