- Ο 55χρονος κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία αμφισβητεί τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, υποστηρίζοντας ότι περιέχουν κενά και αντιφάσεις.
- Η υπεράσπισή του ζητά νέα ψυχιατροδικαστική εξέταση και αναπαράσταση του περιστατικού, ισχυριζόμενη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ανίκανος προς καταλογισμό κατά τη διάρκεια της πράξης.
- Οι εκθέσεις που συντάχθηκαν από ψυχιάτρους του Γενικού Νοσοκομείου θεωρούνται άκυρες, καθώς οι πραγματογνώμονες δεν έδωσαν τον απαιτούμενο όρκο.
- Η υπεράσπιση επισημαίνει ότι οι εκθέσεις δεν εξετάζουν κρίσιμα ζητήματα για την ποινική ευθύνη και δεν περιλαμβάνουν αντικειμενικές ιατρικές εξετάσεις.
• Ο προσωρινά κρατούμενος ημεδαπός, δια του συνηγόρου του κ. Εμμανουήλ Βλάχου, βάλλει κατά των δύο εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης κάνοντας λόγο για ακυρότητες, κενά και αντιφάσεις, ενώ ζητεί νέα ψυχιατροδικαστική εξέταση από την Ψυχιατρική Κλινική των Φυλακών Κορυδαλλού και αναπαράσταση του περιστατικού που κόστισε τη ζωή στον 63χρονο σύνοικό του
Νέα σελίδα ανοίγει στην υπόθεση του φονικού της 8ης Ιουνίου 2026, με θύμα τον 63χρονο ημεδαπό που έχασε τη ζωή του από μαχαιριά στον λαιμό στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όπου διέμενε στις Καλυθιές.
Ο 55χρονος ημεδαπός, ο οποίος κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος στις 11 Ιουνίου 2026 και νοσηλεύεται σήμερα στην Ψυχιατρική Κλινική των Φυλακών Κορυδαλλού, κατέθεσε στις 28 Ιουλίου 2026, δια του συνηγόρου του, δικηγόρου κ. Εμμανουήλ Βλάχου, προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Με το δικόγραφο αμφισβητείται ευθέως η πορεία της ανάκρισης, καθώς ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι κρίσιμα αιτήματα της υπεράσπισής του είτε δεν απαντήθηκαν ποτέ είτε ικανοποιήθηκαν με τρόπο ελλιπή, θέτοντας εκ νέου στο επίκεντρο το ζήτημα του καταλογισμού.
Υπενθυμίζεται ότι σε βάρος του 55χρονου έχουν ασκηθεί διώξεις για ανθρωποκτονία με δόλο, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, ενώ η υπεράσπιση εμμένει σταθερά στη θέση ότι κατά τον χρόνο της πράξης ο κατηγορούμενος ήταν ολοκληρωτικά ανίκανος προς καταλογισμό και ότι η τραγωδία υπήρξε αποτέλεσμα ατυχήματος.
Οι αιχμές για την πραγματογνωμοσύνη
Στον πυρήνα της προσφυγής βρίσκεται η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από τον Α’ τακτικό Ανακριτή. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η πλευρά του κατηγορουμένου, ο ανακριτής όρισε δύο ψυχιάτρους του Γενικού Νοσοκομείου, παραλείποντας ωστόσο να συμπεριλάβει στα προς διερεύνηση ζητήματα τα πλέον κρίσιμα ερωτήματα για την ποινική αντιμετώπιση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, δεν ζητήθηκε να απαντηθεί αν κατά τον χρόνο του περιστατικού ο κατηγορούμενος είχε πλήρη ικανότητα αντίληψης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 34 ή 36 του Ποινικού Κώδικα και αν κατά τον χρόνο τέλεσης ήταν ολοκληρωτικά ανίκανος προς καταλογισμό.
Η υπεράσπιση προχωρά όμως και ένα βήμα παραπέρα, προβάλλοντας λόγο ακυρότητας των δύο εκθέσεων που συντάχθηκαν με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2026. Όπως διατείνεται, οι πραγματογνώμονες δεν έδωσαν τον προβλεπόμενο όρκο, γεγονός που κατά την προσφυγή καθιστά άκυρες τις εκθέσεις τους. Επιπλέον, οι δύο εκθέσεις χαρακτηρίζονται πιστή αντιγραφή η μία της άλλης, με κενά και ασάφειες, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, δεν απαντούν με σαφήνεια στο ερώτημα του πλήρους ή μειωμένου καταλογισμού, δεν λαμβάνουν υπόψη το πλήρες ιατρικό και ψυχιατρικό ιστορικό του κατηγορουμένου και στηρίζονται αποκλειστικά σε συνέντευξη, χωρίς νευρολογικές, απεικονιστικές ή εργαστηριακές εξετάσεις που θα εισέφεραν αντικειμενικά βιολογικά στοιχεία.
Ιδιαίτερο βάρος δίδεται σε μια αντίφαση που, κατά την υπεράσπιση, διατρέχει τις εκθέσεις. Όπως υποστηρίζεται στην προσφυγή, οι πραγματογνώμονες από τη μια πλευρά αποφαίνονται ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάζει παραληρητική συμπεριφορά, με πεποίθηση ότι θα τον σώσουν εξωγήινοι, και από την άλλη καταλήγουν ότι προέβη στην πράξη με πλήρη συνείδηση. Η αντίφαση αυτή, κατά την πλευρά του 55χρονου, καθιστά επιτακτική τη διενέργεια νέας, άλλως συμπληρωματικής, πραγματογνωμοσύνης.

