- Το Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε να μην παραπεμφθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος, καθώς δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής.
- Η υπόθεση αφορούσε καταγγελία βιασμού από 32χρονη αλλοδαπή, η οποία ισχυρίστηκε ότι ο ημεδαπός προέβη σε γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεσή της.
- Η γνωριμία τους ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2023 και η επικοινωνία τους πριν από το επίμαχο βράδυ είχε έντονα ερωτικό χαρακτήρα.
- Οι δύο εκδοχές των γεγονότων διαφέρουν σημαντικά, με την καταγγέλλουσα να υποστηρίζει ότι υπήρξε βιασμός, ενώ ο κατηγορούμενος αρνείται τις κατηγορίες.
• Το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν προέκυψαν οι ελάχιστες απαιτούμενες ενδείξεις ενοχής και αποφάσισε να μην παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος σε δίκη, αίροντας παράλληλα και τους περιοριστικούς όρους που του είχαν επιβληθεί
Με απαλλακτικό βούλευμα ολοκληρώθηκε μια υπόθεση που είχε ξεκινήσει το καλοκαίρι του 2024, όταν 32χρονη τότε αλλοδαπή, ρωσικής καταγωγής και μόνιμη κάτοικος Ελβετίας, κατήγγειλε ημεδαπό για βιασμό. Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού αξιολόγησε το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνται επαρκείς ενδείξεις ώστε ο κατηγορούμενος να οδηγηθεί στο ακροατήριο και αποφάσισε να μην ασκηθεί κατηγορία σε βάρος του.
Η υπόθεση πυροδοτήθηκε από καταγγελία που υπέβαλε η αλλοδαπή κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου 2024. Οπως έγραψε η «δημοκρατική», η γυναίκα υποστήριξε ότι ο τότε 29χρονος ημεδαπός προέβη, χωρίς τη συναίνεσή της, σε γενετήσια πράξη μαζί της σε παραλία της περιοχής. Η αρχική κατάθεση συμπληρώθηκε αυθημερόν με μεταγενέστερη ένορκη κατάθεση, η οποία ελήφθη παρουσία ψυχολόγου.
Ο κατηγορούμενος συνελήφθη στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας. Μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για βιασμό άνευ συναινέσεως και την απολογία του ενώπιον της αρμόδιας ανακρίτριας, αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ήτοι την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και την υποχρέωση εμφάνισης άπαξ μηνιαίως στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του.
Η γνωριμία και η αλληλογραφία πριν από το επίμαχο βράδυ
Από τα στοιχεία προέκυψε ότι η αλλοδαπή είχε επισκεφθεί τον προορισμό για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2023, οπότε και γνώρισε τον ημεδαπό, ο οποίος εργαζόταν σε ξενοδοχείο της περιοχής. Όπως η ίδια ανέφερε, οι δυο τους αντάλλαξαν τα προφίλ τους σε γνωστή διαδικτυακή εφαρμογή και διατήρησαν επικοινωνία, με τον κατηγορούμενο, κατά την κατάθεσή της, να της εκδηλώνει ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους.
Η γυναίκα επέστρεψε στο νησί τον Αύγουστο του 2024. Από τα μηνύματα που είχαν ανταλλάξει προκύπτει ότι του είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να διαμείνει στο ξενοδοχείο όπου εκείνος εργαζόταν, ζητώντας του να της κρατήσει δύο ξεχωριστά δωμάτια. Τελικά κατέλυσε σε άλλο κατάλυμα. Το βράδυ της 8ης Αυγούστου, μέσω της ίδιας εφαρμογής, του ζήτησε να της κάνει κράτηση σε εστιατόριο, και κατόπιν συνεννοήθηκαν να συναντηθούν.
Η επικοινωνία τους εκείνο το βράδυ, όπως καταγράφηκε, είχε έντονα ερωτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την ανταλλαγή μηνυμάτων, η γυναίκα φέρεται να εκδήλωσε ανοιχτά διάθεση προς τον κατηγορούμενο, ενώ ακολούθησε συζήτηση για το πού θα μπορούσαν να συναντηθούν κατ’ ιδίαν. Έπειτα από διάφορες εναλλακτικές, συμφώνησαν τελικά να μεταβούν με αυτοκίνητο σε σημείο κοντά στον χώρο εργασίας του.
Οι δύο εκδοχές για το τι ακολούθησε
Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου ο κατηγορούμενος παρέλαβε τη γυναίκα και κατά τη διαδρομή σταμάτησαν σε παραλία. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι δύο εκδοχές αποκλίνουν.
