- Ο τζίρος στην εστίαση στην Ελλάδα υποχωρεί για πρώτη φορά από το 2020, με τους Έλληνες και τους τουρίστες να περιορίζουν τις επισκέψεις τους σε εστιατόρια και καφέ.
- Τα έσοδα της εστίασης μειώθηκαν κατά 3,4% το 2025 και η πτώση συνεχίζεται και το 2026, με επιπλέον μείωση 1,9% στο πρώτο τρίμηνο του έτους.
- Παρά την αρχική γρήγορη ανάκαμψη του τζίρου μετά την πανδημία, πολλοί παράγοντες της αγοράς αμφισβητούν την πραγματική αύξηση, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα έσοδα δεν καταγράφονταν προηγουμένως.
- Η αύξηση του κόστους σίτισης και η έλλειψη διαθέσιμου εισοδήματος επηρεάζουν αρνητικά την κατανάλωση, με τον δείκτη τιμών στην εστίαση να έχει αυξηθεί κατά 36% από το 2020.
Υποχωρεί για πρώτη φορά από το 2020 ο τζίρος στην εστίαση. Οι Έλληνες, αλλά και οι τουρίστες που επισκέπτονται τη χώρα μας, φαίνεται να περιορίζουν τις επισκέψεις σε καφέ, ταβερνάκια και εστιατόρια. Και, όπως αναφέρουν οι άνθρωποι της αγοράς, πλέον τα καταστήματα εστίασης λειτουργούν μόνον τρεις ημέρες την εβδομάδα με κόσμο, Παρασκευή βράδυ, Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι. Τις υπόλοιπες τα σημεία εστίασης είναι άδεια, αλλά τα έξοδα των επιχειρήσεων τους τρέχουν.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τα έσοδα της εστίασης το 2025 μειώθηκαν κατά 3,4% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η μείωση δε αυτή φαίνεται να συνεχίζεται και μέσα στο 2026, καθώς στο α’ τρίμηνο του έτους υπήρξε περαιτέρω πτώση του τζίρου της εστίασης κατά 1,9%.
Η ΕΛΣΤΑΤ, που ξεκίνησε να μετρά τον τζίρο της εστίασης λίγο μετά την έναρξη της πανδημικής κρίσης, αναφέρει ότι το 2020 ο τζίρος της εστίασης στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 28% σε σχέση με το 2019. Ωστόσο, ανέκαμψε πολύ γρήγορα και από 6,2 δισ. ευρώ το 2019, το 2024 έφτασε τα 11,1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια θεματική πορεία της αγοράς, που μέσα σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια σχεδόν διπλασιάστηκε.
Παράγοντες της αγοράς ωστόσο αμφισβητούν τη θεαματική αυτή αύξηση του τζίρου της εστίασης. Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ήταν κυρίως η εφαρμογή των POS που εμφάνισε μεγάλο μέρος του τζίρου, που υπήρχε μεν στον παρελθόν, αλλά δεν φαινόταν, καθώς υπήρχε μεγάλο μέρος που φοροδιέφευγε. Αναπόφευκτα, κάποιοι σήμερα πληρώνουν φόρους, ενώ πριν δεν πλήρωναν.
Αλλά και η αγορά τα τελευταία χρόνια διευρύνθηκε πολύ, καθώς αυξήθηκε σημαντικά η κατανάλωση στη χώρα μας. Μάλιστα, αυτό οδήγησε σε άνοιγμα πολλών καταστημάτων που σήμερα υπολειτουργούν.
Στην πληθώρα αυτή καταστημάτων εστίασης, ειδικά στον χώρο του καφέ, αναφέρεται ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδία Εστιατορικών & Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ), Γιώργος Καββαθάς. «Την τελευταία 15ετία βλέπουμε ένα υπερ-επαγγελματισμό στα café, γιατί κάποιοι θεωρούν ότι η καφεστίαση είναι μια εύκολη δραστηριότητα που αποφέρει γρήγορα λεφτά. Κάποιοι είναι βαθιά νυχτωμένοι…», λέει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της ΠΟΕΣΕ.
Οι πιο πολλοί από αυτούς είναι ζήτημα αν θα επιβιώσουν 6 ή 12 μήνες. Και δεν είναι μόνον ότι κλείνουν πολύ γρήγορα τις επιχειρήσεις τους, αλλά ότι αφήνουν «φέσια» στην αγορά, καταστρέφοντας και τις καλές επιχειρήσεις, είτε είναι προμηθευτές τους είτε ανταγωνιστές τους.
