Τοπικές Ειδήσεις

Οταν η Δικαιοσύνη ελέγχει απαξιώνεται, όταν χρειάζεται ως όπλο επιστρατεύεται

ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Σύνοψη
  • Η δημοτική αρχή Ρόδου έχει υιοθετήσει μια επιθετική στάση απέναντι στη Δικαιοσύνη, χρησιμοποιώντας μηνύσεις ως μέσο πολιτικής επιβολής.
  • Η αλληλουχία δηλώσεων και δικαστικών ενεργειών από τον Σεπτέμβριο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2026 δείχνει μια σταθερή απαξίωση της δικαστικής εξουσίας όταν αυτή ασκεί έλεγχο στην δημοτική αρχή.
  • Η Εισαγγελία Ρόδου αντέτεινε με σαφήνεια ότι οι προτάσεις της δημοτικής αρχής για τη διαχείριση του μεταναστευτικού παραβιάζουν νόμους και ανθρωπίνες δικαιώματα.
  • Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει την επικίνδυνη σχέση εξουσίας και δικαιοσύνης, όπου η δημοκρατία υπονομεύεται μέσω νομικών επιθέσεων αντί για διάλογο.

Η δημοτική αρχή απέναντι στη Δικαιοσύνη: μια σχέση δύο ταχυτήτων • Από τις ειρωνείες για «υπαλλήλους» της Εισαγγελίας και το επεισόδιο στο Δικαστικό Μέγαρο έως τον καταιγισμό μηνύσεων • Όταν η εξουσία μηνύει αντί να απαντά, η δημοκρατία λογαριάζεται στα δικόγραφα • Η δημοτική αρχή και η ΔΕΥΑΡ μετέτρεψαν μέσα σε ένα καλοκαίρι τις μηνύσεις και τις αγωγές σε μέθοδο πολιτικής επιβολής, σαν η προσφυγή στη Δικαιοσύνη να είναι αποκλειστικό τους προνόμιο και σαν η αστική ευγένεια των αντιδίκων τους να είναι αδυναμία

Υπάρχουν στιγμές στη δημόσια ζωή ενός τόπου που, μεμονωμένες, μοιάζουν με παρεκτροπές. Και υπάρχουν στιγμές που, όταν τοποθετηθούν η μία δίπλα στην άλλη, παύουν να είναι επεισόδια και γίνονται εικόνα. Η σχέση της δημοτικής αρχής Ρόδου με τη Δικαιοσύνη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Από τον Σεπτέμβριο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2026 έχει καταγραφεί μια αλληλουχία δηλώσεων, συμπεριφορών και δικαστικών πρωτοβουλιών που συνθέτουν ένα μοτίβο με εσωτερική συνέπεια. Όταν η Δικαιοσύνη λειτουργεί ελεγκτικά προς την εξουσία, αντιμετωπίζεται με ειρωνεία, απαξίωση και ανοιχτή αμφισβήτηση. Όταν όμως η εξουσία χρειάζεται ένα εργαλείο απέναντι στην κριτική, η ίδια Δικαιοσύνη επιστρατεύεται πρόθυμα, με μηνύσεις, εγκλήσεις και αξιώσεις αποζημιώσεων.
Η καταγραφή που ακολουθεί δεν στηρίζεται σε εκτιμήσεις αλλά σε δημοσιευμένα γεγονότα, με ημερομηνίες, ονόματα και επίσημα έγγραφα. Και ακριβώς επειδή στηρίζεται σε γεγονότα, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει δεν μπορεί πλέον να ειπωθεί με μισόλογα.
