- Η Βασιλική Καραγιάννη, με καταγωγή από την Πάτρα, έχει κατακτήσει κορυφαία λυρικά θέατρα παγκοσμίως, όπως η Σκάλα του Μιλάνου και το Carnegie Hall.
- Η σοπράνο κολορατούρα έχει ερμηνεύσει απαιτητικούς ρόλους, με εμβληματικές στιγμές όπως η α καπέλα εκτέλεση του Ολυμπιακού Ύμνου το 2021 και η βράβευσή της το 2023.
- Η επιστροφή της στον ρόλο της Βιολέτας στην Τραβιάτα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής αναδεικνύει την αγάπη της για τον χαρακτήρα και την προσέγγιση του Βέρντι.
- Η Καραγιάννη πιστεύει ότι η όπερα προσφέρει κάθαρση ψυχής και ανήκει σε όλους, απορρίπτοντας την ιδέα ότι είναι ελιτίστικη τέχνη.
• Εχει κατακτήσει μερικά από τα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα του κόσμου, από τη Σκάλα του Μιλάνου και το Royal Opera House του Λονδίνου, μέχρι την Κρατική Όπερα της Κοπεγχάγης, τη Σαν Κάρλο της Νάπολης, την Όπερα του Τόκιο και το Carnegie Hall της Νέας Υόρκης
Με καταγωγή από την Πάτρα και αφετηρία τις σπουδές της από πολύ νεαρή ηλικία, η Βασιλική Καραγιάννη διαγράφει μια λαμπρή, πολυετή πορεία στη διεθνή λυρική σκηνή.
Στενή συνεργάτις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ήδη από τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα, η διακεκριμένη σοπράνο κολορατούρα έχει κατακτήσει μερικά από τα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα του κόσμου, από τη Σκάλα του Μιλάνου και το Royal Opera House του Λονδίνου, μέχρι την Κρατική Όπερα της Κοπεγχάγης, τη Σαν Κάρλο της Νάπολης, την Όπερα του Τόκιο και το Carnegie Hall της Νέας Υόρκης.
Έχοντας δοκιμαστεί με επιτυχία στους πλέον απαιτητικούς ρόλους του ρεπερτορίου, από τη Βασίλισσα της Νύχτας και τη Λουτσία ντι Λαμερμούρ, μέχρι τη Μιμή, τη Ροζίνα και τη Βιολέτα, η καριέρα της σφραγίστηκε από εμβληματικές στιγμές, όπως η α καπέλα ερμηνεία του Ολυμπιακού Ύμνου στην Αρχαία Ολυμπία το 2021, αλλά και η τιμητική της βράβευση ως Καλύτερη Καλλιτέχνης Όπερας «Μαρία Κάλλας» στο Μόντε Κάρλο το 2023.
Με αφορμή την επιστροφή της στον εμβληματικό ρόλο της Βιολέτας στην Τραβιάτα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η Βασιλική Καραγιάννη μιλάει σήμερα στη «δημοκρατική» για τις εσωτερικές εντάσεις του Βέρντι, τη φωνητική ωρίμανση που λειτουργεί «σαν το καλό κρασί», την αφοσίωση στη μελέτη, αλλά και τη βαθιά της πεποίθηση ότι η όπερα δεν είναι ένα ελιτίστικο είδος, αλλά μια τέχνη που προσφέρει κάθαρση ψυχής και ανήκει σε όλους.
• Κυρία Καραγιάννη, η Βιολέτα είναι ένας από τους πιο απαιτητικούς ρόλους του λυρικού ρεπερτορίου. Τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας συγκινεί κάθε φορά που την ερμηνεύετε;
Η Βιολέτα είναι πρόσωπο υπαρκτό και αυτό από μόνο του κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον μου, σαν μια ρομαντική και δραματική ιστορία. Υπήρξε πραγματικά αυτή η ηρωίδα και η σύντομη, ρομαντική και δραματική πορεία της ζωής της ήταν αληθινή. Αυτό με συγκινεί πολύ από την αρχή.
