ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βασιλική Καραγιάννη: «Η όπερα δεν είναι ελιτίστικη, είναι μια τέχνη που προσφέρει κάθαρση ψυχής και ανήκει σε όλους»

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
IMG_1833
Η όπερα δεν είναι ελιτίστικη, είναι μια τέχνη που προσφέρει κάθαρση ψυχής και ανήκει σε όλους

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

✦ Σύνοψη ⌄
  • Η Βασι­λική Καρα­γιάννη, με κατα­γωγή από την Πάτρα, έχει κατα­κτή­σει κορυ­φαία λυρικά θέατρα παγκο­σμίως, όπως η Σκάλα του Μιλάνου και το Carnegie Hall.
  • Η σοπράνο κολο­ρα­τούρα έχει ερμη­νεύ­σει απαι­τη­τι­κούς ρόλους, με εμβλη­μα­τι­κές στιγμές όπως η α καπέλα εκτέ­λεση του Ολυ­μπια­κού Ύμνου το 2021 και η βρά­βευσή της το 2023.
  • Η επι­στροφή της στον ρόλο της Βιο­λέ­τας στην Τρα­βιάτα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ανα­δει­κνύει την αγάπη της για τον χαρα­κτήρα και την προ­σέγ­γιση του Βέρντι.
  • Η Καρα­γιάννη πιστεύει ότι η όπερα προ­σφέ­ρει κάθαρση ψυχής και ανήκει σε όλους, απορ­ρί­πτο­ντας την ιδέα ότι είναι ελι­τί­στικη τέχνη.
  • Εχει κατακτήσει μερικά από τα σπουδαιότερα λυρικά θέατρα του κόσμου, από τη Σκάλα του Μιλάνου και το Royal Opera House του Λονδίνου, μέχρι την Κρατική Όπερα της Κοπεγχάγης, τη Σαν Κάρλο της Νάπολης, την Όπερα του Τόκιο και το Carnegie Hall της Νέας Υόρκης

Με κατα­γωγή από την Πάτρα και αφε­τη­ρία τις σπουδές της από πολύ νεαρή ηλικία, η Βασι­λική Καρα­γιάννη δια­γρά­φει μια λαμπρή, πολυετή πορεία στη διεθνή λυρική σκηνή.

Στενή συνερ­γά­τις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ήδη από τα πρώτα της καλ­λι­τε­χνικά βήματα, η δια­κε­κρι­μένη σοπράνο κολο­ρα­τούρα έχει κατα­κτή­σει μερικά από τα σπου­δαιό­τερα λυρικά θέατρα του κόσμου, από τη Σκάλα του Μιλάνου και το Royal Opera House του Λον­δί­νου, μέχρι την Κρατική Όπερα της Κοπεγ­χά­γης, τη Σαν Κάρλο της Νάπολης, την Όπερα του Τόκιο και το Carnegie Hall της Νέας Υόρκης.

Έχοντας δοκι­μα­στεί με επι­τυ­χία στους πλέον απαι­τη­τι­κούς ρόλους του ρεπερ­το­ρίου, από τη Βασί­λισσα της Νύχτας και τη Λουτσία ντι Λαμερ­μούρ, μέχρι τη Μιμή, τη Ροζίνα και τη Βιολέτα, η καριέρα της σφρα­γί­στηκε από εμβλη­μα­τι­κές στιγμές, όπως η α καπέλα ερμη­νεία του Ολυ­μπια­κού Ύμνου στην Αρχαία Ολυμπία το 2021, αλλά και η τιμη­τική της βρά­βευση ως Καλύ­τερη Καλ­λι­τέ­χνης Όπερας «Μαρία Κάλλας» στο Μόντε Κάρλο το 2023.