Σεπτέμβριος 2024: «Ας έρθει στο γραφείο μας η Εισαγγελέας»
Η πρώτη καθαρή αποτύπωση της στάσης αυτής σημειώθηκε στη συνεδρίαση λογοδοσίας του δημοτικού συμβουλίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2024, με αντικείμενο τη διαχείριση του μεταναστευτικού στο κέντρο της πόλης. Ο δήμαρχος κ. Αλέξανδρος Κολιάδης, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοτικών συμβούλων, αναφέρθηκε δημόσια σε πρόσκληση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου με φράσεις που έμειναν: «Μας κάλεσε η Εισαγγελέας τη Δευτέρα το πρωί με θέμα το μεταναστευτικό. Η κυρία Εισαγγελέας να έρθει στο Δημαρχείο μας αν θέλει, κουραστήκαμε να προσπαθούμε να δίνουμε λύσεις και να μας καλούνε να πούμε τα αυτονόητα». Στην ίδια συνεδρίαση, η κεντρική λιμενάρχης Ρόδου, η οποία είχε αποφανθεί ότι ο χώρος της Ακαντιάς είναι ακατάλληλος για φιλοξενία μεταναστών, χαρακτηρίστηκε «υπάλληλος» που «προσπαθεί να ασκήσει πολιτική».
Η απάντηση της Δικαιοσύνης δεν άργησε ούτε ήταν διφορούμενη. Με επιστολή της που δημοσιοποιήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2024 προς σειρά αρμόδιων αρχών και υπουργείων, η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κατέστησε σαφές ότι η πρόταση της δημοτικής αρχής για «άτυπη δομή» στο λιμάνι της Ακαντιάς «δεν είναι επιτρεπτή και συνιστά κατάφορη παράβαση των κείμενων διατάξεων και φυσικά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», υπενθυμίζοντας ότι ανάλογο εγχείρημα στο παρελθόν είχε οδηγήσει σε εισαγγελική παραγγελία εκκένωσης και προκαταρκτική εξέταση.
Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε και δεύτερο θεσμικό ράπισμα, από ακόμη υψηλότερα. Με επιστολή του της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, ο Πρόεδρος του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Διομήδης Κυριλλόπουλος χαρακτήρισε δηλώσεις του κ. Κολιάδη περί δήθεν έκδοσης απόφασης επί των εκλογικών αναιρέσεων «απολύτως ψευδείς και ανυπόστατες», διευκρινίζοντας ότι η υπόθεση τελούσε υπό διάσκεψη και ότι ουδεμία διαρροή είχε υπάρξει από το Δικαστήριο. Ανώτατος δικαστικός λειτουργός διέψευδε εγγράφως, με το βαρύτερο δυνατό λεξιλόγιο.
Ιούνιος 2025: ο Αντεισαγγελέας «υπάλληλος» και η «κυρία Μέρη»
Το επόμενο επεισόδιο είχε φόντο εορταστικό. Όταν ο αρμόδιος Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου ζήτησε, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, διευκρινίσεις για την ύπαρξη άδειας στις μουσικές εκδηλώσεις των Ανθεστηρίων, ο δήμαρχος επέλεξε και πάλι τον δρόμο της δημόσιας απαξίωσης. Αποκάλεσε τον εισαγγελικό λειτουργό «υπάλληλο» που «ενοχλείται από τη μουσική στις έξι το απόγευμα» και δήλωσε προκλητικά: «Ας φροντίσει ο εισαγγελέας και ο κάθε εισαγγελέας να κάνει καλά τη δουλειά του, κι ας με καλέσει ο εισαγγελέας να καταθέσω γιατί το είπα αυτό».
Στις ίδιες δηλώσεις η τότε προϊστάμενη της Εισαγγελίας αναφέρθηκε ως «κυρία Μέρη», με το μικρό της όνομα, από έναν αιρετό που κατ’ επανάληψη έχει εκφράσει τη δυσφορία του όταν συνάδελφοί του δεν τον προσφωνούν με την ιδιότητά του. Η αντίφαση δεν χρειάζεται σχολιασμό. Ο σεβασμός στο αξίωμα απαιτείται προς τα πάνω και αναστέλλεται προς τα έξω.
