• «Δεν μπορείς εύκολα να πιστέψεις ότι κάτι που ξεκίνησε ως μια αδιόρατη σκέψη, πλέον έχει βάρος, οσμή χαρτιού και εξώφυλλο» • «Η ιστορία ξεκίνησε παίζοντας με ένα μικρό αρμόνιο και ένα ξυλόφωνο του γιου μου…» • «Όταν έλεγα σε φίλους ότι κάθομαι και γράφω, με θεωρούσαν τουλάχιστον εκκεντρικό»
Τον Νικηφόρο Παπανικόλα τον γνωρίζουμε οι περισσότεροι μέσα από τις δικαστικές αίθουσες και από την ενασχόλησή του με την πολιτική. Υπάρχει όμως μια πλευρά του που δεν χωράει σε δικόγραφα και προεκλογικές ομιλίες. Είναι εκείνη που «ξεκλείδωσε» στην περίοδο της καραντίνας, παίζοντας αρχικά με το παιδικό αρμόνιο του γιου του, και κατέληξε τρία χρόνια μετά, σε ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα.
Κρατώντας στα χέρια του πλέον το πρώτο του βιβλίο «Αγάπη της ζωής μου», ο Νικηφόρος Παπανικόλας μιλά σήμερα στη «δημοκρατική» για την ανάγκη του να «σπάσει» τα στενά όρια της δικηγορίας και της πολιτικής, αναζητώντας έναν χώρο ελευθερίας ανάμεσα στις σελίδες και τους στίχους.
Σε μια εξομολογητική συζήτηση, ξετυλίγει το νήμα μιας τριετούς διαδρομής που ξεκίνησε από το παιδικό αρμόνιο και κατέληξε στο πρώτο του μυθιστόρημα.
• Νικηφόρε, και θα μου επιτρέψεις να σου μιλήσω στον ενικό, καθώς η μακρόχρονη φιλία μας υπερβαίνει τους τύπους μιας συνέντευξης, κρατάς πλέον στα χέρια σου το πρώτο σου βιβλίο, μια προσπάθεια που απαίτησε μια διαδρομή τριών ετών μέχρι να ολοκληρωθεί η συγγραφή του. Ποια είναι τα συναισθήματά σου τώρα που το βλέπεις τυπωμένο;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν το έχω συνειδητοποιήσει ακόμα. Είναι μια παράξενη, σχεδόν εξωπραγματική αίσθηση. Νομίζω ότι το βιβλίο που κρατάω ανήκει σε κάποιον άλλον, δυσκολεύομαι ακόμα να αντιληφθώ ότι είναι δικό μου δημιούργημα. Είναι μια στιγμή βαθιάς ικανοποίησης, αλλά και μιας αμήχανης έκπληξης. Δεν μπορείς εύκολα να πιστέψεις ότι κάτι που ξεκίνησε ως μια αδιόρατη σκέψη, πλέον έχει βάρος, οσμή χαρτιού και εξώφυλλο.
• Πώς προέκυψε, όμως, η συγγραφή ενός μυθιστορήματος; Γνωρίζαμε την ιδιότητα του στιχουργού, κάτι που από μόνο του αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα, και ξαφνικά καταθέτεις ένα πεζό έργο. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες;
Νομίζω από την έντονη ανάγκη μου να αισθάνομαι παραγωγικός. Η καθημερινότητά μας, το επάγγελμα που ακολουθούμε, τα πράγματα με τα οποία καταπιανόμαστε, συχνά λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες στο να δημιουργήσουμε κάτι ουσιαστικό. Πολλές φορές μαθαίνουμε και αναγκαζόμαστε να λειτουργούμε μέσα σε «κουτάκια». Θεωρώ ότι η συγγραφή ήταν μια καθαρά εσωτερική μου ανάγκη να δημιουργήσω κάτι από το μηδέν, έξω από το πλαίσιο που ορίζει η κοινωνική και επαγγελματική μου ιδιότητα. Ειδικά στη δουλειά μας, στη δικηγορία και στην πολιτική, μιλάμε για κόσμους σκληρούς.
Πρέπει να διαθέτεις γερό στομάχι για να μπαίνεις κάθε μέρα σε αυτή την αρένα και να παραμένεις παραγωγικός, διατηρώντας την ακεραιότητά σου. Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες και τις απαιτητικές εποχές που διανύουμε, το βιβλίο λειτούργησε ως μια ξεκάθαρη διέξοδος. Τόσο η δικηγορία όσο και η πολιτική είναι δύο πεδία που διέπονται από συγκεκριμένους κανόνες. Υπάρχει μια πεπατημένη οδός που, καλώς ή κακώς, αν θέλεις να επιβιώσεις, οφείλεις να την ακολουθείς πιστά. Το βιβλίο, λοιπόν, προήλθε από την ανάγκη μου να σπάσουμε λίγο αυτούς τους κανόνες, να αναζητήσουμε έναν χώρο ελευθερίας που δεν προσφέρει η καθημερινότητα.