Με αφορμή την επι­στροφή της στον εμβλη­μα­τικό ρόλο της Βιο­λέ­τας στην Τρα­βιάτα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η Βασι­λική Καρα­γιάννη μιλάει σήμερα στη «δημο­κρα­τική» για τις εσω­τε­ρι­κές εντά­σεις του Βέρντι, τη φωνη­τική ωρί­μανση που λει­τουρ­γεί «σαν το καλό κρασί», την αφο­σί­ωση στη μελέτη, αλλά και τη βαθιά της πεποί­θηση ότι η όπερα δεν είναι ένα ελι­τί­στικο είδος, αλλά μια τέχνη που προ­σφέ­ρει κάθαρση ψυχής και ανήκει σε όλους.

Κυρία Καρα­γιάννη, η Βιολέτα είναι ένας από τους πιο απαι­τη­τι­κούς ρόλους του λυρικού ρεπερ­το­ρίου. Τι είναι αυτό που εξα­κο­λου­θεί να σας συγκι­νεί κάθε φορά που την ερμη­νεύ­ετε;

Η Βιολέτα είναι πρόσωπο υπαρκτό και αυτό από μόνο του κίνησε αμέσως το ενδια­φέ­ρον μου, σαν μια ρομα­ντική και δρα­μα­τική ιστορία. Υπήρξε πραγ­μα­τικά αυτή η ηρωίδα και η σύντομη, ρομα­ντική και δρα­μα­τική πορεία της ζωής της ήταν αληθινή. Αυτό με συγκι­νεί πολύ από την αρχή.

Εκείνο όμως που κυρίως μου έχει κεντρί­σει την αγάπη και τον θαυ­μα­σμό είναι ο τρόπος που την έχει προ­σεγ­γί­σει ο Βέρντι, από την πρώτη φορά που άκουσα την όπερα, παιδί ακόμα.

Έχω κατα­λά­βει ότι ο Βέρντι έκανε ένα ψυχο­γρά­φημα πάνω σε αυτόν τον χαρα­κτήρα, πάνω σε αυτό το κορίτσι, γιατί ουσια­στικά δεν πρόλαβε να μεγα­λώ­σει. Παρότι έζησε μόνο 23 χρόνια, θα μπο­ρούσε κανείς να πει ότι έζησε τη ζωή όχι μίας, αλλά δύο 80χρονων γυναι­κών.

Ο Βέρντι κάνει λοιπόν ένα ψυχο­γρά­φημα σαν να το γύριζε κινη­μα­το­γρα­φικά, με μία μόνο κάμερα, παίρ­νο­ντας τη ζωή της από τα 14 χρόνια της, όταν ανα­γκα­στικά μπήκε στο επάγ­γελμα της εταίρας, μέχρι τα 23, όταν πέθανε. Ο τρόπος που το έχει κάνει είναι θαυ­μα­στός, γιατί εξυμνεί κυρίως τον χαρα­κτήρα και ίσως αυτό το πλήρωσε κιόλας στην εποχή που ανέβηκε το έργο, καθώς είναι σαν να «αγιο­ποιεί» κάπως ένα κορίτσι που έγινε εταίρα της υψηλής κοι­νω­νίας εκείνης της εποχής. Στα 14 της η Βιολέτα συνα­να­στρε­φό­ταν με ανθρώ­πους σε υψηλούς κύκλους, ερω­τεύ­ε­ται έναν ευγενή, θυσιά­ζε­ται για την αγάπη του και στο τέλος αρρω­σταί­νει και τελικά πεθαί­νει. Αυτός ο τρόπος που έχει δοθεί το έργο, στα σημεία που φωτο­γρα­φί­ζει τη Βιολέτα, την εξυ­ψώ­νει, και αυτό το βρίσκω μεγα­λειώ­δες, όπως και τη μουσική και την έμπνευση που είχε ο Βέρντι εξαι­τίας αυτής της ιστο­ρίας και αυτής της κοπέλας.

Αυτό είναι το ένα κομμάτι, που αφορά στον χαρα­κτήρα της Βιο­λέ­τας. Το άλλο είναι ότι απο­τε­λεί τερά­στια πρό­κληση για μια σοπράνο η ερμη­νεία της, ακριβώς γιατί ξεκινά από τη λαμπερή ζωή μιας εταίρας, ενός αστε­ριού, και περνάει στα­διακά σε όλο το έργο από εκεί στο δράμα και στην προ­σπά­θειά της να αντέξει τις μεγάλες εσω­τε­ρι­κές αντι­φά­σεις.

