Ρεπορτάζ

Το Πρωτοδικείο Ρόδου ακύρωσε κατάσχεση και «πάγωσε» πλειστηριασμό ακινήτου δανειολήπτη

πλειστηριασμοί
Σύνοψη
  • Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση και την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κατά δανειολήπτη, κρίνοντας ότι η εταιρεία διαχείρισης δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να επισπεύσει την εκτέλεση.
  • Η απόφαση ματαίωσε τον προγραμματισμένο ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ακινήτου του δανειολήπτη, ο οποίος είχε προγραμματιστεί για τις 24 Ιουλίου 2026.
  • Η αναγκαστική εκτέλεση είχε ξεκινήσει με διαταγή πληρωμής του 2015 και η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων δεν απέδειξε τη νομιμοποίησή της, καθώς δεν είχε δημοσιεύσει το ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων.
  • Το δικαστήριο τόνισε ότι η μη τήρηση των νομικών απαιτήσεων για τη διαχείριση απαιτήσεων καθιστά την εκτέλεση άκυρη, προστατεύοντας τα δικαιώματα του δανειολήπτη.

• Με την υπ’ αριθμ. 455/2026 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου έκανε δεκτή ανακοπή ημεδαπού δανειολήπτη και ακύρωσε τόσο την επιταγή προς εκτέλεση όσο και την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, κρίνοντας ότι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων δεν απέδειξε ότι νομιμοποιούνταν να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του

Σημαντική δικαστική απόφαση, με προεκτάσεις που ξεπερνούν τα όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης, εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
Με την υπ’ αριθμ. 455/2026 απόφασή του το δικαστήριο ακύρωσε τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαν στραφεί κατά ημεδαπού δανειολήπτη, κατοίκου Ρόδου, με αποτέλεσμα να ματαιώνεται ο ηλεκτρονικός δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου του, ο οποίος είχε προσδιοριστεί για τις 24 Ιουλίου 2026.
Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του δανειολήπτη είχε ξεκινήσει με βάση διαταγή πληρωμής που είχε εκδοθεί το 2015 από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στις 4 Απριλίου 2025 του κοινοποιήθηκε επιταγή προς εκτέλεση και ακολούθησε, στις 12 Δεκεμβρίου 2025, η επίδοση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του, δυνάμει της οποίας επισπευδόταν ο πλειστηριασμός. Την εκτέλεση επέσπευδε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία είχε ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας, ειδικής διαδόχου των απαιτήσεων συστημικής τράπεζας, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων και τιτλοποίησης.
Ο δανειολήπτης αντέδρασε ασκώντας ανακοπή, η οποία επιδόθηκε στην αντίδικη πλευρά στις 15 Ιανουαρίου 2026, εντός της νόμιμης προθεσμίας των 45 ημερών από την κατάσχεση. Με την ανακοπή του ζητούσε την ακύρωση τόσο της επιταγής προς εκτέλεση όσο και της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης. Στο δικαστήριο τον εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του, η κ. Ευανθία Μπόνη.
Η δικαστική κρίση επικεντρώθηκε στον δεύτερο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων υποστήριζε ότι η εταιρεία διαχείρισης δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του. Όπως προκύπτει από την απόφαση, κατά την κοινοποίηση της επιταγής προς εκτέλεση είχε μεν συγκοινοποιηθεί το ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων του Νοεμβρίου 2022, δεν προέκυπτε ωστόσο δημοσίευση περίληψής του στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, όπως απαιτεί ο νόμος. Κατά συνέπεια, δεν είχε συγκοινοποιηθεί στον οφειλέτη το απόσπασμα της δημοσίευσης που θα αποδείκνυε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είχε πράγματι το δικαίωμα να εισπράξει την απαίτηση, ακόμη και αναγκαστικά.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η παράλειψη αυτή συνιστά μη τήρηση του νόμιμου συστατικού τύπου ως προς το ελάχιστο ουσιώδες περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης. Όπως σημειώνεται στο σκεπτικό, μολονότι η μεταβίβαση της ένδικης απαίτησης έγινε λόγω τιτλοποίησης με βάση τον Ν. 3156/2003, η εταιρεία διαχείρισης, ως εταιρεία συσταθείσα κατά τον Ν. 4354/2015, όφειλε, προκειμένου να έχει τη δικονομική δυνατότητα να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, να πληροί το σύνολο των προϋποθέσεων του σχετικού άρθρου του νόμου αυτού, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιότητας της σύμβασης διαχείρισης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά της απόφασης στην ασφάλεια δικαίου και στην ασφάλεια των συναλλαγών. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο δανειολήπτης πρέπει να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τόσο το πρόσωπο του δανειστή της απαίτησης όσο και το πρόσωπο του εγκατεστημένου στην Ελλάδα διαχειριστή που δύναται να την εισπράξει, ακόμη και αναγκαστικά, πληροφορία που χαρακτηρίζεται εξίσου ή και περισσότερο σημαντική. Εφόσον η εκ του νόμου προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν καλύφθηκε, η σύμβαση διαχείρισης κρίθηκε ότι πάσχει απόλυτης ακυρότητας, με αποτέλεσμα η κοινοποίησή της στον οφειλέτη να μην αρκεί για να αποδειχθεί η ενεργητική νομιμοποίηση της εταιρείας προς επίσπευση της εκτέλεσης.
Με το σκεπτικό αυτό, το δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, χωρίς να χρειαστεί να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους της, οι οποίοι κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Ακύρωσε την από 4 Απριλίου 2025 επιταγή προς εκτέλεση και την από 12 Δεκεμβρίου 2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και καταδίκασε την εταιρεία διαχείρισης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος, τα οποία όρισε στο ποσό των 700 ευρώ.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.