ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάποτε στον Αι Νικόλα…Το βιβλίο του δικηγόρου Μανώλη Κουτσούκου

Νατάσα Παμπρή
3 λεπτά ανάγνωση

Ανάμεσα στους πλέον δια­κε­κρι­μέ­νους ποι­νι­κο­λό­γους της χώρας συγκα­τα­λέ­γε­ται ο Μανώλης Κου­τσού­κος.

Ένας άνθρω­πος χαρι­σμα­τι­κός, ένας εξαί­ρε­τος νομικός, ένας φλο­γε­ρός Ροδίτης, που με κόπο, αφο­σί­ωση και αδιά­κοπη προ­σπά­θεια διέ­γραψε μια λαμπρή πορεία, φτά­νο­ντας επάξια στην κορυφή της ελλη­νι­κής νομικής κοι­νό­τη­τας.

του δημο­σιο­γρά­φου Τέρη Χατζη­ιω­άν­νου

Το όνομά του ακού­στηκε πολλές φορές σε εκλο­γι­κές ανα­με­τρή­σεις.

Πολλοί πίστε­ψαν πως η πολι­τική θα απο­τε­λούσε τον επόμενο σταθμό της δια­δρο­μής του.

Εκείνος όμως δεν πεί­στηκε να ακο­λου­θή­σει αυτόν τον δρόμο.

Επέλεξε να παρα­μεί­νει εκεί όπου η φωνή του είχε τη μεγα­λύ­τερη αξία: στις δικα­στι­κές αίθου­σες.

Εκεί όπου οι αγο­ρεύ­σεις του άφησαν ανε­ξί­τηλο απο­τύ­πωμα και ο λόγος του φώτισε τον χώρο της Δικαιο­σύ­νης.

Γιατί εκεί, περισ­σό­τερο από οπου­δή­ποτε αλλού, η κοι­νω­νία έχει ανάγκη από φως.

Το φως της Δημο­κρα­τίας.

Το φως της αλή­θειας.

Ο Μανώλης της Φανής.

Όσο ψηλά κι αν έφτασε, όσες δια­κρί­σεις κι αν γνώρισε, δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες του.

Δεν λησμό­νησε τα χρόνια που έζησε στο μαράσι του Αι Νικόλα, τα σοκάκια που περ­πά­τησε, τα πρόσωπα που σημά­δε­ψαν τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, τους ανθρώ­πους που απο­τέ­λε­σαν το πρώτο και πιο πολύ­τιμο σχολείο της ζωής του.

Και όπως ο ίδιος τονίζει με ιδιαί­τερη έμφαση στο βιβλίο του, θεωρεί χρέος και ηθική υπο­χρέ­ωση αυτή την ανα­δρομή.

Μια επι­στροφή στις μνήμες, στους ανθρώ­πους και στις αξίες που τον δια­μόρ­φω­σαν.

Ο Μανώλης Κου­τσού­κος είναι από εκεί­νους τους ανθρώ­πους που κερ­δί­ζουν τον σεβασμό όχι μόνο για την επι­στη­μο­νική τους επάρ­κεια, αλλά και για το ήθος τους.

Καλή πάστα ανθρώ­που, αγα­πη­τός φίλος, σμι­λε­μέ­νος από τον μόχθο και τον κάματο των ανθρώ­πων του μερο­κά­μα­του, κουβαλά μέσα του την αυθε­ντι­κό­τητα και την ανθρω­πιά της γει­το­νιάς που τον γέννησε.

Η δύσκολη περί­ο­δος της παν­δη­μίας του κορω­νοϊού, του έκρυβε μια απρό­σμενη ευκαι­ρία.

Του χάρισε τον πολύ­τιμο χρόνο να ανα­με­τρη­θεί με τις μνήμες του, να ξεφυλ­λί­σει το χθες και να συγκε­ντρώ­σει τις θύμησες που φύλαγε βαθιά στην καρδιά του.

Να ζωντα­νέ­ψει ξανά τις μορφές και τις φυσιο­γνω­μίες της αγα­πη­μέ­νης του συνοι­κίας, από τον Αη Νικόλα έως τα Πανω­γιαν­νιά, ανθρώ­πους απλούς αλλά σπου­δαί­ους, που άφησαν το δικό τους ανε­ξί­τηλο απο­τύ­πωμα στον χρόνο.