Έχει τερά­στιες απαι­τή­σεις ο Βέρντι σε αυτό το κομμάτι από τις σοπράνο, είναι ρεα­λι­στικά δύσκολο, πολύ δύσκολο. Πολλοί λένε ότι η Βιολέτα, για να ερμη­νευ­τεί, χρειά­ζε­ται δύο ή τρεις δια­φο­ρε­τι­κές φωνές, δια­φο­ρε­τι­κών κατη­γο­ριών. Αυτό και μόνο δείχνει πόσο μεγάλη πρό­κληση μπορεί να είναι, αλλά και πόσο ενδια­φέ­ρουσα και προ­κλη­τική, με την καλή έννοια.

Είπατε πως από παιδί έχετε εντυ­πω­σια­στεί με τον ρόλο της Βιο­λέ­τας. Είχατε φαντα­στεί, ωρι­μά­ζο­ντας καλ­λι­τε­χνικά στην πορεία των ετών, ότι θα είχατε τόσο μεγάλη ενα­σχό­ληση με αυτόν τον ρόλο;

Σίγουρα το ευχό­μουν. Ως σοπράνο ήξερα βαθιά μέσα μου ότι κάποια στιγμή θα το κάνω. Δεν ήξερα το πόσο, αλλά ήξερα ότι θα έχω την τιμή να ερμη­νεύσω αυτόν τον ρόλο, και είμαι ευγνώ­μων που από πολύ νεαρή ηλικία μού έχει προ­τα­θεί. Την πρώτη φορά, η αλήθεια είναι ότι το αρνή­θηκα, γιατί ήμουν πολύ μικρή και δεν θεω­ρούσα τη φωνή μου ώριμη τότε. Ήταν κάτι δύσκολο και για την υγεία της φωνής, αλλά και για τον τρόπο που θα με έκριναν στη συνέ­χεια, κάτι που μπορεί να μου κόστιζε στην πορεία μου. Ήταν μια πρό­σκληση από το εξω­τε­ρικό,

Τις άριες της Βιο­λέ­τας πάντως τις έχω τρα­γου­δή­σει από πολύ μικρή, ειδικά το «Addio, del passato», την άρια που τρα­γου­δάει πριν πεθάνει και απο­χαι­ρετά τα όμορφα χρόνια που έζησε, ένα από τα πιο γνωστά κομ­μά­τια του έργου. Την είχα μελε­τή­σει στα 16 μου χρόνια τόσο πολύ που είχα ταυ­τι­στεί μαζί της. Τρα­γου­δώ­ντας την σε εξε­τά­σεις στο ωδείο, θυμάμαι ότι κάτι είχα κατα­φέ­ρει ερμη­νευ­τικά, γιατί συγκι­νή­θηκε όλη η επι­τροπή.

Σε αυτή την ηλικία, δηλαδή στα 16 σας, ασχο­λιό­σα­σταν ήδη σε αυτό το απαι­τη­τικό επίπεδο του λυρικού τρα­γου­διού. Σημαί­νει αυτό ότι από μικρή είχατε ουσια­στικά απο­φα­σί­σει να ακο­λου­θή­σετε αυτή την κατεύ­θυνση;

Μέσα μου νομίζω πως ναι, το ήθελα. Το αν το είχα απο­φα­σί­σει είναι μεγάλη κου­βέ­ντα, όμως το ό,τι είχα σχέση με τη μουσική είναι γεγονός, γιατί είχα πολύ έντονα ερε­θί­σματα από την οικο­γέ­νειά μου.

Ο μπαμπάς μου έπαιζε ακορ­ντεόν, ακού­γαμε συνεχώς μουσική, οπότε η μουσική ήταν μέσα μου όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Το κομμάτι της όπερας όμως δεν το είχα γνω­ρί­σει ολο­κλη­ρω­τικά. Πήγαινα στο ωδείο μαθαί­νο­ντας ακορ­ντεόν, το πρώτο μουσικό όργανο που ξεκί­νησα να σπου­δάζω στα επτά μου χρόνια. Άκουγα τις άλλες μαθή­τριες, τις μεγα­λύ­τε­ρες, που έκαναν μαθή­ματα φωνη­τι­κής, έπαιρνα την καρε­κλί­τσα μου και καθό­μουν πίσω από την πόρτα.

