Ρεπορτάζ

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου ακύρωσε 2 διαταγές πληρωμής ύψους 800.000 ευρώ που είχε εκδώσει συστημική τράπεζα σε βάρος οικογένειας επιχειρηματιών

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΑ
Σύνοψη
  • Η δικαστική νίκη αφορά τρεις ημεδαπούς και την εταιρεία τους, οι οποίοι ακύρωσαν διαταγές πληρωμής συνολικού ύψους 800.000 ευρώ από συστημική τράπεζα.
  • Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου έκρινε ότι τα αποσπάσματα των δανειακών λογαριασμών δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις απόδειξης της απαίτησης.
  • Η υπόθεση ξεκίνησε το 2021 με την τράπεζα να καταθέτει αιτήσεις για διαταγές πληρωμής, οι οποίες εκδόθηκαν και επιδόθηκαν στους οφειλέτες.
  • Η διαδικασία εκδίκασης υπήρξε μακρά και γεμάτη αναβολές, με τις τελικές αποφάσεις να δημοσιεύονται τον Ιούλιο του 2026.

• Με 2 αποφάσεις του που δημοσιεύθηκαν στις 29 Ιουλίου 2026, το δικαστήριο έκανε δεκτές τις ανακοπές των οφειλετών και ακύρωσε στο σύνολό τους τις διαταγές πληρωμής, κρίνοντας ότι τα αποσπάσματα των δανειακών λογαριασμών που προσκόμισε η τράπεζα δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις απόδειξης της απαίτησης

Σημαντική δικαστική νίκη πέτυχαν 3 ημεδαποί, μέλη της ίδιας οικογένειας, καθώς και η ανώνυμη εμπορική εταιρεία των συμφερόντων τους, στη δικαστική τους αντιπαράθεση με συστημική τράπεζα, η οποία τους διεκδικούσε συνολικά 800.000 ευρώ με 2 διαταγές πληρωμής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εξέδωσε τις υπ’ αριθμόν 104/2026 και 105/2026 αποφάσεις του, με τις οποίες δέχθηκε τις ανακοπές και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής που είχαν ασκήσει οι οφειλέτες και ακύρωσε εξ ολοκλήρου τους 2 εκτελεστούς τίτλους.
Τους ανακόπτοντες εκπροσώπησε η δικηγόρος Ρόδου κ. Βαλσαμούλα Διάκου.
Το ιστορικό της διεκδίκησης
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2021, όταν η τράπεζα κατέθεσε 2 αιτήσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, ζητώντας την έκδοση ισάριθμων διαταγών πληρωμής. Οι αιτήσεις έγιναν δεκτές και εκδόθηκαν διαταγές πληρωμής, με τις οποίες οι 3 ημεδαποί και η εταιρεία διατάσσονταν να καταβάλουν, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 400.000 ευρώ ανά τίτλο, με τον νόμιμο τόκο από τις 24 Σεπτεμβρίου 2021.
Η πρώτη διαταγή πληρωμής αφορούσε μέρος του κεφαλαίου που φερόταν να οφείλεται από σύμβαση δανείου του έτους 2005, όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά τα έτη 2007, 2010 και 2011 και συμπληρώθηκε με πρόσθετες πράξεις τον Σεπτέμβριο του 2016. Η δεύτερη στηριζόταν σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου του Αυγούστου του 2011, επίσης με πρόσθετες πράξεις του 2016. Οι διαταγές πληρωμής επιδόθηκαν στους οφειλέτες στις 17 Ιανουαρίου 2022 και εκείνοι αντέδρασαν άμεσα, ασκώντας στις 4 Φεβρουαρίου 2022 τις ανακοπές τους, τις οποίες ενίσχυσαν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με αυτοτελή δικόγραφα πρόσθετων λόγων.
Η πορεία των υποθέσεων μέχρι την τελική τους εκδίκαση υπήρξε μακρά και γεμάτη αναβολές. Οι ανακοπές προσδιορίστηκαν αρχικά να συζητηθούν τον Νοέμβριο του 2022, ματαιώθηκαν, επαναφέρθηκαν με κλήση και αναβλήθηκαν εκ νέου τον Δεκέμβριο του 2023 και τον Φεβρουάριο του 2024. Τον Ιούνιο του 2024 αποσύρθηκαν από το πινάκιο λόγω της αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων ενόψει των Ευρωεκλογών, ενώ νέα ματαίωση σημειώθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Οι υποθέσεις επαναφέρθηκαν τελικά με κλήσεις του Δεκεμβρίου του 2024 και, μετά από ακόμη μία αναβολή, συζητήθηκαν στις 20 Νοεμβρίου 2025 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Οι αποφάσεις ελήφθησαν σε μυστική διάσκεψη στις 22 Ιουλίου 2026 και δημοσιεύθηκαν 7 ημέρες αργότερα.
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα
Ο λόγος ανακοπής που κρίθηκε βάσιμος και οδήγησε στην ακύρωση των τίτλων αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα επιχείρησε να αποδείξει την απαίτησή της. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό των αποφάσεων, για την έκδοση διαταγής πληρωμής απαιτείται η απαίτηση και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Στην περίπτωση δανειακών λογαριασμών που τηρούνται μηχανογραφικά, το απόσπασμα που εκτυπώνεται από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας αποκτά ισχύ αποδεικτικού μέσου μόνο εφόσον φέρει βεβαίωση του αρμόδιου τραπεζικού υπαλλήλου για τη γνησιότητα της εκτύπωσης.
Στην πρώτη υπόθεση, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι επί του αποσπάσματος ενός εκ των δανειακών λογαριασμών που είχαν τεθεί υπόψη της δικαστή κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν υπήρχε τέτοια βεβαίωση, παρά μόνο επικύρωσή του από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που είχε καταθέσει τη σχετική αίτηση. Το δικαστήριο έκρινε ότι η επικύρωση από δικηγόρο μπορεί μεν να προσδώσει σε φωτοτυπία την ισχύ ακριβούς αντιγράφου, τούτο όμως προϋποθέτει ότι στο πρωτότυπο έγγραφο έχει προηγουμένως βεβαιωθεί η γνησιότητα της εκτύπωσης από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας. Εφόσον η βεβαίωση αυτή έλειπε, το απόσπασμα δεν συνιστούσε αποδεικτικό μέσο ικανό να θεμελιώσει το ύψος της οφειλής και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αυτό.
Πανομοιότυπη ήταν η κρίση και στη δεύτερη υπόθεση, όπου η ίδια πλημμέλεια εντοπίστηκε σε 2 αποσπάσματα δανειακών λογαριασμών που είχαν τηρηθεί από τον Σεπτέμβριο του 2016 έως τον Ιούλιο του 2020. Και εκεί υπήρχε μόνο δικηγορική επικύρωση, χωρίς την απαιτούμενη βεβαίωση τραπεζικού υπαλλήλου για τη γνησιότητα της εκτύπωσης.