Εκείνο όμως που κυρίως μου έχει κεντρίσει την αγάπη και τον θαυμασμό είναι ο τρόπος που την έχει προσεγγίσει ο Βέρντι, από την πρώτη φορά που άκουσα την όπερα, παιδί ακόμα.
Έχω καταλάβει ότι ο Βέρντι έκανε ένα ψυχογράφημα πάνω σε αυτόν τον χαρακτήρα, πάνω σε αυτό το κορίτσι, γιατί ουσιαστικά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Παρότι έζησε μόνο 23 χρόνια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι έζησε τη ζωή όχι μίας, αλλά δύο 80χρονων γυναικών.
Ο Βέρντι κάνει λοιπόν ένα ψυχογράφημα σαν να το γύριζε κινηματογραφικά, με μία μόνο κάμερα, παίρνοντας τη ζωή της από τα 14 χρόνια της, όταν αναγκαστικά μπήκε στο επάγγελμα της εταίρας, μέχρι τα 23, όταν πέθανε. Ο τρόπος που το έχει κάνει είναι θαυμαστός, γιατί εξυμνεί κυρίως τον χαρακτήρα και ίσως αυτό το πλήρωσε κιόλας στην εποχή που ανέβηκε το έργο, καθώς είναι σαν να «αγιοποιεί» κάπως ένα κορίτσι που έγινε εταίρα της υψηλής κοινωνίας εκείνης της εποχής. Στα 14 της η Βιολέτα συναναστρεφόταν με ανθρώπους σε υψηλούς κύκλους, ερωτεύεται έναν ευγενή, θυσιάζεται για την αγάπη του και στο τέλος αρρωσταίνει και τελικά πεθαίνει. Αυτός ο τρόπος που έχει δοθεί το έργο, στα σημεία που φωτογραφίζει τη Βιολέτα, την εξυψώνει, και αυτό το βρίσκω μεγαλειώδες, όπως και τη μουσική και την έμπνευση που είχε ο Βέρντι εξαιτίας αυτής της ιστορίας και αυτής της κοπέλας.
Αυτό είναι το ένα κομμάτι, που αφορά στον χαρακτήρα της Βιολέτας. Το άλλο είναι ότι αποτελεί τεράστια πρόκληση για μια σοπράνο η ερμηνεία της, ακριβώς γιατί ξεκινά από τη λαμπερή ζωή μιας εταίρας, ενός αστεριού, και περνάει σταδιακά σε όλο το έργο από εκεί στο δράμα και στην προσπάθειά της να αντέξει τις μεγάλες εσωτερικές αντιφάσεις.
Έχει τεράστιες απαιτήσεις ο Βέρντι σε αυτό το κομμάτι από τις σοπράνο, είναι ρεαλιστικά δύσκολο, πολύ δύσκολο. Πολλοί λένε ότι η Βιολέτα, για να ερμηνευτεί, χρειάζεται δύο ή τρεις διαφορετικές φωνές, διαφορετικών κατηγοριών. Αυτό και μόνο δείχνει πόσο μεγάλη πρόκληση μπορεί να είναι, αλλά και πόσο ενδιαφέρουσα και προκλητική, με την καλή έννοια.