Οι γνώσεις του τον έχουν κατα­τά­ξει στο πάνθεον της νομικής επι­στή­μης.

Η συμπε­ρι­φορά του όμως παρα­μέ­νει απλή, ταπεινή και ανθρώ­πινη, απο­δει­κνύ­ο­ντας ότι το πραγ­μα­τικό μεγα­λείο δεν βρί­σκε­ται μόνο στην κατα­ξί­ωση, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρω­πος παρα­μέ­νει πιστός στις αξίες και στις κατα­βο­λές του.

Στο οπι­σθό­φυλλο του βιβλίου του (το οποίο θα παρου­σια­στεί το Σάββατο 6 Ιουνίου, στις 19:00, στο Πνευ­μα­τικό Κέντρο της εκκλη­σίας του Αγίου Νικο­λάου, από τους εκλε­κτούς πνευ­μα­τι­κούς ανθρώ­πους Κ. Σκαν­δα­λίδη, Γ. Ζαχα­ριάδη και Θ. Καρα­να­στάση) ανα­φέ­ρει:

« Άι Νικόλας. Η συνοι­κία που στέ­κε­ται εκεί από τα χρόνια της οθω­μα­νι­κής κυριαρ­χίας και απο­τε­λούσε έναν από τους οικι­στι­κούς πυρήνες έξω από το Κάστρο, όπου έμεναν Έλληνες μερο­κα­μα­τιά­ρη­δες, φτωχοί κι ανή­μπο­ροι, με την εκκλη­σία στο πλάι τους, τον προ­στάτη των ναυ­τι­κών, τον Άι Νικόλα, που τον έχτισαν ανθρω­πά­κια του Θεού το 1759, γεν­νη­μένα στη σκλαβιά, δίνο­ντάς του την αρχι­τε­κτο­νική μορφή της σταυ­ρο­θο­λια­κής βασι­λι­κής, για να ’χουν ένα απο­κού­μπι στις δυσκο­λίες της πέτρι­νης ζωής τους, διη­γώ­ντας τους μόχθους και τα βάσανα της σκληρής καθη­με­ρι­νό­τη­τάς τους.

Άι Νικόλας. Μια γει­το­νιά ανθρώ­πινη, γεμάτη με τη ζωή φτωχών και τίμιων ανθρώ­πων του μερο­κά­μα­του, που ζούσαν ευτυ­χι­σμέ­νοι με τη φτώχεια τους και την αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλο, πράγμα σπάνιο στη σημε­ρινή ηλε­κτρο­νική και απρό­σωπη εποχή. Τότε που η καλη­μέρα, οι απο­σπε­ρί­δες, οι όμορφες παρέες, οι φιλίες, το μπα­κά­λικο, το φουρ­νά­ρικο, το τσα­γκα­ρά­δικο, το ποδη­λα­τά­δικο, η ταβερ­νούλα, το θερινό σινεμά ήταν ανα­πό­σπα­στα κομ­μά­τια της καθη­με­ρι­νό­τη­τας των ανθρώ­πων στις δεκα­ε­τίες του ’50 και του ’60. Τότε που η κοι­νω­νική συνοχή και η ανθρώ­πινη αλλη­λεγ­γύη είχαν ρόλο πρω­τα­γω­νι­στικό και καθο­ρι­στικό στην καθη­με­ρινή βιοπάλη. Τότε που τα σπίτια ήταν το πολύ διώροφα, τα πιο πολλά με πατελιά και τα μόνα που ξεχώ­ρι­ζαν ήταν τρία διώροφα αρχο­ντικά φτιαγ­μένα με την τέχνη της υψηλής αρχι­τε­κτο­νι­κής με τερά­στιους κήπους με πορ­το­κα­λιές και λεμο­νιές, που απο­τε­λού­σαν την «παρα­φω­νία» της λαϊκής αυτής γει­το­νιάς και ανήκαν σε από­γο­νους της οικο­γέ­νειας των ευερ­γε­τών Βενε­το­κλέων και Καζούλ­λη­δων, στον Όμηρο Δημη­τριάδη και τον Ευρι­πίδη Για­ρου­φαλή.

Τότε στον Άι Νικόλα του ’50 και του ’60 με τα εργα­τικά σπίτια, μα προ­πα­ντός με τη μυρωδιά της ανθρω­πιάς των νοι­κο­κυ­ραίων της».

Καλο­τά­ξιδο, αγαπητέ φίλε Μανώλη!!!

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.