- Στο νέο φορολογικό και αναπτυξιακό πακέτο, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα ωφεληθούν από τη μείωση της προκαταβολής φόρου και την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος.
- Η κυβέρνηση σχεδιάζει πολυετή μέτρα που θα ενεργοποιούνται σταδιακά, με στόχο τη στήριξη της μεσαίας τάξης και την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
- Ο δημοσιονομικός χώρος για το 2027 εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει ή να ξεπεράσει τα 2 δισ. ευρώ, με τον πρωθυπουργό να τονίζει ότι θα μοιραστούν οι διαθέσιμοι πόροι.
- Η αύξηση των τιμών ενέργειας αναγκάζει την κυβέρνηση να εξετάσει νέες παρεμβάσεις στήριξης, όπως επιδοτήσεις στο πετρέλαιο κίνησης και ελαφρύνσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
• Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με μείωση της προκαταβολής φόρου, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και νέο κύκλο ελαφρύνσεων στις ασφαλιστικές εισφορές. Παράλληλα εξετάζονται αύξηση του κατώτατου μισθού και του ετήσιου επιδόματος των συνταξιούχων, μαζί με νέα εργαλεία για τη στεγαστική κρίση
Η αντίστροφη μέτρηση για το μεγάλο φορολογικό και αναπτυξιακό πακέτο έχει ήδη ξεκινήσει. Το σχέδιο που θα ανακοινωθεί από το βήμα της ΔΕΘ δεν αφορά μεμονωμένες παρεμβάσεις για το επόμενο έτος αλλά συγκροτεί, όπως προκύπτει από τον κυβερνητικό σχεδιασμό, τον βασικό κορμό της οικονομικής πολιτικής έως το 2030. Πρόκειται για ένα πολυετές πλέγμα μέτρων που συνδυάζει φοροελαφρύνσεις, αυξήσεις εισοδημάτων και στοχευμένες κινήσεις για την ακρίβεια και τη στέγη, με τις παρεμβάσεις να ενεργοποιούνται σταδιακά, ανάλογα με τα δημοσιονομικά περιθώρια και την πορεία της οικονομίας. Η μέθοδος αυτή δεν είναι τυχαία. Η κατανομή του κόστους σε περισσότερους κρατικούς προϋπολογισμούς επιτρέπει την εφαρμογή των μέτρων χωρίς να διαταράσσονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Ο δημοσιονομικός χώρος και το εύρος των παρεμβάσεων
Το μέγεθος του πακέτου για το 2027 παραμένει το κρίσιμο άγνωστο. Με τα σημερινά δεδομένα ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος υπολογίζεται στα επίπεδα των 1,2 έως 1,4 δισ. ευρώ, δεν αποκλείεται όμως να διαμορφωθεί τελικά υψηλότερα και, σύμφωνα με πληροφορίες, να πλησιάσει ή και να ξεπεράσει τα 2 δισ. ευρώ. Ο πρωθυπουργός, σε τηλεοπτική του συνέντευξη, άφησε σαφή αιχμή για το ύψος των παροχών, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση θα μοιράσει «μέχρι και το τελευταίο ευρώ από αυτά που έχουμε στη διάθεσή μας». Στην ίδια συνέντευξη ξεκαθάρισε ότι δεν θα υποσχεθεί πράγματα τα οποία γνωρίζει ότι δεν θα υλοποιηθούν, τοποθετώντας τη συζήτηση στο πεδίο των πραγματικών αντοχών της οικονομίας.
Μιλώντας στην κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, έδωσε και το στίγμα των ανακοινώσεων, αναφέροντας ότι θα αφορούν «πρωτίστως τη στήριξη της μεσαίας τάξης, με ιδιαίτερη έμφαση αυτή τη φορά στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους μικρομεσαίους». Πέρα από αυτές τις δύο ομάδες, στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκονται και οι συνταξιούχοι, οι ιδιοκτήτες ακινήτων και τα νοικοκυριά που εξακολουθούν να πιέζονται από την ακρίβεια.
Η ενέργεια επιστρέφει στο τραπέζι
Το νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια ανατρέπει εν μέρει τον προγραμματισμό. Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου στα επίπεδα των 100 δολαρίων το βαρέλι, σε συνδυασμό με την πορεία του φυσικού αερίου, οδηγεί το οικονομικό επιτελείο στην εξέταση νέων παρεμβάσεων στήριξης. Κατά πληροφορίες, στον δημοσιονομικό «κουμπαρά» έχουν κρατηθεί περίπου 200 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την έντασή στη Μέση Ανατολή, ενώ στο τραπέζι βρίσκονται η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης και ελαφρύνσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν έως το τέλος της ερχόμενης εβδομάδας, καθώς οι εξελίξεις στην αγορά παρακολουθούνται σε καθημερινή βάση.