• Είπατε πως από παιδί έχετε εντυπωσιαστεί με τον ρόλο της Βιολέτας. Είχατε φανταστεί, ωριμάζοντας καλλιτεχνικά στην πορεία των ετών, ότι θα είχατε τόσο μεγάλη ενασχόληση με αυτόν τον ρόλο;
Σίγουρα το ευχόμουν. Ως σοπράνο ήξερα βαθιά μέσα μου ότι κάποια στιγμή θα το κάνω. Δεν ήξερα το πόσο, αλλά ήξερα ότι θα έχω την τιμή να ερμηνεύσω αυτόν τον ρόλο, και είμαι ευγνώμων που από πολύ νεαρή ηλικία μού έχει προταθεί. Την πρώτη φορά, η αλήθεια είναι ότι το αρνήθηκα, γιατί ήμουν πολύ μικρή και δεν θεωρούσα τη φωνή μου ώριμη τότε. Ήταν κάτι δύσκολο και για την υγεία της φωνής, αλλά και για τον τρόπο που θα με έκριναν στη συνέχεια, κάτι που μπορεί να μου κόστιζε στην πορεία μου. Ήταν μια πρόσκληση από το εξωτερικό,
Τις άριες της Βιολέτας πάντως τις έχω τραγουδήσει από πολύ μικρή, ειδικά το «Addio, del passato», την άρια που τραγουδάει πριν πεθάνει και αποχαιρετά τα όμορφα χρόνια που έζησε, ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια του έργου. Την είχα μελετήσει στα 16 μου χρόνια τόσο πολύ που είχα ταυτιστεί μαζί της. Τραγουδώντας την σε εξετάσεις στο ωδείο, θυμάμαι ότι κάτι είχα καταφέρει ερμηνευτικά, γιατί συγκινήθηκε όλη η επιτροπή.
• Σε αυτή την ηλικία, δηλαδή στα 16 σας, ασχολιόσασταν ήδη σε αυτό το απαιτητικό επίπεδο του λυρικού τραγουδιού. Σημαίνει αυτό ότι από μικρή είχατε ουσιαστικά αποφασίσει να ακολουθήσετε αυτή την κατεύθυνση;
Μέσα μου νομίζω πως ναι, το ήθελα. Το αν το είχα αποφασίσει είναι μεγάλη κουβέντα, όμως το ό,τι είχα σχέση με τη μουσική είναι γεγονός, γιατί είχα πολύ έντονα ερεθίσματα από την οικογένειά μου.
Ο μπαμπάς μου έπαιζε ακορντεόν, ακούγαμε συνεχώς μουσική, οπότε η μουσική ήταν μέσα μου όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Το κομμάτι της όπερας όμως δεν το είχα γνωρίσει ολοκληρωτικά. Πήγαινα στο ωδείο μαθαίνοντας ακορντεόν, το πρώτο μουσικό όργανο που ξεκίνησα να σπουδάζω στα επτά μου χρόνια. Άκουγα τις άλλες μαθήτριες, τις μεγαλύτερες, που έκαναν μαθήματα φωνητικής, έπαιρνα την καρεκλίτσα μου και καθόμουν πίσω από την πόρτα.
Ήταν κάτι που το θαύμαζα και το αγαπούσα, χωρίς να ξέρω αν είμαι ικανή να κάνω κάτι τέτοιο. Στα δέκα μου χρόνια είδα πρώτη φορά ολόκληρη όπερα, στην τηλεόραση, γιατί είμαι από την επαρχία, από την Πάτρα, και δεν είχα την ευκαιρία να ακούσω ζωντανά όπερα παρά μόνο σε ρεσιτάλ ή κάποιες συναυλίες.
Εκεί μαγεύτηκα πραγματικά. Αυτό όμως που ένιωσα στο πρώτο μου μάθημα δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω με λόγια.
Ήταν στα 14, πολύ νωρίς βέβαια, γιατί καλό είναι τα κορίτσια να ξεκινούν από τα 16 και μετά, και τα αγόρια από τα 18, ώστε να έχει ωριμάσει η φωνή και το σώμα. Ξεκίνησα λοιπόν στα 14, για καλή μου τύχη με εξαιρετική δασκάλα στην Πάτρα. Μέχρι τότε «έκλεβα» τα ακούσματα, παρακολουθώντας κρυφά τα μαθήματα των άλλων πίσω από την κλειστή πόρτα. Από τη στιγμή που έκανα το πρώτο μου μάθημα, ένιωσα ότι αυτό θα κάνω στη ζωή μου, αυτό αγαπώ, αυτό θέλω, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο πολύ. Το πρώτο μάθημα ήταν συγκλονιστικό και έκτοτε δεν έχανα κανένα, από την ημέρα που είχα το δικό μου μάθημα, έμπαινα πρώτη και έφευγα τελευταία, ακούγοντας όλους τους άλλους. Οι γονείς μου μού έδωσαν τις ευκαιρίες, δεν το αγνόησαν, το πρόσεξαν και προσπάθησαν να μου ανοίξουν όσο μπορούσαν τους δρόμους. Είμαι ευγνώμων για αυτό, γιατί δεν είναι δεδομένο σε όλες τις οικογένειες.
