- Να στηριχθούν οι ελληνορθόδοξες κοινότητες παγκοσμίως, τονίζει ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Νικόλαος Φαραντούρης, σε συνέντευξή του.
- Η στρατηγική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία απαιτεί αποφασιστική άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, με σαφή «κόκκινη γραμμή» που δεν επιτρέπει περιορισμούς από κανέναν.
- Ο Φαραντούρης αναφέρεται στην ανάγκη υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, που εμποδίζεται από την Τουρκία, και τονίζει ότι η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας επηρεάζει τα συμφέροντα ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Καλεί την Ελληνική Κυβέρνηση να προχωρήσει σε πράξεις άσκησης εθνικής κυριαρχίας, αξιοποιώντας τα δικαιώματα που παρέχει το Δίκαιο της Θάλασσας και προασπίζοντας τα συμφέροντα της χώρας στο Αιγαίο.
• «Να στηρίξουμε τις ελληνορθόδοξες κοινότητες σε όλον τον κόσμο», δηλώνει στη «δ» σε μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, μέλος της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Τη στρατηγική της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία, την ανάγκη πιο αποφασιστικής άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, αλλά και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό, αναλύει στη «δ» ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Νικόλαος Φαραντούρης. Από την Κάσο, όπου βρέθηκε για συζητήσεις γύρω από το Διεθνές Δίκαιο και τις θαλάσσιες ζώνες, στέλνει μήνυμα για «πράξεις άσκησης εθνικής κυριαρχίας», ενώ μιλά ακόμη για την ΑΟΖ, τη Συμφωνία των Πρεσπών, τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία και την ανάγκη η Ελλάδα να αξιοποιήσει την ήπια ισχύ και το γεωπολιτικό της κεφάλαιο.
Αναλυτικά η συνέντευξη
• Κύριε Φαραντούρη, από την Ηρωική Νήσο Κάσο είχατε τη δυνατότητα να στείλετε μήνυμα σε πρωτεύουσες του κόσμου για το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας να ποντίσει το καλώδιο για τη διασύνδεση των τριών χωρών. Ποια πρέπει να είναι η «κόκκινη γραμμή» της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία;
Βρέθηκα στην Κάσο στις αρχές Σεπτεμβρίου κα. Παμπρή, για ένα διήμερο συζητήσεων με το Center of International Law & Diplomacy για ζητήματα Διεθνούς Δικαίου, διεθνών σχέσεων, οριοθέτησης Θαλασσίων Ζωνών. Επιλέξαμε την Κάσο για να στείλουμε μηνύματα προς την Ευρώπη, την Ουάσιγκτον και την Τουρκία. Και κάναμε ιδιαίτερη αναφορά στην υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου την οποία παρεμποδίζει η Άγκυρα και για την οποία η Αθήνα δεν έχει παρουσιάσει ακόμη κανένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα υλοποίησής της. Ποιο ήταν το μήνυμα που θέλαμε να στείλουμε με την επιλογή της Κάσου; Ένα καθαρό μήνυμα προς όλον τον κόσμο αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση, ότι η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου αποτελεί αμφισβήτηση των δικαιωμάτων και συμφερόντων ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είμαι σαφής: τα σύνορα της Ελλάδας είναι και σύνορα της Ευρώπης και κάθε αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας αφορά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επομένως, η κόκκινη γραμμή είναι μία και είναι απολύτως σαφής: η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδέχεται περιορισμούς στην άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων ούτε από την Τουρκία ούτε από κανέναν άλλον. Αυτό αφορά βεβαίως στο καλώδιο, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Αφορά την παρουσία των Ελλήνων αλιέων στο Αιγαίο, την αξιοποίηση των θαλασσίων ζωνών μας, την άσκηση των δικαιωμάτων που μας παρέχει το Δίκαιο της Θάλασσας. Μια χώρα με τη γεωγραφία, την ιστορία και τη ναυτική παράδοση της Ελλάδας δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη θάλασσα ως χώρο στον οποίο απλώς προσπαθεί να αποφεύγει προβλήματα. Με γνώμονα το διεθνές δίκαιο, κάλεσα από την πλευρά μου την Ελληνική Κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα σε πράξεις άσκησης εθνικής κυριαρχίας.
Πρώτον, την άμεση έναρξη εργασιών πόντισης του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, ενός έργου που έχει χρηματοδοτηθεί με 700 εκατομμύρια από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποτελεί υποχρέωση και δικαίωμα Ελλάδας και Κύπρου.
