- Η εκδίκαση της εφέσεως για την υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης προσδιορίστηκε για τις 2 Νοεμβρίου 2026, με επανεκδίκαση όλων των στοιχείων.
- Η Εισαγγελία αμφισβητεί την αθωωτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η σωστή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων θα οδηγούσε σε ενοχή.
- Η αθώωση του κατηγορούμενου δεν ήταν ομόφωνη, καθώς δύο μέλη του δικαστηρίου διαφώνησαν και θεωρούσαν ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος.
- Οι κατηγορίες αφορούν γενετήσιες πράξεις και κατάχρηση σε βάρος ανήλικης, με περιστατικά που εκτείνονται από τον Ιούλιο του 2017 έως τον Νοέμβριο του 2019.
• Η Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου προσδιόρισε για τις 2 Νοεμβρίου 2026 την εκδίκαση της εφέσεως ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, με τον 52χρονο ημεδαπό να οδηγείται σε επανεκδίκαση και με τις καταθέσεις, την πραγματογνωμοσύνη και τα ιατροδικαστικά δεδομένα να επιστρέφουν στο μικροσκόπιο
Μια υπόθεση που είχε φαινομενικά κλείσει με αθωωτική κρίση ξαναζωντανεύει δικαστικά. Η εκδίκαση της εφέσεως που άσκησε η εισαγγελική αρχή κατά της απόφασης η οποία απάλλαξε έναν 52χρονο ημεδαπό από βαριές κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», για τις 2 Νοεμβρίου 2026 ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν λειτουργεί ως απλή τυπική συνέχεια της πρώτης δίκης, αλλά ως ουσιαστική επανεκκίνηση ολόκληρης της αποδεικτικής διαδικασίας.
Το βάθος της παρέμβασης της Εισαγγελίας φαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο της εφέσεως. Η εισαγγελική πλευρά δεν αρκείται σε μια γενικόλογη διαφωνία με την απαλλακτική κρίση. Αμφισβητεί ευθέως τον τρόπο με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αξιολόγησε τις καταθέσεις, την ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη και τα ιατροδικαστικά ευρήματα, υποστηρίζοντας ότι η ορθή στάθμιση του υλικού θα οδηγούσε σε ενοχή και όχι σε αθώωση.
Μια αθώωση που δεν ήταν ομόφωνη
Το στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην έφεση είναι ο τρόπος με τον οποίο κρίθηκε ο κατηγορούμενος σε πρώτο βαθμό. Η αθώωση δεν υπήρξε ομόφωνη, αλλά κατά πλειοψηφία, με 2 μέλη του δικαστηρίου να έχουν διαφωνήσει και να έχουν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος. Αυτή η εσωτερική διάσταση στο ίδιο το σώμα που εξέδωσε την απόφαση αποτυπώνει ότι το αποδεικτικό υλικό δεν διαβάστηκε μονοσήμαντα ούτε καν μέσα στην αίθουσα του ακροατηρίου.
Η έφεση, που ασκήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2023 κατά της αθωωτικής απόφασης της 6ης Νοεμβρίου 2023, ζητεί την εξαφάνιση της κρίσης του πρώτου βαθμού και την κήρυξη του κατηγορουμένου ενόχου για το σύνολο των αποδιδόμενων πράξεων. Πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της αξιολόγησης που προηγήθηκε και για αίτημα να επανεξεταστούν εκ βάθρων η αξιοπιστία, η συνοχή και η βαρύτητα όσων προέκυψαν στη διαδικασία.
Οι κατηγορίες που παραμένουν στο επίκεντρο
Στο κέντρο της επανεκδίκασης βρίσκονται οι ίδιες κατηγορίες που είχαν τεθεί εξαρχής. Αφορούν γενετήσιες πράξεις και κατάχρηση σε βάρος ανήλικης, με επιμέρους αναφορές σε ηλικιακά όρια κάτω των 12 ετών και από 12 έως 14 ετών, καθώς και κατηγορία ενδοοικογενειακής απειλής η οποία χρονικά τοποθετείται στις 5 Νοεμβρίου 2019. Σύμφωνα με όσα αποδίδονται, τα φερόμενα ως περιστατικά τοποθετούνται σε διάστημα που εκτείνεται από τον Ιούλιο του 2017 έως τις αρχές Νοεμβρίου του 2019, με αφορμή τη συνήθεια του κατηγορουμένου, της συντρόφου του και της ανήλικης να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι.
Η εισαγγελική πλευρά δεν στέκεται σε μια αόριστη επίκληση εσφαλμένης κρίσης. Αντίθετα, καταγράφει συγκεκριμένα σημεία τα οποία, κατά την εκτίμησή της, παραβλέφθηκαν ή υποβαθμίστηκαν, υποστηρίζοντας ότι, εάν σταθμίζονταν σωστά, η εικόνα θα ήταν διαφορετική.