Ακύρωση λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου
Το δικαστήριο επισήμανε ότι η έλλειψη αυτή συνιστά διαδικαστικό απαράδεκτο, το οποίο επιφέρει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ανεξάρτητα από το αν η απαίτηση υφίσταται και μπορεί να αποδειχθεί με άλλα μέσα. Επικαλούμενο πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, υπογράμμισε ότι ο δικαστής της ανακοπής δεν μπορεί να στηριχθεί σε έγγραφα που προσκομίζονται για πρώτη φορά στη δίκη της ανακοπής, αλλά κρίνει αποκλειστικά με βάση όσα είχαν τεθεί υπόψη του δικαστή που εξέδωσε τον τίτλο. Εφόσον από τα έγγραφα εκείνα δεν αποδεικνυόταν πλήρως η απαίτηση, η ακύρωση ήταν μονόδρομος.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι, όπως ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό, η ακύρωση για τον λόγο αυτόν δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης, η οποία δεν κρίθηκε στην ουσία της. Το δικαστήριο δηλαδή δεν αποφάνθηκε επί του αν οφείλονται ή όχι τα επίδικα ποσά, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι οι συγκεκριμένοι εκτελεστοί τίτλοι εκδόθηκαν χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Με τις 2 αποφάσεις του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου συνεκδίκασε τις ανακοπές με τους πρόσθετους λόγους τους, τις έκανε δεκτές στο σύνολό τους και ακύρωσε τις υπ’ αριθμόν 304/2021 και 306/2021 διαταγές πληρωμής της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Παράλληλα, καταδίκασε την τράπεζα, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων, τα οποία όρισε στο ποσό των 9.000 ευρώ για κάθε υπόθεση, ήτοι 18.000 ευρώ συνολικά.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.