Τι αλλάζει για τις επιχειρήσεις
Η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η επιβάρυνση θεσπίστηκε το 2011 ως έκτακτο δημοσιονομικό μέτρο και εξακολουθεί να επιβάλλεται ανεξάρτητα από το εάν μια επιχείρηση εμφανίζει κέρδη ή ζημιές, στοιχείο που η αγορά επικαλείται συστηματικά υποστηρίζοντας ότι η κατάργησή του θα περιορίσει το λειτουργικό κόστος και θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες το τέλος έχει ήδη καταργηθεί από το 2025, ενώ για τις επιχειρήσεις κινείται σήμερα από 800 έως 1.000 ευρώ ετησίως. Το δημοσιονομικό κόστος της κατάργησης υπολογίζεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ.
Δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η προκαταβολή φόρου. Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου της επόμενης χρήσης, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες το ποσοστό ανέρχεται στο 55%. Τα επικρατέστερα σενάρια προβλέπουν υποχώρηση της προκαταβολής για τους επαγγελματίες στο 40%, με ορισμένες εκδοχές να τοποθετούν τον πήχη ακόμη και κάτω από αυτό το επίπεδο, ενώ για τις επιχειρήσεις εξετάζονται ποσοστά 50% ή 60% ανάλογα με τον κύκλο εργασιών τους.
Σχεδιάζεται επίσης νέα μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, με το δημοσιονομικό κόστος να υπολογίζεται στα 245 εκατ. ευρώ ετησίως. Εφόσον υλοποιηθεί, οι συνολικές μειώσεις από το 2019 θα φθάσουν τις 5,9 ποσοστιαίες μονάδες. Δεν αποκλείεται, πάντως, η παρέμβαση να αποδειχθεί μεγαλύτερη από την ανακοινωμένη. Σε δεύτερο χρόνο, μέσα στην επόμενη τετραετία, τοποθετείται η μείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρηματικών κερδών από το 22% στο 20%, κίνηση που συνδέεται με τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση αποκλιμάκωσης της φορολογίας των επιχειρήσεων.
Το «λίφτινγκ» στο τεκμαρτό σύστημα
Η πιο πολιτικά φορτισμένη παρέμβαση αφορά στο τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης, το οποίο καλύπτει περίπου 670.000 αυτοαπασχολούμενους. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με μια επαγγελματική ομάδα που αντέδρασε έντονα στην εφαρμογή του, χωρίς όμως να ανατρέψει την προσπάθεια περιορισμού της φοροδιαφυγής. Εξετάζεται η σταδιακή υποχώρηση του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, με τελικό στόχο ακόμη και την πλήρη κατάργησή του μέσα στην επόμενη τετραετία.
Οι διορθωτικές αλλαγές που βρίσκονται στο τραπέζι είναι πιο τεχνικές. Σύμφωνα με πληροφορίες, περιλαμβάνουν τη διεύρυνση των κατηγοριών που δικαιούνται μειωμένο τεκμαρτό εισόδημα, την αύξηση των ποσοστών μείωσης για συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών, την επανεξέταση των προσαυξήσεων που συνδέονται με τα χρόνια άσκησης της δραστηριότητας, την αναπροσαρμογή των επιβαρύνσεων που προκύπτουν από τη μισθοδοσία και τον κύκλο εργασιών, καθώς και την επέκταση των απαλλαγών για νέους επαγγελματίες σε περιοχές με χαμηλό πληθυσμό ή περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα. Η συζήτηση είναι απαιτητική για έναν πρόσθετο λόγο. Το ισχύον σύστημα αποφέρει σήμερα περίπου 600 εκατ. ευρώ ετησίως στα δημόσια έσοδα, γεγονός που καθιστά κάθε μεταβολή δύσκολη τόσο ως προς τη χρηματοδότησή της όσο και ως προς τις πολιτικές ισορροπίες.
Μισθοί, συντάξεις και το μέτωπο της στέγης
Στο σκέλος των εισοδηματικών ενισχύσεων εξετάζονται σενάρια για διαμόρφωση του κατώτατου μισθού πάνω από τα 950 ευρώ έως το 2027, αύξηση που αναμένεται να μετακυλιστεί οριζόντια και στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Για τους συνταξιούχους στο τραπέζι βρίσκεται η αύξηση του ετήσιου επιδόματος από τα 300 στα 400 ευρώ.
