Ανάμεσα στους πλέον διακεκριμένους ποινικολόγους της χώρας συγκαταλέγεται ο Μανώλης Κουτσούκος.
Ένας άνθρωπος χαρισματικός, ένας εξαίρετος νομικός, ένας φλογερός Ροδίτης, που με κόπο, αφοσίωση και αδιάκοπη προσπάθεια διέγραψε μια λαμπρή πορεία, φτάνοντας επάξια στην κορυφή της ελληνικής νομικής κοινότητας.
του δημοσιογράφου Τέρη Χατζηιωάννου
Το όνομά του ακούστηκε πολλές φορές σε εκλογικές αναμετρήσεις.
Πολλοί πίστεψαν πως η πολιτική θα αποτελούσε τον επόμενο σταθμό της διαδρομής του.
Εκείνος όμως δεν πείστηκε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο.
Επέλεξε να παραμείνει εκεί όπου η φωνή του είχε τη μεγαλύτερη αξία: στις δικαστικές αίθουσες.
Εκεί όπου οι αγορεύσεις του άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα και ο λόγος του φώτισε τον χώρο της Δικαιοσύνης.
Γιατί εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η κοινωνία έχει ανάγκη από φως.
Το φως της Δημοκρατίας.
Το φως της αλήθειας.
Ο Μανώλης της Φανής.
Όσο ψηλά κι αν έφτασε, όσες διακρίσεις κι αν γνώρισε, δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες του.
Δεν λησμόνησε τα χρόνια που έζησε στο μαράσι του Αι Νικόλα, τα σοκάκια που περπάτησε, τα πρόσωπα που σημάδεψαν τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, τους ανθρώπους που αποτέλεσαν το πρώτο και πιο πολύτιμο σχολείο της ζωής του.
Και όπως ο ίδιος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση στο βιβλίο του, θεωρεί χρέος και ηθική υποχρέωση αυτή την αναδρομή.
Μια επιστροφή στις μνήμες, στους ανθρώπους και στις αξίες που τον διαμόρφωσαν.
Ο Μανώλης Κουτσούκος είναι από εκείνους τους ανθρώπους που κερδίζουν τον σεβασμό όχι μόνο για την επιστημονική τους επάρκεια, αλλά και για το ήθος τους.
Καλή πάστα ανθρώπου, αγαπητός φίλος, σμιλεμένος από τον μόχθο και τον κάματο των ανθρώπων του μεροκάματου, κουβαλά μέσα του την αυθεντικότητα και την ανθρωπιά της γειτονιάς που τον γέννησε.
Η δύσκολη περίοδος της πανδημίας του κορωνοϊού, του έκρυβε μια απρόσμενη ευκαιρία.
Του χάρισε τον πολύτιμο χρόνο να αναμετρηθεί με τις μνήμες του, να ξεφυλλίσει το χθες και να συγκεντρώσει τις θύμησες που φύλαγε βαθιά στην καρδιά του.
Να ζωντανέψει ξανά τις μορφές και τις φυσιογνωμίες της αγαπημένης του συνοικίας, από τον Αη Νικόλα έως τα Πανωγιαννιά, ανθρώπους απλούς αλλά σπουδαίους, που άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο αποτύπωμα στον χρόνο.
Οι γνώσεις του τον έχουν κατατάξει στο πάνθεον της νομικής επιστήμης.
Η συμπεριφορά του όμως παραμένει απλή, ταπεινή και ανθρώπινη, αποδεικνύοντας ότι το πραγματικό μεγαλείο δεν βρίσκεται μόνο στην καταξίωση, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος παραμένει πιστός στις αξίες και στις καταβολές του.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του (το οποίο θα παρουσιαστεί το Σάββατο 6 Ιουνίου, στις 19:00, στο Πνευματικό Κέντρο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, από τους εκλεκτούς πνευματικούς ανθρώπους Κ. Σκανδαλίδη, Γ. Ζαχαριάδη και Θ. Καραναστάση) αναφέρει:
« Άι Νικόλας. Η συνοικία που στέκεται εκεί από τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας και αποτελούσε έναν από τους οικιστικούς πυρήνες έξω από το Κάστρο, όπου έμεναν Έλληνες μεροκαματιάρηδες, φτωχοί κι ανήμποροι, με την εκκλησία στο πλάι τους, τον προστάτη των ναυτικών, τον Άι Νικόλα, που τον έχτισαν ανθρωπάκια του Θεού το 1759, γεννημένα στη σκλαβιά, δίνοντάς του την αρχιτεκτονική μορφή της σταυροθολιακής βασιλικής, για να ’χουν ένα αποκούμπι στις δυσκολίες της πέτρινης ζωής τους, διηγώντας τους μόχθους και τα βάσανα της σκληρής καθημερινότητάς τους.
Άι Νικόλας. Μια γειτονιά ανθρώπινη, γεμάτη με τη ζωή φτωχών και τίμιων ανθρώπων του μεροκάματου, που ζούσαν ευτυχισμένοι με τη φτώχεια τους και την αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλο, πράγμα σπάνιο στη σημερινή ηλεκτρονική και απρόσωπη εποχή. Τότε που η καλημέρα, οι αποσπερίδες, οι όμορφες παρέες, οι φιλίες, το μπακάλικο, το φουρνάρικο, το τσαγκαράδικο, το ποδηλατάδικο, η ταβερνούλα, το θερινό σινεμά ήταν αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινότητας των ανθρώπων στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Τότε που η κοινωνική συνοχή και η ανθρώπινη αλληλεγγύη είχαν ρόλο πρωταγωνιστικό και καθοριστικό στην καθημερινή βιοπάλη. Τότε που τα σπίτια ήταν το πολύ διώροφα, τα πιο πολλά με πατελιά και τα μόνα που ξεχώριζαν ήταν τρία διώροφα αρχοντικά φτιαγμένα με την τέχνη της υψηλής αρχιτεκτονικής με τεράστιους κήπους με πορτοκαλιές και λεμονιές, που αποτελούσαν την «παραφωνία» της λαϊκής αυτής γειτονιάς και ανήκαν σε απόγονους της οικογένειας των ευεργετών Βενετοκλέων και Καζούλληδων, στον Όμηρο Δημητριάδη και τον Ευριπίδη Γιαρουφαλή.
Τότε στον Άι Νικόλα του ’50 και του ’60 με τα εργατικά σπίτια, μα προπαντός με τη μυρωδιά της ανθρωπιάς των νοικοκυραίων της».
Καλοτάξιδο, αγαπητέ φίλε Μανώλη!!!
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