Ήταν κάτι που το θαύμαζα και το αγα­πούσα, χωρίς να ξέρω αν είμαι ικανή να κάνω κάτι τέτοιο. Στα δέκα μου χρόνια είδα πρώτη φορά ολό­κληρη όπερα, στην τηλε­ό­ραση, γιατί είμαι από την επαρχία, από την Πάτρα, και δεν είχα την ευκαι­ρία να ακούσω ζωντανά όπερα παρά μόνο σε ρεσιτάλ ή κάποιες συναυ­λίες.

Εκεί μαγεύ­τηκα πραγ­μα­τικά. Αυτό όμως που ένιωσα στο πρώτο μου μάθημα δεν ξέρω αν μπορώ να το περι­γράψω με λόγια.

Ήταν στα 14, πολύ νωρίς βέβαια, γιατί καλό είναι τα κορί­τσια να ξεκι­νούν από τα 16 και μετά, και τα αγόρια από τα 18, ώστε να έχει ωρι­μά­σει η φωνή και το σώμα. Ξεκί­νησα λοιπόν στα 14, για καλή μου τύχη με εξαι­ρε­τική δασκάλα στην Πάτρα. Μέχρι τότε «έκλεβα» τα ακού­σματα, παρα­κο­λου­θώ­ντας κρυφά τα μαθή­ματα των άλλων πίσω από την κλειστή πόρτα. Από τη στιγμή που έκανα το πρώτο μου μάθημα, ένιωσα ότι αυτό θα κάνω στη ζωή μου, αυτό αγαπώ, αυτό θέλω, η καρδιά μου χτυ­πούσε τόσο πολύ. Το πρώτο μάθημα ήταν συγκλο­νι­στικό και έκτοτε δεν έχανα κανένα, από την ημέρα που είχα το δικό μου μάθημα, έμπαινα πρώτη και έφευγα τελευ­ταία, ακού­γο­ντας όλους τους άλλους. Οι γονείς μου μού έδωσαν τις ευκαι­ρίες, δεν το αγνό­η­σαν, το πρό­σε­ξαν και προ­σπά­θη­σαν να μου ανοί­ξουν όσο μπο­ρού­σαν τους δρόμους. Είμαι ευγνώ­μων για αυτό, γιατί δεν είναι δεδο­μένο σε όλες τις οικο­γέ­νειες.

Η αλήθεια είναι πως αυτό ισχύει ιδιαί­τερα για τόσο εξει­δι­κευ­μένα είδη μου­σι­κής. Εσείς έχετε κάνει σημα­ντική διεθνή πορεία, όμως στην Ελλάδα θεωρώ ότι έχουμε ακόμα κάποιες αγκυ­λώ­σεις.

Συμφωνώ πολύ μαζί σας, ειδικά στην επαρχία.

Γιατί, λοιπόν, η όπερα θεω­ρεί­ται ένα είδος που απευ­θύ­νε­ται σε λίγους; Τι έχετε να πείτε σε κάποιον που έχει αυτή την άποψη;