Δεύτερον, τη θωράκιση και προάσπιση των Ελλήνων ψαράδων στο Αιγαίο, που καθημερινά εκτοπίζονται και απωθούνται από Τούρκους αλιείς με τις πλάτες των τουρκικών αρχών.
Τρίτον, την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ν.μ. νοτίως της Κρήτης. Σε αυτή τη συγκυρία. χρειάζεται μια πολιτική που να συνδυάζει νηφαλιότητα και αποφασιστικότητα. Δεν έχουμε κανένα λόγο να επιδιώκουμε την ένταση. Έχουμε όμως κάθε λόγο να είμαστε απολύτως σαφείς ως προς το τι δεν διαπραγματευόμαστε: την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και την ελεύθερη άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της χώρας. Αυτό είναι το μήνυμα που κρατώ από την Κάσο: η Ελλάδα μπορεί να είναι χώρα διαλόγου, χώρα ειρήνης και σταθερότητας, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να είναι και χώρα που γνωρίζει τα δικαιώματά της, τα υπερασπίζεται και τα ασκεί.

• Να επιμείνω κ. ευρωβουλευτά στα ελληνοτουρκικά. Θεωρείτε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σταθεί επαρκώς στο πλευρό της Ελλάδας απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις;
Θα έλεγα ότι η Ε.Ε. έχει κάνει βήματα, αλλά δεν έχει ακόμη διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία. Η Ένωση αποτελείται από 27 κράτη-μέλη, με διαφορετικές γεωγραφικές αφετηρίες και διαφορετικές αντιλήψεις για τις προτεραιότητες ασφαλείας. Για την Πολωνία ή τις χώρες της Βαλτικής, η ρωσική απειλή είναι η απόλυτη προτεραιότητα. Για την Ελλάδα, η κατάσταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί ένα διαφορετικό περιβάλλον ασφαλείας. Η δική μας δουλειά είναι να πείσουμε ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί ευρωπαϊκό στρατηγικό συμφέρον.
Η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας δύσκολος γείτονας. Επιδιώκει την αναθεώρηση της περιφερειακής τάξης πραγμάτων. Το βλέπουμε στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο, στη Λιβύη, στη διαρκή προβολή της «Γαλάζιας Πατρίδας», αλλά και στον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να μετατρέψει την οικονομική και αμυντική της ισχύ σε πολιτική επιρροή. Για τους Ευρωπαίους, η Τουρκία είναι σημαντικός γεωπολιτικός και οικονομικός εταίρος, χώρα του ΝΑΤΟ και κρίσιμος παράγοντας σε μια σειρά από περιφερειακές κρίσεις.
Δεν μπορεί όμως να παραγνωρίζουμε ότι απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο. Αυτό ακριβώς ανέδειξα και με την παρέμβασή μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη συμμετοχή της Τουρκίας στα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας. Και βεβαίως, αυτό αφορά και την ελληνική κυβέρνηση. Ζητάμε εκ των υστέρων από τις Βρυξέλλες να μας στηρίξει όταν η Αθήνα παρουσιάζει μια εικόνα μακράς εξομάλυνσης των σχέσεών της με την Τουρκία.
Η διπλωματία των «ήρεμων νερών» μπορεί να μειώνει προσωρινά την ένταση, αλλά έχει παρερμηνευτεί στους διαδρόμους των ευρωπαϊκών οργάνων. Σας λέω και αυτό: δεν αρκεί να έχουμε δίκιο αλλά να το μετατρέψουμε σε ευρωπαϊκή πολιτική. Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι μια Ευρώπη που απλώς θα εκδίδει δηλώσεις αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, αλλά η Ευρώπη που αντιλαμβάνεται την Ανατολική Μεσόγειο ως δικό της στρατηγικό χώρο και την Ελλάδα ως πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας σε αυτόν.