Η εγκαλούσα υποστήριξε ότι, αφού οι δυο τους συνέχισαν να ανταλλάσσουν φιλιά, αφαίρεσε τα ρούχα της και κολύμπησε, και ότι, καθώς ετοιμαζόταν να ντυθεί, ο κατηγορούμενος την πλησίασε και προέβη σε διείσδυση χωρίς τη συναίνεσή της. Διατείνεται ότι του ζήτησε να σταματήσει, ότι εκείνος επιχείρησε εκ νέου την ίδια πράξη και ότι τελικά τον απώθησε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος της πρόσφερε δωρεάν γεύματα και της ζήτησε επανειλημμένα να μην προχωρήσει σε καταγγελία.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τόσο προανακριτικά όσο και κατά την ανακριτική απολογία του ότι υπήρξε ολοκληρωμένη συνουσία. Υποστήριξε ότι είχε προηγηθεί αμοιβαία ερωτική διάθεση, ότι η γυναίκα προέβη με δική της πρωτοβουλία σε γενετήσιες πράξεις και ότι, όταν εκείνη εκδήλωσε επιφύλαξη, ο ίδιος σταμάτησε, χωρίς να την πιέσει. Ανέφερε ακόμη ότι, κατά την αποχώρησή τους, η γυναίκα τον ηχογράφησε και ότι του είχε δηλώσει πως είναι δικηγόρος και ότι αντίστοιχη πράξη τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών ετών στη χώρα διαμονής της.
Τι έδειξαν οι πραγματογνωμοσύνες
Καθοριστικό ρόλο στην κρίση του συμβουλίου διαδραμάτισαν τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης. Σύμφωνα με την έκθεση, κατά την κλινική εξέταση της γυναίκας δεν διαπιστώθηκαν αποδεικτικά ή υποδηλωτικά σημεία πρόσφατης συνουσίας, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται απολύτως ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Το στοιχείο αυτό, όπως αξιολογήθηκε, συνάδει με την εκδοχή του κατηγορουμένου περί μη ολοκληρωμένης διείσδυσης και αντίκειται στους ισχυρισμούς της εγκαλούσας περί δύο διεισδύσεων.
Στην ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη σημειωνόταν ότι η γυναίκα προέβη σε συνεπή και λεπτομερή περιγραφή του περιστατικού και ότι δεν εντοπίστηκαν ενδείξεις υπερβολής ή επινόησης. Παρά ταύτα, στο σκεπτικό επισημάνθηκε ότι η εγκαλούσα τελούσε σε συναισθηματική φόρτιση, στοιχείο που επιβεβαίωσε και η πραγματογνώμων.
Η αντίφαση στις καταθέσεις
Στο σκεπτικό εντοπίστηκε επίσης αντίφαση ανάμεσα στις διαδοχικές περιγραφές της εγκαλούσας. Ενώ προανακριτικά είχε αναφέρει ότι αφαίρεσε όλα της τα ρούχα και έμεινε γυμνή πριν εισέλθει στη θάλασσα, στο υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον του ανακριτή φέρεται να ανέφερε ότι έβγαλε μόνο το φόρεμά της και κολύμπησε φορώντας το μαγιό της. Η απόκλιση αυτή συνεκτιμήθηκε αρνητικά ως προς την αξιοπιστία της αρχικής εικόνας περί απουσίας ερωτικής διάθεσης.
Η κρίση του Συμβουλίου
Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδείξεων, το δικαστικό συμβούλιο κατέληξε ότι καταλείπονται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη πράξη με δόλο. Όπως αναφέρεται, οι δύο πλευρές είχαν αναπτύξει έντονη ερωτική διάθεση, είχαν συνεννοηθεί να συναντηθούν κατ’ ιδίαν και η γενετήσια συναναστροφή ξεκίνησε με συναίνεση, με τον κατηγορούμενο να εκλαμβάνει ευλόγως ότι η γυναίκα επιθυμούσε τη συνέχισή της. Όταν εκείνη μετέβαλε στάση και τον απώθησε, ο κατηγορούμενος, κατά την κρίση του συμβουλίου, σταμάτησε αποδεχόμενος τη μεταστροφή της.
Με βάση το σκεπτικό αυτό, αποφασίστηκε να μην ασκηθεί κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου και να καταργηθεί η διάταξη με την οποία του είχαν επιβληθεί οι περιοριστικοί όροι. Παράλληλα, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ανέλαβε ο κ. Άκης Δημητριάδης, ο οποίος υποστήριξε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ότι δεν προέκυπταν τα στοιχεία που να δικαιολογούν την παραπομπή του εντολέα του σε δίκη.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