Ότι κάνει μεγάλο λάθος. Στην εποχή του Βέρντι, η όπερα θεω­ρού­νταν λαϊκό είδος για τη χώρα. Θεωρώ ότι η όπερα είναι για όλους. Αυτό όμως που συμ­βαί­νει δυστυ­χώς στη χώρα μας, παρότι έχει γνω­ρί­σει μεγάλη πρόοδο, είναι ότι ο κόσμος δεν έχει γνω­ρί­σει το είδος όσο θα έπρεπε, δεν έχει δια­φη­μι­στεί αρκετά όπως αλλά ήδη μου­σι­κής , κυρίως δεν έχει διδα­χτεί όσο του αξίζει. Δεν ξέρω αν άλλη χώρα στον κόσμο έχει μόνο μία όπερα όπως εμείς, παρότι η όπερα είναι η εξέλιξη της αρχαίας τρα­γω­δίας. Και δυστυ­χώς έχουμε μόνο μία που ευτυχώς από την άλλη, κάνει τερά­στιο έργο! Και με τις υψηλού επι­πέ­δου παρα­στά­σεις στο κεντρικό θέατρο στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Αλλά και με παρα­στά­σεις, εμφα­νί­σεις και συναυ­λίες και στην επαρχία, όπου ο κόσμος τις αγκα­λιά­ζει. Δεν φαντά­ζε­στε πώς αντιδρά! Με τι αγάπη! Πώς διψάει! Σε διά­φο­ρες περιο­δείες μας, όπως πρό­σφατα στην Κρήτη που ήμασταν για συναυ­λίες, χωρίς καν να είναι ολο­κλη­ρω­μένη παρά­σταση όπερας, ο κόσμος ερχόταν στο τέλος και μας έλεγε «ευχα­ρι­στούμε, να ξανάρ­θετε, μη μας ξεχά­σετε».

Το έχουμε ανάγκη στην επαρχία, κυρία Καρα­γιάννη, το βλέ­πουμε, όχι μόνο στη Ρόδο αλλά και σε άλλα, μικρό­τερα νησιά, όπου γίνο­νται κάποιες προ­σπά­θειες, με τη μετά­δοση και σε ζωντανό χρόνο κάποιων παρα­στά­σεων. Πόσο μεγάλη αντα­πό­κριση υπάρχει από τον κόσμο;

Μεγάλη, γι’ αυτό δεν το θεωρώ καθόλου ελι­τί­στικο είδος. Δεν έχω γνω­ρί­σει άνθρωπο, οποιασ­δή­ποτε ηλικίας, παιδί, έφηβο ή μεγα­λύ­τερο, που να έρθει για πρώτη φορά στην όπερα και να μη γοη­τευ­τεί. Δεν έχω δει κανέναν που να περάσει την πόρτα της όπερας και να μη γίνει φανα­τι­κός, ειδικά σε ολο­κλη­ρω­μένη παρά­σταση, γιατί σε μια συναυ­λία, παρότι μαγεύ­ε­ται ο κόσμος από αυτό που ακούει, δεν έχει ολο­κλη­ρω­μένη εικόνα, ακούει απο­σπά­σματα από όπερες.

Γι’ αυτό προ­σπα­θούμε τελευ­ταία να τους δίνουμε ένα στίγμα, τι θα ακού­σουν στο επόμενο κομμάτι, από πού είναι το από­σπα­σμα και τι ακριβώς λέει, ώστε να μπαί­νουν λίγο στο νόημα. Δεν υπάρχει όμως άνθρω­πος που να έρθει να δει παρά­σταση και να φύγει χωρίς να θέλει να ξανάρ­θει.

Εχετε ερμη­νεύ­σει τη Βιολέτα σε διά­φο­ρες σκηνές και παρα­γω­γές, τι δια­φο­ρε­τικό φέρνει για εσάς η παρου­σί­αση στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στη συγκε­κρι­μένη παρα­γωγή;