• Η αλήθεια είναι πως αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τόσο εξειδικευμένα είδη μουσικής. Εσείς έχετε κάνει σημαντική διεθνή πορεία, όμως στην Ελλάδα θεωρώ ότι έχουμε ακόμα κάποιες αγκυλώσεις.
Συμφωνώ πολύ μαζί σας, ειδικά στην επαρχία.

• Γιατί, λοιπόν, η όπερα θεωρείται ένα είδος που απευθύνεται σε λίγους; Τι έχετε να πείτε σε κάποιον που έχει αυτή την άποψη;
Ότι κάνει μεγάλο λάθος. Στην εποχή του Βέρντι, η όπερα θεωρούνταν λαϊκό είδος για τη χώρα. Θεωρώ ότι η όπερα είναι για όλους. Αυτό όμως που συμβαίνει δυστυχώς στη χώρα μας, παρότι έχει γνωρίσει μεγάλη πρόοδο, είναι ότι ο κόσμος δεν έχει γνωρίσει το είδος όσο θα έπρεπε, δεν έχει διαφημιστεί αρκετά όπως αλλά ήδη μουσικής , κυρίως δεν έχει διδαχτεί όσο του αξίζει. Δεν ξέρω αν άλλη χώρα στον κόσμο έχει μόνο μία όπερα όπως εμείς, παρότι η όπερα είναι η εξέλιξη της αρχαίας τραγωδίας. Και δυστυχώς έχουμε μόνο μία που ευτυχώς από την άλλη, κάνει τεράστιο έργο! Και με τις υψηλού επιπέδου παραστάσεις στο κεντρικό θέατρο στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Αλλά και με παραστάσεις, εμφανίσεις και συναυλίες και στην επαρχία, όπου ο κόσμος τις αγκαλιάζει. Δεν φαντάζεστε πώς αντιδρά! Με τι αγάπη! Πώς διψάει! Σε διάφορες περιοδείες μας, όπως πρόσφατα στην Κρήτη που ήμασταν για συναυλίες, χωρίς καν να είναι ολοκληρωμένη παράσταση όπερας, ο κόσμος ερχόταν στο τέλος και μας έλεγε «ευχαριστούμε, να ξανάρθετε, μη μας ξεχάσετε».
• Το έχουμε ανάγκη στην επαρχία, κυρία Καραγιάννη, το βλέπουμε, όχι μόνο στη Ρόδο αλλά και σε άλλα, μικρότερα νησιά, όπου γίνονται κάποιες προσπάθειες, με τη μετάδοση και σε ζωντανό χρόνο κάποιων παραστάσεων. Πόσο μεγάλη ανταπόκριση υπάρχει από τον κόσμο;
Μεγάλη, γι’ αυτό δεν το θεωρώ καθόλου ελιτίστικο είδος. Δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο, οποιασδήποτε ηλικίας, παιδί, έφηβο ή μεγαλύτερο, που να έρθει για πρώτη φορά στην όπερα και να μη γοητευτεί. Δεν έχω δει κανέναν που να περάσει την πόρτα της όπερας και να μη γίνει φανατικός, ειδικά σε ολοκληρωμένη παράσταση, γιατί σε μια συναυλία, παρότι μαγεύεται ο κόσμος από αυτό που ακούει, δεν έχει ολοκληρωμένη εικόνα, ακούει αποσπάσματα από όπερες.