• Μιας που μιλήσαμε για την πολιτική, το ενδεχόμενο μιας υποψηφιότητας για βουλευτής και η εκπροσώπηση ενός ολόκληρου νομού, είναι κάτι που σε απασχολεί; Το όνομά σου τα τελευταία χρόνια ακούγεται έντονα για το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ.
Με τιμάει πολύ η συζήτηση, αλλά δεν είναι στα σχέδιά μου. Το να είσαι βουλευτής ενός νομού είναι μία ιερή αποστολή. Δεν είναι μια απόφαση που λαμβάνεται με ελαφρότητα για να καλύψει μια προσωπική φιλοδοξία. Έχω πράγματα να πετύχω ακόμα και νιώθω αυτό το βάρος της ευθύνης. Επίσης, στις Περιφερειακές εκλογές του 2023 έδωσα μια υπόσχεση στους πολίτες του Νοτίου Αιγαίου και έχω σκοπό να την τηρήσω.
Επομένως, σκοπεύω να μείνω στα έδρανα του Περιφερειακού Συμβουλίου μέχρι την τελευταία ημέρα της θητείας μου. Είναι πιο σημαντικό να αποκατασταθεί η σχέση της πολιτικής με την ηθική και τη συνέπεια, παρά να εκλεγώ εγώ βουλευτής.
• Νιώθεις το βάρος του ονόματος του πατέρα σου, του Βασίλη Παπανικόλα, στην πολιτική σου διαδρομή;
Μοιραία, είναι κάτι που με συνοδεύει. Και νομίζω πως θα συνεχίσει να με ακολουθεί όσο και αν προσπαθώ να φύγω από αυτό. Στις εκλογές του 2023 η κριτική των αντιπάλων μου γύρω από το πρόσωπό μου προς το πρόσωπό μου εξαντλήθηκε στα περί οικογενειοκρατίας, κάτι που για όποιον γνωρίζει την πραγματικότητα ακούγεται αστείο, καθώς δεν προέρχομαι από κάποια πολιτική δυναστεία. Δεν αρκεί όμως να το λες, πρέπει και να το αποδεικνύεις. Ότι είσαι ο Νικηφόρος και όχι απλά ο γιος του Βασίλη. Με τον πατέρα μου, σε πολιτικό επίπεδο, μοιραζόμαστε κοινές αξίες, αλλά έχουμε και αποκλίσεις. Και είναι λογικό. Έχουμε άλλα βιώματα και διαφορετικές προσλαμβάνουσες. Εκείνος ανήκει στη γενιά του Πολυτεχνείου, έζησε τη δικτατορία ως φοιτητής. Εγώ μεγάλωσα διαφορετικά, σπούδασα στο εξωτερικό, ήρθα σε επαφή με άλλα συστήματα. Αυτή η διαφοροποίηση έχει αναπόφευκτα αντανάκλαση στον τρόπο σκέψης και τις πολιτικές μας θέσεις.
• Πάντως, η στιχουργική, για να επανέλθουμε στην καλλιτεχνική σου δραστηριότητα, ήταν αυτή που μας έκανε την πρώτη έκπληξη, ειδικά όταν είδαμε μέσα στην καραντίνα μια νέα δική σου προσπάθεια με ένα τραγούδι στα social media. Πώς προέκυψε αυτό; Είχες ξανασχοληθεί ποτέ;
Όχι, ποτέ στο παρελθόν. Προέκυψε σχεδόν τυχαία, μέσα στην καραντίνα. Νομίζω ότι πάρα πολύς κόσμος βρήκε μια πλευρά του εαυτού του, την οποία δεν γνώριζε, εκείνες τις ημέρες της αναγκαστικής απομόνωσης. Στη δική μου περίπτωση, όλα ξεκίνησαν παίζοντας με τον γιο μου. Του είχα πάρει κάποια μουσικά όργανα, ένα μικρό αρμόνιο και ένα ξυλόφωνο. Άρχισα, λοιπόν, να πειραματίζομαι με διάφορους ήχους, χωρίς κάποιο σκοπό. Αυτοί οι ήχοι έγιναν μελωδίες αργότερα και, σχεδόν αυτόματα, άρχισα να σκέφτομαι στίχους πάνω στις μελωδίες αυτές. Έτσι, σιγά-σιγά, γεννήθηκε η στιχουργική μου ιδιότητα, την οποία αποφάσισα να εξελίξω.