Η κακή κατάσταση αποδίδεται και σε άλλους παράγοντες. Κυρίως στην απουσία διαθέσιμου εισοδήματος από τους Έλληνες πολίτες, αλλά και στην αλλαγή μοντέλου λειτουργίας της αγοράς. Όσον αφορά το εισόδημα, είναι προφανές ότι το κόστος σίτισης σε καταστήματα τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί δραματικά, χωρίς να έχει υπάρξει αντίστοιχη μισθοδοτική βελτίωση.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην κατηγορία της «εστίασης & φιλοξενίας» έχει αυξηθεί κατά 36% σε σχέση με το 2020 – πρακτικά από το καλοκαίρι του 2021, που άρχισαν να εμφανίζονται τα πληθωριστικά φαινόμενα στη χώρα μας. Μάλιστα, η παροχή υπηρεσιών «φιλοξενίας και εστίασης» είναι ο κλάδος που τους τελευταίους μήνες παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση, πάνω από 5%.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΣΕ, κ. Καββαθά, μόνο τη διετία 2024-25 υπήρξε αύξηση του κόστος παροχής των σχετικών υπηρεσιών 15% έως 20%. Ωστόσο, όπως σημειώνει, η αύξηση αυτή υπολείπεται της αύξησης του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων του κλάδου η οποία την ίδια περίοδο ξεπέρασε το 40%. Πρόκειται γι’ αυξήσεις κόστους εργασίας (μισθοδοσία), ενοικίων, ηλεκτρικής ενέργειας και κυρίως αυξήσεις τιμών στα υλικά παραγωγής των γευμάτων.
«Αυξήσαμε τις τιμές μόνον στο 50% της αύξησης του λειτουργικού κόστος», παραδέχεται ο πρόεδρος της ΠΟΕΣΕ, παραδεχόμενος από την άλλη πλευρά τις δυσκολίες των καταναλωτών. Ο ίδιος άλλωστε θυμίζει τη ρήση του προκατόχου του στην ΠΟΕΣΕ, Γιάννη Τσάκου, ο οποίος έλεγε ότι «αυξήσεις σε άδεια τραπέζια δεν γίνονται».
Τώρα η ελπίδα των παραγόντων της αγοράς για ανάκαμψη βασίζεται στον εισερχόμενο τουρισμό. Η αισιοδοξία αυτή πηγάζει αφενός μεν από το ότι οι εισερχόμενος τουρισμός αναμένεται ν’ αυξηθεί σημαντικά φέτος, αφετέρου ότι θα επεκταθεί περαιτέρω η τουριστική περίοδος.
Όσον αφορά τους τουρίστες, φέτος αναμένονται 3 εκατ. περισσότεροι από πέρυσι. Ο αριθμός των αφίξεων εκτιμάται ότι θα πλησιάσει τα 41 εκατομμύρια, από 38 εκατομμύρια που ήταν οι αφίξεις το 2025. Επίσης, σύμφωνα με την Alpha Bank, οι τουρίστες φέτος αναμένεται να ξοδέψουν 3 δισ. ευρώ περισσότερα στη χώρα μας από πέρυσι. Συγκεκριμένα, οι τουριστικές εισπράξεις αναμένεται να φτάσουν στα 26,4 δισ. ευρώ 23,6 δισ. ευρώ πέρυσι.
Πρόκειται για μια μεγάλη αύξηση -μεγαλύτερη εκείνης του 2025 έναντι του 2024- η οποία ωθείται και από τις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή. Όπως η Αραβική Άνοιξη την περασμένη δεκαετία έδωσε ώθηση στον ελληνικό τουρισμό, έτσι και η κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να δώσει επιπλέον ώθηση. Αρκεί βεβαίως να μην υπάρξουν άλλα προβλήματα γεωπολιτικών αναταραχών.
Ήδη τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, κάνουν λόγο για ετήσια αύξηση στο α’ τετράμηνο του έτους των τουριστικών εισπράξεων κατά 36% και αντίστοιχη αύξηση 37% του αριθμού των αφίξεων ξένων τουριστών. Οι αυξήσεις αυτές δεν αναμένεται να συνεχιστούν σε ολόκληρο το έτος, αλλά δείχνουν το εξίσου ενθαρρυντικό ότι οι ξένοι τουρίστες πλέον δεν συνωστίζονται στην Ελλάδα τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες, αλλά απλώνονται σε όλη τη διάρκεια του έτους.