Το στεγαστικό παραμένει στην κορυφή της ατζέντας, καθώς η άνοδος των ενοικίων εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πιέσεις για τα νοικοκυριά. Εξετάζονται νέες διορθωτικές μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, φορολογικές ελαφρύνσεις στα εισοδήματα από ενοίκια με τη μείωση του εισαγωγικού συντελεστή από το 15% στο 9%, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η αύξηση των δηλωμένων εισοδημάτων από ακίνητα, καθώς και παράταση και ενδεχομένως ενίσχυση των κινήτρων για να ανοίξουν και να διατεθούν στην αγορά περισσότερες κλειστές κατοικίες. Μετά την εφαρμογή του προγράμματος «Σπίτι μου 2», στο οικονομικό επιτελείο σχεδιάζεται ήδη η επόμενη φάση, με διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια και μεγαλύτερη πρόσβαση για νέους δικαιούχους.
Το στοίχημα των ιδιωτικών επενδύσεων
Παράλληλα με τις ελαφρύνσεις, το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται νέα εργαλεία για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Παρά την ισχυρή πορεία των δημόσιων επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται των αναγκών της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό προωθείται η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου για εταιρικούς μετασχηματισμούς και συγχωνεύσεις, με στόχο τη δημιουργία μεγαλύτερων και πιο ανταγωνιστικών σχημάτων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατεύθυνση που περιλαμβάνει πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία αντί για οριζόντιες μειώσεις συντελεστών προκρίνονται στοχευμένα επενδυτικά κίνητρα, όπως φορολογικές πιστώσεις για επενδύσεις, επιταχυνόμενες αποσβέσεις και αυξημένες εκπτώσεις κεφαλαίου, ώστε οι επιχειρήσεις να αφαιρούν μεγαλύτερο μέρος του επενδυτικού κόστους από τα φορολογητέα κέρδη τους. Η λογική είναι απλή. Επιβραβεύεται εκείνος που επενδύει πραγματικά, με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από μια γενικευμένη μείωση της φορολογίας.
Η φετινή ΔΕΘ ως προεκλογικός καθρέφτης
Η οικονομία μετατρέπεται ήδη στο βασικό πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική τροχιά με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές του 2027. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζουν τις δικές τους προτάσεις για τη φορολογία, τους μισθούς, τις επενδύσεις και το στεγαστικό, διαμορφώνοντας ένα σκηνικό έντονης σύγκρουσης γύρω από το ποιο οικονομικό μοντέλο θα επικρατήσει την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Το διακύβευμα, όμως, δεν περιορίζεται στο ύψος των παροχών. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το «πόσα» θα δοθούν στο «πώς» και στο «από πού» θα χρηματοδοτηθούν. Ο πρωθυπουργός έστειλε σχετικό μήνυμα προς την αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι όποιος υπόσχεται περισσότερα οφείλει να εξηγήσει ποιες δαπάνες θα περικόψει ή ποιους νέους φόρους θα επιβάλει για να τα χρηματοδοτήσει. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η τοποθέτηση του Διοικητή της κεντρικής τράπεζας, ο οποίος σε συνέντευξή του χαρακτήρισε «τρέλα» την επαναφορά της δέκατης τρίτης σύνταξης, εξηγώντας ότι μια τέτοια παροχή δεν συνάδει με τον υπάρχοντα δημοσιονομικό χώρο και θα οδηγήσει σε δύσκολες καταστάσεις. Όπως ανέφερε, «θα είναι παροχές οι οποίες δεν έχουν αντίκρισμα παραγωγικότητας και δημοσιονομικού χώρου».
Η επισήμανση αναδεικνύει τη βασική αρχή στην οποία στηρίζεται πλέον η οικονομική πολιτική, ότι οι μόνιμες δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτούνται από μόνιμες και διατηρήσιμες πηγές εσόδων. Ένα κράτος δεν μπορεί να θεσμοθετεί παροχές που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο εάν δεν έχει εξασφαλίσει προηγουμένως ότι θα διαθέτει και τα αντίστοιχα έσοδα για να τις καλύπτει. Διαφορετικά το χρηματοδοτικό κενό οδηγεί είτε σε αύξηση του δημόσιου δανεισμού, είτε σε νέες φορολογικές επιβαρύνσεις, είτε σε αναγκαστικές περικοπές άλλων δαπανών.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)




