Ιούλιος 2025: το επεισόδιο στο Δικαστικό Μέγαρο
Στις 8 Ιουλίου 2025 η αντιπαράθεση πέρασε από τα λόγια στους διαδρόμους της ίδιας της Δικαιοσύνης. Ο δήμαρχος μετέβη στο γραφείο της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών για να διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες κράτησης ανηλίκων που είχαν συλληφθεί για εμπρησμό στην Καλλιθέα και για τη μη επίσπευση των ανακριτικών διαδικασιών. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με τον τακτικό Ανακριτή Ρόδου, με τη λογομαχία να ξεφεύγει σε τέτοιο βαθμό ώστε να χρειαστεί η παρέμβαση δικαστικού αστυνομικού, ο οποίος απομάκρυνε τον δήμαρχο από το γραφείο, ενώ στην αποκλιμάκωση συνέβαλε και ο δικηγόρος κ. Στέλιος Αλεξανδρής.
Ο δικηγόρος κ. Χριστόδουλος Μαλιαράκης χαρακτήρισε δημόσια την παρέμβαση «θεσμικό ατόπημα που προσβάλλει τη θεμελιώδη αρχή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης» και «επικίνδυνη», σημειώνοντας ότι ο ανακριτής «έθεσε τα αυτονόητα όρια εκεί όπου άλλοι δείχνουν να τα έχουν ξεχάσει». Η εικόνα ενός δημάρχου που απομακρύνεται από εισαγγελικό γραφείο με τη συνδρομή δικαστικού αστυνομικού δεν έχει προηγούμενο στα τοπικά χρονικά. Ούτε και το μελανιασμένο χέρι του από την πίεση που ασκήθηκε που καταμαρτυρεί πως εξετράπη η κατάσταση εντός του γραφείου της Εισαγγελέως.

Ιούλιος 2026: η μεταστροφή που αποκάλυψε τη μέθοδο
Και ενώ επί 2 χρόνια η Δικαιοσύνη αντιμετωπιζόταν ως ενοχλητικός παρατηρητής, το καλοκαίρι του 2026 ανακαλύφθηκε ξαφνικά η χρησιμότητά της. Η μεταστροφή εκδηλώθηκε σε 3 διαδοχικά κύματα μέσα σε λιγότερο από 2 εβδομάδες. Πρώτο κύμα, η εξαγγελία της δημοτικής αρχής, διά του γραφείου Τύπου, για μήνυση κατά της «δημοκρατικής» με αφορμή φωτορεαλιστική εικόνα σε δημοσίευμα της 5ης Ιουλίου 2026, με το επιχείρημα της βλάβης της τουριστικής εικόνας του νησιού. Όχι για ανακρίβεια στα γραφόμενα, όχι για ψευδή γεγονότα, αλλά για μια εικόνα που αποτύπωνε συνθήκες τις οποίες κάθε περίπατος στην πόλη επιβεβαιώνει και κάθε πραγματική φωτογραφία που δημοσιεύεται καθημερινά πιστοποιεί.
Δεύτερο κύμα, η πρωτοβουλία στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ρόδου. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΔΕΥΑΡ τη Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026 τέθηκε εκτός ημερήσιας διάταξης, πρόταση να μηνύσει καθένα από τα 11 μέλη του οργάνου ατομικώς τον περιφερειάρχη Νοτίου Αιγαίου κ. Γιώργο Χατζημάρκο. Για δηλώσεις. Για πολιτικό λόγο αιρετού, διατυπωμένο δημόσια στο πλαίσιο ανοιχτής θεσμικής αντιπαράθεσης δύο δημόσιων φορέων.
Η πρόταση προσέκρουσε στην άρνηση μελών του ίδιου του συμβουλίου, που ξεκαθάρισαν ότι δεν πρόκειται να σύρουν το όνομά τους σε προσωπική δικαστική περιπέτεια που δεν άνοιξαν τα ίδια. Και επειδή η άρνηση δεν έγινε σεβαστή, ακολούθησε την επομένη έκτακτη τηλεφωνική συνεδρίαση, χωρίς φυσική παρουσία, χωρίς συζήτηση, με το ερώτημα απογυμνωμένο σε ένα ξερό ναι ή όχι και το ζητούμενο μεταλλαγμένο σε συλλογική πλέον μήνυση του Δ.Σ.