• Η ιδέα για το βιβλίο πώς ήρθε; Ήταν η φυσική εξέλιξη των στίχων;
Επειδή είχα γράψει αρκετά τραγούδια, τα οποία κινούνται σε ένα συγκεκριμένο ύφος, συνέλαβα την ιδέα πώς θα ήταν αν όλα αυτά τα τραγούδια γίνονταν μέρος μιας ενιαίας ιστορίας. Έτσι έπλασα ένα σύμπαν, έναν κόσμο όπου μέσα από την αφήγηση θα μπορούσαν να αναδειχθούν και τα τραγούδια αυτά. Ήθελα να δώσω μια «στέγη» σε αυτούς τους στίχους, να τους εντάξω σε μια ροή που θα τους έδινε ένα βαθύτερο νόημα.
• Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι δικηγόρος. Μοιραία γίνεται μια ταύτιση με εσένα. Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ιστορία;
Δεν υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο. Ο ήρωας είναι δικηγόρος, αλλά τα γεγονότα είναι προϊόν μυθοπλασίας. Το μοναδικό απόλυτα δικό μου στοιχείο είναι το επάγγελμα και αυτό το επέλεξα προκειμένου να διευκολυνθώ στην περιγραφή της καθημερινότητας του ήρωα, όντας εξοικειωμένος με τον χώρο της Δικαιοσύνης και τη δικηγορική πρακτική, τις δυσκολίες της, τις λεπτομέρειές της. Θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να γράψω για έναν άλλον επαγγελματικό χώρο που μου είναι εντελώς άγνωστος. Ενδόμυχα, ίσως ήθελα να αναδείξω και μια διαφορετική, περισσότερο «ανθρώπινη» πλευρά, όσων καταπιανόμαστε με το δικηγορικό λειτούργημα.
• Γράφοντας αυτό το βιβλίο, ανακάλυψες πτυχές του εαυτού σου που δεν γνώριζες; Ήταν για εσένα ένα ταξίδι ανακάλυψης;
Δεν πίστευα ποτέ ότι έχω την ικανότητα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Στην αρχή, η προσπάθεια ήταν πολύ πρόχειρη και αποσπασματική. Δεν πίστευα ότι αυτές οι άναρχες σκέψεις θα μπορούσαν κάποια στιγμή να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένο έργο. Όλη η διαδικασία μου φαινόταν «βουνό». Όμως, βήμα-βήμα, με επίμονη προσπάθεια και απόλυτη πειθαρχία, φτάσαμε στο τέλος. Το βιβλίο δεν γράφτηκε χωρίς θυσίες. Έπρεπε να διαθέσω χρόνο και να πειθαρχήσω σε ένα αυστηρό πρόγραμμα, να το δω δηλαδή ως μια επαγγελματική δουλειά. Μάλιστα, σε πολύ στενό μου κύκλο το είχα εκμυστηρευτεί. Όταν με παίρνανε τηλέφωνο να βγούμε για ποτό κι εγώ τους έλεγα ότι κάθομαι και γράφω το βιβλίο μου, ήμουν σίγουρος ότι εκείνη τη στιγμή με θεωρούσαν τουλάχιστον… εκκεντρικό, για να μην πω ανισόρροπο!
• Αυτή η ενασχόληση των τριών ετών, παράλληλα με τις οικογενειακές, προσωπικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις, σε ξεκούραζε; Σε έβγαζε από το άγχος της ημέρας;
Να σου πω την αλήθεια, από ένα σημείο και μετά το έβλεπα αυστηρά επαγγελματικά, ως κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να γίνει. Παρόλα αυτά, μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο, όσο βυθιζόμουν μέσα σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο, να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ήταν σαν ένα διαρκές σκωτσέζικο ντους. Τη μια στιγμή καθόμουν και έγραφα για τραγούδια και για συναισθήματα, και την επόμενη στιγμή έπρεπε να βρίσκομαι στο Περιφερειακό Συμβούλιο και να τοποθετούμαι για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αυτές οι απότομες αλλαγές και οι εναλλαγές ρόλων μού αποκάλυψαν ένα στοιχείο που δεν ήξερα ότι διαθέτω: την προσαρμοστικότητα.
• Ποια ήταν η αντίδραση του ευρύτερου κύκλου σου όταν τελικά κυκλοφόρησε το βιβλίο;
Οι περισσότεροι δεν το πίστευαν, νομίζω ότι ακόμα δεν το έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως. Έχει ενδιαφέρον η συζήτηση που είχα με τον πατέρα μου, όταν τον συνάντησα μετά τη δημοσίευση: «Καλά, γιατί δεν μου είπες ότι έγραφες βιβλίο;». Του απάντησα «Στο είπα» και εκείνος μου ανταπάντησε: «Νόμιζα ότι έκανες πλάκα!». Νομίζω ότι αυτός ο διάλογος τα λέει όλα.