Το ζήτημα της αμεροληψίας
Δεύτερος άξονας της προσφυγής είναι η αμφισβήτηση της αντικειμενικότητας μίας εκ των διορισθέντων πραγματογνωμόνων. Ο κατηγορούμενος υπενθυμίζει ότι, περίπου 10 ημέρες πριν από το μοιραίο περιστατικό, είχε οδηγηθεί από τα αδέλφια του στην Ψυχιατρική Κλινική του νοσοκομείου με τάσεις να αφαιρέσει ο ίδιος τη ζωή του. Παρά την εισαγωγή του, όπως υποστηρίζει, έλαβε εξιτήριο λίγες ώρες αργότερα, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, με νέα φαρμακευτική αγωγή, μολονότι η ψυχική του κατάσταση παρουσίαζε ραγδαία επιδείνωση. Η γνωμάτευση εκείνη, κατά τη διατύπωση της προσφυγής, αποδείχθηκε μοιραία τόσο για τη ζωή του θύματος όσο και για τον ίδιο. Για τον λόγο αυτό η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη ιατρός δεν μπορεί να έχει αντικειμενική και αμερόληπτη κρίση στην υπόθεση, καθώς μάλιστα εναντίον της είχε διατυπωθεί εγγράφως μομφή ήδη από τις 10 Ιουνίου 2026, χωρίς, όπως αναφέρεται, να υπάρξει συνέχεια.
Με βάση τα παραπάνω, ζητείται η νέα ψυχιατροδικαστική εξέταση να ανατεθεί σε ειδικό πραγματογνώμονα της Ψυχιατρικής Κλινικής των Φυλακών Κορυδαλλού, όπου ο 55χρονος νοσηλεύεται σήμερα, με το σκεπτικό ότι οι εκεί ψυχίατροι διαθέτουν μεγαλύτερη εξειδίκευση, εμπειρία και τεχνολογικό εξοπλισμό για κρατούμενους με ψυχικές και διανοητικές παθήσεις.
Η σιωπηρή άρνηση για την αναπαράσταση
Ο δεύτερος λόγος της προσφυγής αφορά στο αίτημα αναπαράστασης των συνθηκών του περιστατικού, το οποίο είχε υποβληθεί ήδη από τις 10 Ιουνίου 2026, κατ’ άρθρο 180 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Όπως προκύπτει από την προσφυγή, ο ανακριτής ουδέποτε απάντησε στο αίτημα αυτό, μολονότι έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο του 1 μηνός, γεγονός που η υπεράσπιση χαρακτηρίζει σιωπηρή άρνηση και ζητεί την ακύρωσή της.
Κατά την πλευρά του κατηγορουμένου, η αναπαράσταση είναι το μόνο μέσο που μπορεί να φωτίσει τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες το θύμα τραυματίστηκε θανάσιμα στον λαιμό, δεδομένου ότι ο ίδιος, εξαιτίας της βαριάς ψυχικής του πάθησης, εμφανίζει σοβαρά κενά μνήμης και αδυνατεί να ανασυνθέσει τι ακριβώς συνέβη. Η εκδοχή που προβάλλει παραμένει αυτή που είχε διατυπώσει και κατά την απολογία του, ότι δηλαδή θυμάται μόνο πως λίγο πριν από τον θάνατο του 63χρονου επιχείρησε να στρέψει το μαχαίρι στην κοιλιακή του χώρα για να αυτοκτονήσει και ότι το τραγικό αποτέλεσμα πιθανόν επήλθε τη στιγμή που το θύμα προσπάθησε να τον αποτρέψει, όπως φέρεται να είχε πράξει και στο παρελθόν. Η υπεράσπιση επικαλείται εξάλλου και την αυθόρμητη φράση του κατηγορουμένου στην προανακριτική του κατάθεση, ότι δεν είχε σκοπό να κάνει κακό στο θύμα αλλά στον εαυτό του, ως στοιχείο που συνηγορεί στην παντελή απουσία ακόμη και ενδεχόμενου δόλου.

Το ιστορικό της υπόθεσης
Το φονικό σημειώθηκε γύρω στις 19:30 της Δευτέρας 8 Ιουνίου 2026, στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας όπου διέμεναν τα δύο πρόσωπα. Ο 63χρονος εντοπίστηκε από το πλήρωμα του ΕΚΑΒ ξαπλωμένος στον αύλειο χώρο, χωρίς σφυγμό και αισθήσεις, με τραύμα στον λαιμό, ενώ ο φερόμενος ως δράστης βρέθηκε στο σημείο με αίματα στα χέρια, χωρίς να έχει επιχειρήσει να απομακρυνθεί. Το φονικό όργανο, μαχαίρι οικιακής χρήσης συνολικού μήκους 21 εκατοστών και λάμας 11,5 εκατοστών, κατασχέθηκε στον χώρο.
Ο 55χρονος πάσχει, κατά δήλωσή του, από σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή, είναι διαβητικός και έχει νοσηλευτεί κατ’ επανάληψη σε δημόσιες ψυχιατρικές δομές, με την τελευταία εισαγωγή του να τοποθετείται στις 29 Μαΐου 2026. Το πρωί της ημέρας του εγκλήματος είχε μάλιστα εξεταστεί στην ψυχιατρική κλινική, στοιχείο που η υπεράσπιση αξιοποιεί σταθερά σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Θύμα και κατηγορούμενος ζούσαν για χρόνια κάτω από την ίδια στέγη και, κατά πληροφορίες, συνδέονταν με στενή φιλία, με συγγενείς του 55χρονου να φροντίζουν συχνά για τη σίτιση και των δύο.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε



.gif)

