Γι’ αυτό προσπαθούμε τελευταία να τους δίνουμε ένα στίγμα, τι θα ακούσουν στο επόμενο κομμάτι, από πού είναι το απόσπασμα και τι ακριβώς λέει, ώστε να μπαίνουν λίγο στο νόημα. Δεν υπάρχει όμως άνθρωπος που να έρθει να δει παράσταση και να φύγει χωρίς να θέλει να ξανάρθει.
• Εχετε ερμηνεύσει τη Βιολέτα σε διάφορες σκηνές και παραγωγές, τι διαφορετικό φέρνει για εσάς η παρουσίαση στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στη συγκεκριμένη παραγωγή;
Η συγκεκριμένη παραγωγή, σε σκηνοθεσία Νίκου Πετρόπουλου, είναι για μένα πλέον ιστορική. Είναι κλασικό ανέβασμα, με την έννοια των κοστουμιών, των σκηνικών και της σκηνοθεσίας, είναι σχεδόν όλα στην εποχή στην οποία αναφέρεται ο Βέρντι, στην εποχή που έζησε η Μαρί Ντυπλεσί, η αληθινή ηρωίδα του μυθιστορήματος, αφού το έργο βασίζεται στο μυθιστόρημα «Η κυρία με τις καμέλιες». Η μεταφορά γίνεται σε μια εποχή που βλέπουμε την όπερα να ζει και πολύ μοντέρνες, ακραίες σκηνοθεσίες. Βλέπουμε όμως και την αγάπη του κόσμου για το κλασικό, χωρίς να απορρίπτουμε το μοντέρνο. Δεν είμαι κατά των μοντέρνων προσεγγίσεων, αρκεί να σέβονται πρώτα απ’ όλα το έργο και τον συνθέτη, και μετά φυσικά το κοινό, για τους καλλιτέχνες και αντίστροφα. Ο κόσμος όμως αγαπάει το κλασικό, και όταν έρχεται να δει μια παράσταση, θέλει να ταξιδέψει για αυτές τις δυόμισι, τρεις ή τρεισήμισι ώρες που θα βρίσκεται εκεί.

• Μετά το τέλος της παράστασης, ο κόσμος μοιράζεται μαζί σας σκέψεις και συναισθήματα, που φαντάζομαι θα είναι έντονα. Με τον τρόπο που περιγράφετε την απόδοση, έρχονται κοπέλες που σας ρωτούν για τον τρόπο ή εκφράζουν την επιθυμία να ασχοληθούν με αυτό το ρεπερτόριο;
Φυσικά έρχονται, υπάρχει ενδιαφέρον. Έχω κάποιες μαθήτριες, υπέροχες, και η αγάπη τους είναι πραγματικά μεγάλη για την όπερα. Αν δεν το αγαπάς, δεν αντέχεις την σκληρή δουλειά που απαιτεί! Με συμβουλεύονται πάντα για τον τρόπο προσέγγισης των ρόλων, κυρίως για την τεχνική κι αυτό είναι που θέλω να διδαχτούν. Πώς αντιμετωπίζεις το συναίσθημα πάνω στη σκηνή, ώστε να μην παρασυρθείς και εξαντληθείς ψυχικά και να μην αντέξεις μέχρι το τέλος της παράστασης. Είναι πολλά τα στοιχεία που πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει, με την καλή έννοια.