• Τι πραγματεύεται, όμως, επί της ουσίας το βιβλίο;
Είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα καταρχάς, αλλά όχι με την απλή, επιφανειακή έννοια. Αφηγείται την ιστορία ενός νέου και φιλόδοξου δικηγόρου, ο οποίος πιστεύει ότι έχει τακτοποιήσει τη ζωή του, το γραφείο του, τον γάμο του, την καθημερινότητά του. Κάποια στιγμή γνωρίζει μια γυναίκα η οποία έρχεται και ανατρέπει όσα εκείνος θεωρούσε δεδομένα, όλες τις σταθερές του. Έρχεται σε μια θέση όπου επαναδιαπραγματεύεται όλη του την κοσμοθεωρία. Είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά ταυτόχρονα και μια ιστορία διαχείρισης του πόνου που γεννά η απώλεια. Η πλοκή ισορροπεί ανάμεσα στην επιμονή και την αποδοχή. Τί γίνεται όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο, σχηματίζεις την απόλυτη πεποίθηση ότι είναι ο ιδανικός σύντροφος για σένα, αλλά για τον άλφα ή τον βήτα λόγο, δεν μπορείτε να είστε μαζί; Πώς συνεχίζεις; Πώς ζεις χωρίς τον άνθρωπο που δεν μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς αυτόν; Πού σταματάει η επιμονή και πού ξεκινά η αποδοχή;
• Τι έχεις εισπράξει από όσους το διάβασαν μέχρι στιγμής;
Έχω ακούσει ανέλπιστα καλά λόγια. Το πρώτο σχόλιο που εισπράττω είναι ότι διαβάζεται πάρα πολύ εύκολα. Γεγονός που με γεμίζει ικανοποίηση γιατί θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό να έχει ροή το κείμενο και να είναι ευχάριστο στην ανάγνωση. Σε δεύτερο χρόνο, ορισμένοι αναγνώστες μου ζήτησαν να γράψω τη συνέχεια της ιστορίας σε δεύτερο βιβλίο.
• Το σκέφτεσαι; Θα υπάρξει συνέχεια;
Να σου πω την αλήθεια, όχι. Η ιστορία η συγκεκριμένη τελειώνει εδώ, δεν θα έχει συνέχεια. Ωστόσο, έχω συλλάβει μία ιδέα για ένα επόμενο μυθιστόρημα και από τη στιγμή που την έχω στο μυαλό μου, νιώθω την ανάγκη να την υλοποιήσω! Δυστυχώς για μένα, βέβαια, γιατί αυτό σημαίνει πάλι πολύ «σκάψιμο», πολλή δουλειά και αφοσίωση.
• Εξακολουθείς να γράφεις τραγούδια ή αυτός ο κύκλος έκλεισε οριστικά; Έχεις στο αρχείο σου πάνω από 100 τραγούδια.
Ναι, είναι πάνω από 100, αλλά δεν τα έχω εκδώσει. Νομίζω ότι αυτός ο κύκλος έχει κλείσει. Ό,τι είχα να πω μέσω του στίχου, το είπα. Αυτό που με τραβάει τώρα είναι η αφήγηση. Ξέρεις, πολλές φορές έβλεπα ταινίες ή διάβαζα βιβλία που δεν με ικανοποιούσαν και σκεφτόμουν: «Πόσο δύσκολο είναι να γραφτεί μια ωραία ιστορία ή ένα ωραίο σενάριο;». Η βιομηχανία του ελληνικού τραγουδιού, για παράδειγμα, έχει φύγει πάρα πολύ από το ποιοτικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια. Θεωρώ ότι έχουμε απομακρυνθεί από το ποιοτικό ελληνικό τραγούδι.
Αυτό ήταν ένα κίνητρο για μένα. Υπάρχει εξαιρετική ποιότητα δημιουργών, αλλά η δουλειά τους δεν φτάνει ποτέ στον κόσμο. Η βιομηχανία απαιτεί συγκεκριμένα πράγματα, είναι στενά συνδεδεμένη με πρόσωπα και δύσκολα δίνει ευκαιρίες σε νέους δημιουργούς που δεν ακολουθούν τις τάσεις. Είναι εντυπωσιακό και λυπηρό το πόση ποιότητα μένει στο συρτάρι.
• Κλείνοντας, η «Αγάπη της ζωής μου», να μας πεις πού μπορούμε να το βρούμε.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελτέμι. Μπορεί κανείς να το παραγγείλει online ή να το ζητήσει από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο της χώρας.
Η ιδέα προέκυψε μέσα από τους στίχους.