Στην αγορά αυτήν πιστεύει και ο κ. Καββαθάς. Ο ίδιος αναφέρει ότι το α’ εξάμηνο του 2025 είχε ξεκινήσει με υποχώρηση του τζίρου κατά 6%, αλλά στο β’ εξάμηνο η πτώση μετριάστηκε και τελικά διαμορφώθηκε στο 3,4% για όλη τη χρονιά. Αυτό εκτιμά ότι θα συμβεί και φέτος, με δεδομένο μάλιστα ότι φέτος η πτώση στο α’ εξάμηνο είναι μικρότερη εκείνης του α’ εξαμήνου 2025.

Σούπερ μάρκετ
Τέλος, υπάρχει ένα τρίτος παράγοντας που επαναδιαμορφώνει τον χάρτη της εστίασης και αυτός δεν είναι άλλος από την εισβολή των επιχειρήσεων διάθεσης ετοίμων γευμάτων και κυρίως των επιχειρήσεων supermarket που πλέον έχουν κάνει καθημερινή πρακτική τη πώληση φθηνών γευμάτων. Καθώς μάλιστα το διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται, η εναλλακτική λύση των ετοίμων γευμάτων καθίσταται αρκετά ελκυστική για τους καταναλωτές.
Τη διατροφική αυτή συμπεριφορά πλέον υιοθετούν και οι εισερχόμενοι τουρίστες που διαμένουν πλέον σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης τα οποία κατά κανόνα διαθέτουν και κουζίνα και τραπεζαρία. Και, όπως αναφέρουν οι άνθρωποι της εστίασης, όσο το διαθέσιμο εισόδημα θα περιορίζεται, τα εστιατόρια και τα ταβερνάκια θα συνεχίζουν να στενάζουν, ενώ οι αλυσίδες φαγητού και κυρίως εκείνοι που ετοιμάζουν γεύματα σε προσιτή τιμή για τους καταναλωτές θα κάνουν χρυσές δουλειές.
Η ΠΟΕΣΕ έχει θέσει πακέτο τεσσάρων μέτρων για την επιβίωση των επιχειρήσεων του κλάδου με επιστολή της στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Το πρώτο μέτρο είναι η εφαρμογή του ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση 13% ή και λιγότερο. Σημειώνεται ότι το φαγητό που αγοράζεται και καταναλώνεται εντός καταστήματος εστίασης, έχει ΦΠΑ 24% ενώ το φαγητό που αγοράζεται και καταναλώνεται εκτός καταστήματος 13%.
Το δεύτερο μέτρο αφορά την κατάργηση του τέλους παρεπιδημούντων από το φαγητό που παραγγέλλεται ηλεκτρονικά ή και τηλεφωνικά και παραδίδεται στον τόπο του καταναλωτή. Το τέλος αυτό ανέρχεται σε 0,75% επί της αξίας της απόδειξης και αναφέρεται ως τέλος, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας δημοτικός φόρος. Η ΠΟΕΣΕ ζητεί αυτός ο φόρος να μην ισχύσει στο φαγητό που παραδίδεται στον χώρο του καταναλωτή, καθώς δεν συνδέεται με τη χρήση δημοτικών υποδομών. Προσθέτει δε ότι το 0,75% επί των ακαθαρίστων εσόδων φτάνει ν’ αντιστοιχεί στο 6% έως 7% των κερδών της επιχείρησης.
Το τρίτο μέτρο είναι η κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ που ανέρχεται σε 5 ευρώ το κιλό -ένα μνημονιακό μέτρο όπως το χαρακτηρίζει η ΠΟΕΣΕ- και τέλος η κατάργηση ασφαλιστικών εισφορών στις προσαυξήσεις Κυριακών, αργιών και νυχτερινής εργασίας.
Όσον αφορά το τελευταίο, όπως σημειώνει η ΠΟΕΣΕ, η πρόσφατη ασφαλιστική μεταρρύθμιση αναγνώρισε ότι οι προσαυξήσεις αποδοχών δεν πρέπει να επιβαρύνονται με πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμοστεί για όλες τις συμβάσεις, πλήρους, μερικής ή ορισμένου χρόνου, καθώς στην εστίαση η εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες, τις νυχτερινές ώρες δεν αποτελεί έκτακτο φαινόμενο, αλλά βασικό χαρακτηριστικό λειτουργίας της εστίασης.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Απογευματινή»
Πηγή: powergame.gr
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε




.gif)
