Η συγκε­κρι­μένη παρα­γωγή, σε σκη­νο­θε­σία Νίκου Πετρό­που­λου, είναι για μένα πλέον ιστο­ρική. Είναι κλασικό ανέ­βα­σμα, με την έννοια των κοστου­μιών, των σκη­νι­κών και της σκη­νο­θε­σίας, είναι σχεδόν όλα στην εποχή στην οποία ανα­φέ­ρε­ται ο Βέρντι, στην εποχή που έζησε η Μαρί Ντυ­πλεσί, η αληθινή ηρωίδα του μυθι­στο­ρή­μα­τος, αφού το έργο βασί­ζε­ται στο μυθι­στό­ρημα «Η κυρία με τις καμέ­λιες». Η μετα­φορά γίνεται σε μια εποχή που βλέ­πουμε την όπερα να ζει και πολύ μοντέρ­νες, ακραίες σκη­νο­θε­σίες. Βλέ­πουμε όμως και την αγάπη του κόσμου για το κλασικό, χωρίς να απορ­ρί­πτουμε το μοντέρνο. Δεν είμαι κατά των μοντέρ­νων προ­σεγ­γί­σεων, αρκεί να σέβο­νται πρώτα απ’ όλα το έργο και τον συνθέτη, και μετά φυσικά το κοινό, για τους καλ­λι­τέ­χνες και αντί­στροφα. Ο κόσμος όμως αγαπάει το κλασικό, και όταν έρχεται να δει μια παρά­σταση, θέλει να ταξι­δέ­ψει για αυτές τις δυόμισι, τρεις ή τρει­σή­μισι ώρες που θα βρί­σκε­ται εκεί.

Μετά το τέλος της παρά­στα­σης, ο κόσμος μοι­ρά­ζε­ται μαζί σας σκέψεις και συναι­σθή­ματα, που φαντά­ζο­μαι θα είναι έντονα. Με τον τρόπο που περι­γρά­φετε την απόδοση, έρχο­νται κοπέλες που σας ρωτούν για τον τρόπο ή εκφρά­ζουν την επι­θυ­μία να ασχο­λη­θούν με αυτό το ρεπερ­τό­ριο;

Φυσικά έρχο­νται, υπάρχει ενδια­φέ­ρον. Έχω κάποιες μαθή­τριες, υπέ­ρο­χες, και η αγάπη τους είναι πραγ­μα­τικά μεγάλη για την όπερα. Αν δεν το αγαπάς, δεν αντέ­χεις την σκληρή δουλειά που απαιτεί! Με συμ­βου­λεύ­ο­νται πάντα για τον τρόπο προ­σέγ­γι­σης των ρόλων, κυρίως για την τεχνική κι αυτό είναι που θέλω να διδα­χτούν. Πώς αντι­με­τω­πί­ζεις το συναί­σθημα πάνω στη σκηνή, ώστε να μην παρα­συρ­θείς και εξα­ντλη­θείς ψυχικά και να μην αντέ­ξεις μέχρι το τέλος της παρά­στα­σης. Είναι πολλά τα στοι­χεία που πρέπει κανείς να αντι­με­τω­πί­σει, με την καλή έννοια.

Με τη διεθνή σας πορεία, εντο­πί­ζετε δια­φο­ρές όταν τρα­γου­δάτε μπροστά στο ελλη­νικό κοινό σε σχέση με το εξω­τε­ρικό, τόσο για το κοινό όσο και για εσάς την ίδια;

Για μένα, είτε τρα­γου­δήσω στην Κρήτη σε μια συναυ­λία, είτε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, είτε στο Covent Garden, είναι η ίδια ευθύνη, από κάθε άποψη, και για παρό­μοιους λόγους, πολλοί από τους οποίους είναι κοινοί. Το κοινό είναι εκεί και περι­μέ­νει να ζήσει, να αισθαν­θεί κάτι, δεν το ζυγί­ζουμε ανάλογα με το πού απευ­θυ­νό­μα­στε. Είτε είναι εκατό ψυχές που περι­μέ­νουν στο κοινό είτε 1.500 ή 5.000 δεν μπορώ να πω ότι εδώ θα δώσω κάτι λιγό­τερο ή περισ­σό­τερο. Σαφώς αυτό που αλλάζει κατά κάποιον τρόπο είναι το άγχος και η προ­ε­τοι­μα­σία. Και σίγουρα αίσθημα μιας ακόμα μεγα­λύ­τε­ρης ευθύνης όταν πρό­κει­ται για παρα­στά­σεις στα μεγάλα θέατρα είτε Ελλάδα είτε εξω­τε­ρι­κού. Σχετικά με το κοινό, δεν έχω παρά­πονο από πουθενά. Παντού με έχουν «αγκα­λιά­σει» με πολλή αγάπη!