• Με τη διεθνή σας πορεία, εντοπίζετε διαφορές όταν τραγουδάτε μπροστά στο ελληνικό κοινό σε σχέση με το εξωτερικό, τόσο για το κοινό όσο και για εσάς την ίδια;
Για μένα, είτε τραγουδήσω στην Κρήτη σε μια συναυλία, είτε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, είτε στο Covent Garden, είναι η ίδια ευθύνη, από κάθε άποψη, και για παρόμοιους λόγους, πολλοί από τους οποίους είναι κοινοί. Το κοινό είναι εκεί και περιμένει να ζήσει, να αισθανθεί κάτι, δεν το ζυγίζουμε ανάλογα με το πού απευθυνόμαστε. Είτε είναι εκατό ψυχές που περιμένουν στο κοινό είτε 1.500 ή 5.000 δεν μπορώ να πω ότι εδώ θα δώσω κάτι λιγότερο ή περισσότερο. Σαφώς αυτό που αλλάζει κατά κάποιον τρόπο είναι το άγχος και η προετοιμασία. Και σίγουρα αίσθημα μιας ακόμα μεγαλύτερης ευθύνης όταν πρόκειται για παραστάσεις στα μεγάλα θέατρα είτε Ελλάδα είτε εξωτερικού. Σχετικά με το κοινό, δεν έχω παράπονο από πουθενά. Παντού με έχουν «αγκαλιάσει» με πολλή αγάπη!
• Το κοινό βλέπει τη λάμψη και την υπερπαραγωγή πάνω στη σκηνή. Όμως πόση δουλειά και ίσως προσωπικές θυσίες κρύβονται πίσω από μια τέτοια παράσταση;
Πάρα πολλή δουλειά. Αν αναλογιστείτε ότι εγώ ξεκίνησα να σπουδάζω από τα 14 μου, και αν με ρωτήσετε πώς νιώθω τώρα, θα σας πω, μαθήτρια. Θα πάρω την παρτιτούρα μου, το βιβλίο που έχει τις νότες, τα λόγια και τη συνοδεία του πιάνου, της Τραβιάτα για παράδειγμα, σαν μαθήτρια, και θα πάω στον μέντορά μου να την ξαναμελετήσω, παρότι την έχω τραγουδήσει πάρα πολλές φορές. Το ίδιο έκανα και με τη Λουτσία, το ίδιο και με τη Μιμή, ρόλους που έχω ξανακάνει αλλά και καινούργιους. Πάντα μαθαίνεις, αυτό δεν σταματά ποτέ.
Η φωνή, όσο ωριμάζει περισσότερο, σου δίνει τη δυνατότητα για διαφορετική, πιο ώριμη ερμηνεία. Πάντα ένιωθα ότι η φωνή μου, ήταν ιδανική για την πρώτη πράξη, που είναι η πιο λαμπερή και πιο ελαφριά σκηνή, γιατί η φωνή μου ήταν πιο κοντά σε αυτό. Ένιωθα όμως ότι η τρίτη πράξη, που είναι πιο δραματική, χρειαζόταν κάτι πιο σκούρο στη φωνή μου, το οποίο έχει έρθει τώρα, ενώ παλιότερα υπήρχε σε μικρότερο βαθμό. Αυτό μού δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύσω ακόμα πιο άνετα αυτό που θέλω να βγάλω. Σε ό,τι αφορά τις θυσίες, το έχω ξαναπεί, πως όταν αγαπάς κάτι, οτιδήποτε κάνεις για αυτό δεν το νοιώθεις ως θυσία. Η μόνη θυσία που έχω κάνει για την όπερα είναι ο επιπλέον χρόνος που αφιέρωσα σ’ αυτήν αφαιρώντας τον από τον χρόνο που θα ήμουν με τον γιο μου.

• Αν μπορούσατε να κρατήσετε μόνο μία εικόνα ή ένα συναίσθημα που θα πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την «Τραβιάτα», ποιο θα θέλατε να είναι;
Θέλω να αφεθεί και να νοιώσει, ακόμα και να συγκινηθεί, κάτι που προϋποθέτει ότι εγώ και οι συνάδελφοί μου θα του το έχουμε προκαλέσει, και να αισθανθεί ψυχικά πιο ελαφρύς. Η τέχνη, όπως πίστευαν και οι αρχαίοι μας, είναι κάθαρση ψυχής. Δεν είναι τυχαίο που στα αρχαία Ασκληπιεία, το τελευταίο στάδιο θεραπείας των ασθενών ήταν το θέατρο.