Τρίτο κύμα, 17 Ιουλίου 2026. Ο κ. Βαγιανός κατέθεσε ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Ρόδου έγκληση κατά του πρώην λαϊκού μέλους του Δ.Σ. της ΔΕΥΑΡ κ. Στέργου Στάγκα για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση κατ’ εξακολούθηση, σε εκτέλεση της ομόφωνης απόφασης 247/2026 της 28ης Απριλίου 2026, με αντικείμενο τις δημόσιες τοποθετήσεις του για την οικονομική διαχείριση της επιχείρησης και με επιφύλαξη για αστικές αξιώσεις.
Ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής: ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους
Ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής δεν σημαίνει ότι κάποιος ασκεί ένα δικαίωμα που του δίνει ο νόμος. Σημαίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού γίνεται συστηματικά, μαζικά και στοχευμένα εναντίον όσων ασκούν κριτική, με προφανή σκοπό όχι τη δικαίωση αλλά τον εκφοβισμό. Σημαίνει ότι το κόστος της κριτικής παύει να είναι πολιτικό και γίνεται προσωπικό, οικονομικό, δικαστικό. Ο δημοσιογράφος που γράφει, ο αιρετός που δηλώνει, ο σύμβουλος που καταγγέλλει, όλοι καλούνται πλέον να υπολογίσουν πριν μιλήσουν όχι αν έχουν δίκιο αλλά αν αντέχουν δικηγόρους, προθεσμίες, ακροατήρια και αξιώσεις δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα. Δεν απευθυνόταν στον περιφερειάρχη, ο οποίος διαθέτει και τα μέσα και τη θεσμική θωράκιση να αμυνθεί. Απευθυνόταν σε όλους τους άλλους. Στον επόμενο που θα σκεφτεί να μιλήσει, στο μικρότερο μέσο που θα σκεφτεί να γράψει, στον απλό πολίτη που θα σκεφτεί να καταγγείλει.
Η ειρωνεία είναι ότι η μέθοδος προδίδει αυτό ακριβώς που επιχειρεί να κρύψει. Η εξουσία που έχει απαντήσεις δεν χρειάζεται δικόγραφα. Απαντά. Παραθέτει στοιχεία, αντικρούει αριθμούς, επικαλείται έργο. Η εξουσία που μηνύει για λόγια ομολογεί ότι τα λόγια την πληγώνουν περισσότερο από όσο αντέχει να παραδεχθεί και ότι απάντηση επί της ουσίας δεν διαθέτει.
Το προνόμιο που δεν υπάρχει
Πίσω από την τακτική αυτή κρύβεται όμως και μια βαθύτερη πλάνη, που αξίζει να ειπωθεί καθαρά. Όσοι επέλεξαν τον δρόμο των μαζικών μηνύσεων φαίνεται να λειτουργούν με τη βεβαιότητα ότι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη είναι δικό τους αποκλειστικό προνόμιο. Ότι οι αίθουσες των δικαστηρίων έχουν μονή κατεύθυνση και ότι στη θέση του εγκαλούντος θα κάθονται πάντοτε οι ίδιοι και ποτέ οι απέναντι. Πρόκειται για πλάνη οικτρή. Η Δικαιοσύνη δεν έχει ιδιοκτήτες και τα ένδικα μέσα δεν εκδίδονται με αποκλειστικότητα.
