- Η δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ακύρωσε δύο διαταγές πληρωμής κατά ζεύγους δανειοληπτών, κρίνοντας ότι οι καταγγελίες των δανειακών συμβάσεων ήταν άκυρες.
- Οι απαιτήσεις της τράπεζας, συνολικού ύψους 156.000 ευρώ, δεν ήταν ληξιπρόθεσμες κατά την έκδοση των διαταγών πληρωμής.
- Οι δανειολήπτες είχαν προσπαθήσει επανειλημμένα να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, με παρατάσεις στις συμβάσεις τους.
- Το δικαστήριο έκρινε ότι οι καταγγελίες δεν υπογράφηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο της τράπεζας, καθώς δεν προσκομίστηκε το απαιτούμενο πληρεξούσιο.
• Με τις υπ’ αριθμόν 446 και 447/2026 αποφάσεις του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου έκανε δεκτές τις ανακοπές ζεύγους δανειοληπτών, κρίνοντας ότι οι καταγγελίες των δανειακών συμβάσεων υπογράφηκαν από υπάλληλο της τράπεζας χωρίς να αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητά της
Δικαστική δικαίωση μετά από 7 και πλέον χρόνια δικαστικών αγώνων γνώρισε ζευγάρι δανειοληπτών από τη Ρόδο, καθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ακύρωσε στο σύνολό τους 2 διαταγές πληρωμής που είχε εκδώσει σε βάρος τους συστημική τράπεζα για συνολικές απαιτήσεις που ξεπερνούσαν τα 156.000 ευρώ.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», οι υπ’ αριθμόν 446 και 447/2026 αποφάσεις, που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026, δέχθηκαν ότι οι καταγγελίες των επίμαχων δανειακών συμβάσεων έπασχαν ακυρότητας, με αποτέλεσμα οι απαιτήσεις της τράπεζας να μην είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά τον χρόνο έκδοσης των διαταγών πληρωμής.
Η υπόθεση αφορά 2 δανειακές συμβάσεις που είχαν συναφθεί στη Ρόδο. Η πρώτη ήταν σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 100.000 ευρώ, το οποίο εκταμιεύθηκε σταδιακά σε 3 δόσεις από τον Δεκέμβριο του 2010 έως τον Φεβρουάριο του 2011 και ήταν εξοφλητέο σε 300 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Η δεύτερη ήταν σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 44.808,40 ευρώ, που εκταμιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2014 με ορίζοντα αποπληρωμής 180 δόσεων.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των αποφάσεων, οι οφειλέτες επιχείρησαν επανειλημμένα να ρυθμίσουν τις οφειλές τους. Για το στεγαστικό δάνειο υπογράφηκαν πρόσθετες πράξεις τον Μάρτιο του 2015 και τον Μάιο του 2016, με την τελευταία να παρατείνει τη διάρκεια του δανείου κατά 106 μήνες και να προβλέπει εξόφληση σε 360 δόσεις. Αντίστοιχα, το καταναλωτικό δάνειο ρυθμίστηκε με πρόσθετες πράξεις τον Νοέμβριο του 2015 και τον Μάιο του 2016, με παράταση της διάρκειάς του κατά 26 μήνες.
Καθώς οι υποχρεώσεις δεν εκπληρώθηκαν, η τράπεζα προχώρησε στις 7 Σεπτεμβρίου 2018 στην καταγγελία και των 2 συμβάσεων με εξώδικες δηλώσεις που επιδόθηκαν στους οφειλέτες στις 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2018, κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο των οφειλών. Ακολούθησε η έκδοση, στις 20 Δεκεμβρίου 2018, 2 διαταγών πληρωμής από τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με τις οποίες οι οφειλέτες διατάχθηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρον τα ποσά των 100.563,94 ευρώ και 55.688,70 ευρώ αντίστοιχα, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Οι δανειολήπτες άσκησαν τον Ιανουάριο του 2019 ανακοπές κατά των διαταγών πληρωμής, προβάλλοντας σειρά λόγων. Εκείνος που κρίθηκε καθοριστικός ήταν ο τρίτος, με τον οποίο υποστήριξαν ότι οι εξώδικες καταγγελίες των συμβάσεων δεν έγιναν από το κατά νόμο αντιπροσωπευτικό όργανο της τράπεζας, αλλά από έτερο πρόσωπο, χωρίς να επιδειχθεί το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο.
Το δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την πληρεξουσιότητα και τη μονομερή δικαιοπραξία, έκρινε ότι η τράπεζα, η οποία έφερε το βάρος απόδειξης του κύρους της καταγγελίας, δεν απέδειξε την αντιπροσωπευτική εξουσία της υπαλλήλου που υπέγραψε τις εξώδικες δηλώσεις. Όπως αναφέρεται στις αποφάσεις, δεν προσκομίστηκε έγγραφο χορήγησης πληρεξουσιότητας προγενέστερο των καταγγελιών από τα πρόσωπα που δεσμεύουν το νομικό πρόσωπο της τράπεζας, το οποίο να καλύπτει ειδικά την καταγγελία των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων. Η τράπεζα προσκόμισε μόνο βεβαίωση με ημερομηνία 27 Μαρτίου 2019, ήτοι μεταγενέστερη των καταγγελιών, ενώ ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπός της παραστάθηκε στο ακροατήριο για να εγκρίνει τις καταγγελίες με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά.
Με το σκεπτικό αυτό, το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι καταγγελίες ήταν άκυρες και ότι, κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις της τράπεζας δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όταν ζητήθηκε η έκδοση των διαταγών πληρωμής. Οι διαταγές ακυρώθηκαν στο σύνολό τους, ενώ η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής κρίθηκε άνευ αντικειμένου. Η τράπεζα καταδικάστηκε επιπλέον στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων, ύψους 3.000 ευρώ για την πρώτη υπόθεση και 1.670 ευρώ για τη δεύτερη.
Τους ανακόπτοντες εκπροσώπησε ο δικηγόρος Ρόδου κ. Στέργος Λεβέντης.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)




