Το κοινό βλέπει τη λάμψη και την υπερ­πα­ρα­γωγή πάνω στη σκηνή. Όμως πόση δουλειά και ίσως προ­σω­πι­κές θυσίες κρύ­βο­νται πίσω από μια τέτοια παρά­σταση;

Πάρα πολλή δουλειά. Αν ανα­λο­γι­στείτε ότι εγώ ξεκί­νησα να σπου­δάζω από τα 14 μου, και αν με ρωτή­σετε πώς νιώθω τώρα, θα σας πω, μαθή­τρια. Θα πάρω την παρ­τι­τούρα μου, το βιβλίο που έχει τις νότες, τα λόγια και τη συνο­δεία του πιάνου, της Τρα­βιάτα για παρά­δειγμα, σαν μαθή­τρια, και θα πάω στον μέντορά μου να την ξανα­με­λε­τήσω, παρότι την έχω τρα­γου­δή­σει πάρα πολλές φορές. Το ίδιο έκανα και με τη Λουτσία, το ίδιο και με τη Μιμή, ρόλους που έχω ξανα­κά­νει αλλά και και­νούρ­γιους. Πάντα μαθαί­νεις, αυτό δεν σταματά ποτέ.

Η φωνή, όσο ωρι­μά­ζει περισ­σό­τερο, σου δίνει τη δυνα­τό­τητα για δια­φο­ρε­τική, πιο ώριμη ερμη­νεία. Πάντα ένιωθα ότι η φωνή μου, ήταν ιδανική για την πρώτη πράξη, που είναι η πιο λαμπερή και πιο ελαφριά σκηνή, γιατί η φωνή μου ήταν πιο κοντά σε αυτό. Ένιωθα όμως ότι η τρίτη πράξη, που είναι πιο δρα­μα­τική, χρεια­ζό­ταν κάτι πιο σκούρο στη φωνή μου, το οποίο έχει έρθει τώρα, ενώ παλιό­τερα υπήρχε σε μικρό­τερο βαθμό. Αυτό μού δίνει τη δυνα­τό­τητα να ερμη­νεύσω ακόμα πιο άνετα αυτό που θέλω να βγάλω. Σε ό,τι αφορά τις θυσίες, το έχω ξαναπεί, πως όταν αγαπάς κάτι, οτι­δή­ποτε κάνεις για αυτό δεν το νοιώ­θεις ως θυσία. Η μόνη θυσία που έχω κάνει για την όπερα είναι ο επι­πλέον χρόνος που αφιέ­ρωσα σ’ αυτήν αφαι­ρώ­ντας τον από τον χρόνο που θα ήμουν με τον γιο μου.

Edited with Lens Distortions v6.8.1

Αν μπο­ρού­σατε να κρα­τή­σετε μόνο μία εικόνα ή ένα συναί­σθημα που θα πάρει μαζί του ο θεατής φεύ­γο­ντας από την «Τρα­βιάτα», ποιο θα θέλατε να είναι;

Θέλω να αφεθεί και να νοιώσει, ακόμα και να συγκι­νη­θεί, κάτι που προ­ϋ­πο­θέ­τει ότι εγώ και οι συνά­δελ­φοί μου θα του το έχουμε προ­κα­λέ­σει, και να αισθαν­θεί ψυχικά πιο ελαφρύς. Η τέχνη, όπως πίστευαν και οι αρχαίοι μας, είναι κάθαρση ψυχής. Δεν είναι τυχαίο που στα αρχαία Ασκλη­πιεία, το τελευ­ταίο στάδιο θερα­πείας των ασθενών ήταν το θέατρο.