Ό,τι μπορεί να καταθέσει μια δημοτική αρχή και μια δημοτική επιχείρηση, μπορεί να το καταθέσει και μια εφημερίδα, ένας περιφερειάρχης, ένας πρώην σύμβουλος, ένας οποιοσδήποτε πολίτης που θεωρεί ότι θίγεται από ψευδείς ισχυρισμούς, από δημόσιες απαξιώσεις, από συμπεριφορές που έχουν καταγραφεί με ημερομηνία και ώρα. Αν το μέτρο είναι οι μηνύσεις, το μέτρο ισχύει για όλους. Αν η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται ποινικά, προστατεύονται και η τιμή και η υπόληψη των δημοσιογράφων που στοχοποιούνται δημόσια, των λειτουργών που αποκαλούνται «υπάλληλοι», των μέσων που κατηγορούνται ότι δήθεν «ζήτησαν να καλέσει ο εισαγγελέας» τον δήμαρχο. Το ό,τι η πλευρά που δέχεται επί 2 χρόνια αυτή τη μεταχείριση δεν έχει ανταποδώσει με καταιγισμό δικογράφων δεν οφείλεται σε αδυναμία. Οφείλεται σε επιλογή. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση.
Η αστική ευγένεια που εξελήφθη ως αδυναμία
Η «δημοκρατική» και όσοι άλλοι βρέθηκαν στο στόχαστρο της μεθόδου αυτής επέλεξαν μέχρι σήμερα να απαντούν εκεί όπου ανήκει η δημόσια αντιπαράθεση: στη δημοσιότητα.
Με ρεπορτάζ, με έγγραφα, με ερωτήματα, με κριτική. Επέλεξαν, δηλαδή, την αστική ευγένεια της δημοκρατίας, που θέλει τις διαφωνίες να λύνονται με λόγο και όχι με κλητήρια θεσπίσματα. Η ευγένεια όμως αυτή φαίνεται πως παρεξηγήθηκε. Εξελήφθη ως φόβος, ως συμμόρφωση, ως σιωπηρή αποδοχή ενός καθεστώτος όπου η κριτική τιμολογείται. Ας λυθεί λοιπόν η παρεξήγηση, μια για πάντα. Η αυτοσυγκράτηση δεν είναι αδυναμία. Είναι θεσμική ωριμότητα από την πλευρά εκείνη που, κατά τραγική ειρωνεία, κατηγορείται ότι βλάπτει τον τόπο. Και επιδεικνύεται απέναντι σε μια δημοτική αρχή της οποίας η δική της εικόνα στη συνάντησή της με τη Δικαιοσύνη είναι, κυριολεκτικά, ανεκδιήγητη. Δήμαρχος που εκβάλλεται από εισαγγελικό γραφείο με τη συνδρομή δικαστικού αστυνομικού. Ποιος, αλήθεια, βλάπτει την εικόνα του τόπου;
Η Δικαιοσύνη σε μια δημοκρατία είναι θερμόμετρο και εγγυητής, όχι ρόπαλο και φόβητρο. Όταν μετατρέπεται στο δεύτερο, δεν πληγώνεται μόνο ο εκάστοτε μηνυόμενος. Πληγώνεται η ίδια, γιατί σέρνεται σε ρόλο που δεν της ανήκει, να διαιτητεύει πολιτικές αντιπαραθέσεις που όφειλαν να κριθούν στο δημοτικό συμβούλιο, στον δημόσιο διάλογο και τελικά στην κάλπη.
Όσοι σχεδιάζουν τα επόμενα δικόγραφα ας γνωρίζουν δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ο δρόμος προς τα δικαστήρια είναι αμφίδρομος και ότι η μέχρι σήμερα αυτοσυγκράτηση όσων στοχοποιούνται είναι επιλογή που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναθεωρηθεί, με το ίδιο ακριβώς νομικό οπλοστάσιο που εκείνοι εγκαινίασαν.
Και δεύτερον, ότι στην ιστορία αυτού του τόπου καμία εξουσία δεν κατάφερε ποτέ να φιμώσει την κριτική με κλητήρια θεσπίσματα. Το μόνο που κατάφεραν όσοι το επιχείρησαν ήταν να μείνουν στα πρακτικά ως εκείνοι που το επιχείρησαν. Σε αυτά τα πρακτικά, το καλοκαίρι του 2026 έχει ήδη καταχωρηθεί.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.