Το κρίσιμο πεδίο της αξιολόγησης των καταθέσεων
Ο πυρήνας των λόγων της εφέσεως εδράζεται στη θέση ότι η πλειοψηφία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν αξιολόγησε με επάρκεια, ή δεν εκτίμησε καθόλου, τις 2 ανωμοτί καταθέσεις της ανήλικης, με ημερομηνίες 7 Νοεμβρίου 2019 και 23 Ιανουαρίου 2020. Η εισαγγελική προσέγγιση δίνει έμφαση στο ό,τι οι περιγραφές χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και απουσία αντιφάσεων, με λεπτομέρειες τόσο για τις φερόμενες πράξεις όσο και για τις συναισθηματικές αντιδράσεις της ανήλικης.
Η πραγματογνωμοσύνη που, κατά την έφεση, έμεινε αναξιοποίητη
Καθοριστικός λόγος της εφέσεως είναι η μη αξιολόγηση της ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2020. Σύμφωνα με την εισαγγελική θέση, η έκθεση περιγράφει ένα παιδί με πολύ καλή αντίληψη της πραγματικότητας, με ώριμη για την ηλικία του σκέψη και επαρκή λόγο, χωρίς ενδείξεις ενεργού ψυχοπαθολογίας και χωρίς τάση κατασκευής ιστοριών ή φαντασιώσεων. Πρόκειται, κατά την έφεση, για στοιχείο που μειώνει τις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των καταγγελιών και το οποίο όφειλε να σταθμιστεί.
Το δεύτερο πεδίο τριβής αφορά την ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης της 8ης Νοεμβρίου 2019. Όπως υποστηρίζεται, η πλειοψηφία του δικαστηρίου φέρεται να εκτίμησε ότι η ύπαρξη άθικτου παρθενικού υμένα αποκλείει ακόμη και την παραμικρή διείσδυση, οδηγούμενη έτσι σε αμφισβήτηση της σχετικής καταγγελίας. Η εισαγγελική έφεση απορρίπτει αυτή τη συλλογιστική ως μη ορθή αποδεικτική ανάγνωση, υποστηρίζοντας ότι το συμπέρασμα δεν αντανακλά κατ’ ανάγκη το σύνολο της εικόνας που προέκυψε.
Η απειλή και η κατάθεση που, κατά την έφεση, παραμερίστηκε
Στους λόγους της εφέσεως περιλαμβάνεται και η θέση ότι δεν εκτιμήθηκε καθόλου η κατάθεση της μητέρας, η οποία προσήλθε στο ακροατήριο ως παθούσα στην πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής. Σύμφωνα με την κατηγορία, στις 5 Νοεμβρίου 2019 δέχθηκε απειλή που της προκάλεσε τρόμο, σε ένα περιβάλλον όπου, όπως φέρεται να κατέθεσαν μάρτυρες, τα περιστατικά έντασης ήταν συχνά. Η εισαγγελική πλευρά αντιμετωπίζει το σημείο αυτό ως στοιχείο που έπρεπε να κριθεί αυτοτελώς, ανεξάρτητα από την κύρια δέσμη των καταγγελιών.
Η υπερασπιστική γραμμή και τα σημεία που αμφισβητεί η Εισαγγελία
Η υπεράσπιση, όπως αναπτύχθηκε, στηρίχθηκε σε πλήρη άρνηση. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι η καταγγελία ήταν κατασκευασμένη, με κίνητρο, κατά τον ισχυρισμό του, ένα σχέδιο της αλλοδαπής συντρόφου του να αποχωρήσει στο εξωτερικό μαζί με τα παιδιά, ανάμεσά τους και ο ανήλικος γιος που είχαν αποκτήσει από κοινού. Υποστήριξε επίσης ότι είχε ζητήσει επανειλημμένα να κοιμάται η ανήλικη σε χωριστό κρεβάτι.
Η έφεση επιχειρεί να αποδομήσει την εσωτερική λογική αυτών των ισχυρισμών. Παραθέτει σημεία που, κατά την εισαγγελική εκτίμηση, τους αποδυναμώνουν, μεταξύ των οποίων το ό,τι ο ίδιος ο κατηγορούμενος φέρεται να απάντησε, ύστερα από ερώτηση στο ακροατήριο, ότι ποτέ δεν ζήτησε τη μετακίνηση της ανήλικης σε άλλο υπνοδωμάτιο. Επισημαίνει ακόμη ότι η σύντροφός του παρέμεινε για χρόνια στη χώρα προτού επιστρέψει στην πατρίδα της, στοιχείο που, κατά την εισαγγελική ανάγνωση, αναιρεί τον ισχυρισμό περί προσχεδιασμένης φυγής. Σύμφωνα πάντα με την έφεση, η αποκάλυψη των καταγγελλομένων δεν έγινε απευθείας στη μητέρα, αλλά προηγήθηκε εξομολόγηση της ανήλικης σε συμμαθήτριές της, γεγονός που, κατά την ίδια θέση, δεν συμβαδίζει με την εκδοχή μιας κατασκευασμένης ιστορίας.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