Μετά από τόσες σκηνές, χει­ρο­κρο­τή­ματα και επι­τυ­χίες, κυρία Καρα­γιάννη, υπάρχει κάτι που σας προ­κα­λεί την ίδια αγωνία με την πρώτη φορά που ανε­βή­κατε στη σκηνή;

Η αγωνία υπάρχει πάντα πριν ανέβεις, απλώς η εμπει­ρία σε κάνει να τη δια­χει­ρί­ζε­σαι όσο το δυνατόν καλύ­τερα. Δεν είναι όμως μόνο η εμπει­ρία, είναι και η πολύ καλή προ­ε­τοι­μα­σία, η μελέτη, αυτό που σας είπα, ότι αισθά­νο­μαι πάντα μαθή­τρια. Η μελέτη χρειά­ζε­ται και λόγω της εξέ­λι­ξης και της ωρί­μαν­σης της φωνής, οπότε προ­σεγ­γί­ζεις κάθε φορά δια­φο­ρε­τικά τον ρόλο, και φωνη­τικά. Αυτές είναι λοιπόν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις, καλή προ­ε­τοι­μα­σία και εμπει­ρία, που σε κάνουν να αντι­με­τω­πί­ζεις οποιο­δή­ποτε τυχόν συμβάν επί σκηνής. Ωστόσο η αγωνία αυτή, με το που ανοίγει η αυλαία, κατα­κα­θί­ζει.

Κλεί­νο­ντας, κυρία Καρα­γιάννη, υπάρχει κάποιος ρόλος που θέλετε να ερμη­νεύ­σετε και δεν έχετε ακόμα κατα­φέ­ρει, χρονικά εννοώ, ή έχετε την ευλογία να έχετε ερμη­νεύ­σει ό,τι είχατε επι­θυ­μή­σει;

Έχω την ευλογία να έχω ερμη­νεύ­σει πολλά από αυτά που είχα ονει­ρευ­τεί. Έχω όμως και την άλλη ευλογία να νιώθω ότι η φωνή μου, ωρι­μά­ζο­ντας, θα μου δώσει τη δυνα­τό­τητα, κάτι που δεν είναι δεδο­μένο σε όλους, να κάνω και άλλους πολλούς ρόλους που ίσως δεν είχα σκεφτεί παλιό­τερα, αλλά μου το δείχνει το χρώμα της φωνής όπως εξε­λίσ­σε­ται. Έχω την ευλογία να εξε­λίσ­σο­μαι βήμα βήμα, και για αυτό αισθά­νο­μαι τερά­στια ευγνω­μο­σύνη. Ξεκί­νησα σαν ελαφριά κολο­ρα­τούρα, τώρα είμαι λυρική κολο­ρα­τούρα, προς λυρική φωνή, και βλέπω, όπως και ο δάσκα­λός μου, ότι εξε­λίσ­σο­μαι προς τη δρα­μα­τική κολο­ρα­τούρα, και χαί­ρο­μαι πάρα πολύ γι’ αυτό. Ρόλος που θα ήθελα να ερμη­νεύσω κάποια στιγμή, είναι η Μαντάμ Μπα­τερ­φλάι. Στο μέλλον θα ήθελα να εξα­ντλήσω όλους τους ρόλους του μπελ κάντο, που είναι αυτή τη στιγμή ιδα­νι­κοί για τη φωνή μου. Είναι ευλογία, δεν έχει στα­μα­τημό.

Σωστό, όλα αυτά είναι απόρ­ροια της εξέ­λι­ξης, της προ­σω­πι­κής και της καλ­λι­τε­χνι­κής.

Ακριβώς, και θέλω να προ­σθέσω ότι είναι απόρ­ροια και του σεβα­σμού στη φωνή. Συμ­βαί­νει κάποιοι συνά­δελ­φοι πολύ νωρίς να βαραί­νουν τη φωνή τους με ρόλους που δεν είναι ακόμα έτοιμοι να υπο­στη­ρί­ξουν, και αυτό την κου­ρά­ζει, τη ζημιώ­νει και εμπο­δί­ζει την εξέλιξή της· φιγου­ρά­ρει, αλλά δεν μπορεί να βρει τον φυσικό της δρόμο. Εγώ έχω επι­λέ­ξει να ακο­λουθώ το ρεπερ­τό­ριό μου σύμφωνα πρώτα με την εξέλιξη της φωνής μου, σύμφωνα με αυτό που η ίδια μού δείχνει. Το σέβομαι απόλυτα, και πιστεύω ότι αυτό με αντα­μεί­βει.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.