• Μετά από τόσες σκηνές, χειροκροτήματα και επιτυχίες, κυρία Καραγιάννη, υπάρχει κάτι που σας προκαλεί την ίδια αγωνία με την πρώτη φορά που ανεβήκατε στη σκηνή;
Η αγωνία υπάρχει πάντα πριν ανέβεις, απλώς η εμπειρία σε κάνει να τη διαχειρίζεσαι όσο το δυνατόν καλύτερα. Δεν είναι όμως μόνο η εμπειρία, είναι και η πολύ καλή προετοιμασία, η μελέτη, αυτό που σας είπα, ότι αισθάνομαι πάντα μαθήτρια. Η μελέτη χρειάζεται και λόγω της εξέλιξης και της ωρίμανσης της φωνής, οπότε προσεγγίζεις κάθε φορά διαφορετικά τον ρόλο, και φωνητικά. Αυτές είναι λοιπόν οι προϋποθέσεις, καλή προετοιμασία και εμπειρία, που σε κάνουν να αντιμετωπίζεις οποιοδήποτε τυχόν συμβάν επί σκηνής. Ωστόσο η αγωνία αυτή, με το που ανοίγει η αυλαία, κατακαθίζει.
• Κλείνοντας, κυρία Καραγιάννη, υπάρχει κάποιος ρόλος που θέλετε να ερμηνεύσετε και δεν έχετε ακόμα καταφέρει, χρονικά εννοώ, ή έχετε την ευλογία να έχετε ερμηνεύσει ό,τι είχατε επιθυμήσει;
Έχω την ευλογία να έχω ερμηνεύσει πολλά από αυτά που είχα ονειρευτεί. Έχω όμως και την άλλη ευλογία να νιώθω ότι η φωνή μου, ωριμάζοντας, θα μου δώσει τη δυνατότητα, κάτι που δεν είναι δεδομένο σε όλους, να κάνω και άλλους πολλούς ρόλους που ίσως δεν είχα σκεφτεί παλιότερα, αλλά μου το δείχνει το χρώμα της φωνής όπως εξελίσσεται. Έχω την ευλογία να εξελίσσομαι βήμα βήμα, και για αυτό αισθάνομαι τεράστια ευγνωμοσύνη. Ξεκίνησα σαν ελαφριά κολορατούρα, τώρα είμαι λυρική κολορατούρα, προς λυρική φωνή, και βλέπω, όπως και ο δάσκαλός μου, ότι εξελίσσομαι προς τη δραματική κολορατούρα, και χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Ρόλος που θα ήθελα να ερμηνεύσω κάποια στιγμή, είναι η Μαντάμ Μπατερφλάι. Στο μέλλον θα ήθελα να εξαντλήσω όλους τους ρόλους του μπελ κάντο, που είναι αυτή τη στιγμή ιδανικοί για τη φωνή μου. Είναι ευλογία, δεν έχει σταματημό.
• Σωστό, όλα αυτά είναι απόρροια της εξέλιξης, της προσωπικής και της καλλιτεχνικής.
Ακριβώς, και θέλω να προσθέσω ότι είναι απόρροια και του σεβασμού στη φωνή. Συμβαίνει κάποιοι συνάδελφοι πολύ νωρίς να βαραίνουν τη φωνή τους με ρόλους που δεν είναι ακόμα έτοιμοι να υποστηρίξουν, και αυτό την κουράζει, τη ζημιώνει και εμποδίζει την εξέλιξή της· φιγουράρει, αλλά δεν μπορεί να βρει τον φυσικό της δρόμο. Εγώ έχω επιλέξει να ακολουθώ το ρεπερτόριό μου σύμφωνα πρώτα με την εξέλιξη της φωνής μου, σύμφωνα με αυτό που η ίδια μού δείχνει. Το σέβομαι απόλυτα, και πιστεύω ότι αυτό με ανταμείβει.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)



