• Ποια θεωρείτε ότι πρέπει να είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική για την επίλυση του Κυπριακού; Τα χρόνια περνούν και η κατάσταση παραμένει αδιάλλακτη. Μήπως τελικά είναι ουτοπία να ονειρευόμαστε επίλυση της πληγής της Μεγαλονήσου;
Δεν πιστεύω στις ουτοπίες όταν μιλάμε για εθνική στρατηγική. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η κατοχή δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε μια ιστορική υποσημείωση που απλώς θα θυμόμαστε στις επετείους. Η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το έδαφός της παραμένει διαιρεμένο εξαιτίας μιας στρατιωτικής κατοχής. Αυτό από μόνο του επιβάλλει στην Ευρώπη να έχει πολύ πιο ενεργό πολιτικό ρόλο. Η ευρωπαϊκή στρατηγική, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ξεκινά από μια καθαρή αρχή: η βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την επίλυση του Κυπριακού. Δεν μπορεί η Ευρώπη να προσφέρει διαρκώς νέα κίνητρα και νέα πεδία συνεργασίας στην Άγκυρα και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως ένα πρόβλημα που αφορά αποκλειστικά στα δύο μέρη του νησιού. Δεν αρνούμαστε τον διάλογο αλλά πρέπει να έχει πλαίσιο, κανόνες και ευρωπαϊκή πολιτική στήριξη. Η Κύπρος δεν μπορεί να οδηγείται σε μια λογική «βρείτε τα μεταξύ σας», σαν να πρόκειται για μια ισότιμη διμερή διαφορά χωρίς ιστορικό εισβολής, κατοχής και παραβίασης του διεθνούς δικαίου. Ταυτόχρονα, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Η λύση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, στο πλαίσιο των αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών, δεν είναι ίσως η λύση που θα επέλεγε κανείς αν μπορούσε να σχεδιάσει σήμερα το Κυπριακό από μηδενική βάση. Είναι όμως το συμφωνημένο διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αναζητηθεί λύση. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο. Μπορούμε όμως να αποτρέψουμε την παγίωση της διχοτόμησης. Επομένως, θέλουμε μια ευρωπαϊκή στρατηγική με δύο παράλληλους άξονες. Πρώτον, σταθερή προσήλωση στη διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών και στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και δεύτερον, την αξιοποίηση της ίδιας της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πολιτικού και θεσμικού πλεονεκτήματος.
Και εδώ χρειάζεται συνέπεια. Δεν μπορούμε να ζητούμε από την Ευρώπη να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο στην Ουκρανία, στα Δυτικά Βαλκάνια ή οπουδήποτε αλλού και να εμφανίζεται λιγότερο απαιτητική όταν πρόκειται για την Κύπρο. Η αρχή πρέπει να είναι μία και αδιαίρετη: το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζεται à la carte.• Κύριε ευρωβουλευτά, η αξιοποίηση των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών για την ενεργειακή και γεωπολιτική θέση της χώρας αντιλαμβάνομαι ότι είναι θέμα ιδιαίτερα σημαντικό. Πρέπει η Ελλάδα να προχωρήσει πιο αποφασιστικά στην οριοθέτηση ΑΟΖ με τις γειτονικές χώρες;
Απολύτως. Και θα έλεγα ότι σήμερα αυτό το ζήτημα πρέπει να είναι προτεραιότητα της εθνικής στρατηγικής. Οι Έλληνες είμαστε κατεξοχήν θαλάσσια δύναμη. Σήμερα η θάλασσα είναι ο χώρος μέσα από τον οποίο ενισχύουμε την ενεργειακή μας ασφάλεια, τις οικονομικές μας δυνατότητες και τη γεωπολιτική μας επιρροή. Γι’ αυτό και η πολιτική μας για τις θαλάσσιες ζώνες δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε να καθορίζεται από τον φόβο της αντίδρασης της Άγκυρας.
Οι συμφωνίες οριοθέτησης με την Ιταλία και με την Αίγυπτο αποτελούν χρήσιμα προηγούμενα και αποδεικνύουν ότι υπάρχουν δυνατότητες συνεννόησης με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να κινηθούμε πιο ενεργητικά σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Όσο δεν το κάνουμε εμείς, θα το επιχειρεί η Τουρκία. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, για παράδειγμα, μπορεί να είναι παράνομο αλλά η Άγκυρα προσπαθεί με αυτό να δημιουργήσει ερείσματα σε βάρος των συμφερόντων μας.
Η ελληνική στρατηγική, με απλά λόγια, πρέπει να συνδέεται με την ενέργεια, τις μεταφορές, την ασφάλεια και τη ναυτιλία σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ν.μ. νοτίως της Κρήτης μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο, συγκεκριμένο βήμα. Όχι ως κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά ως άσκηση ενός δικαιώματος που προβλέπεται από το Διεθνές Δίκαιο.

• Θεωρείτε ότι η Ελλάδα πρέπει να χρησιμοποιήσει την ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας ως μοχλό πίεσης για την πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών;
Η Συμφωνία των Πρεσπών κυρία Παμπρή, προϋποθέτει ότι και οι δύο πλευρές τηρούν όσα συμφώνησαν. Εφόσον παρατηρούνται παρεκκλίσεις από τους γείτονες, η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη θέση της ώστε η ευρωπαϊκή προοπτική της γειτονικής χώρας να λειτουργήσει ως κίνητρο πλήρους και συνεπούς εφαρμογής της Συμφωνίας. Υπάρχουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αφορούν την ονομασία, τα δημόσια σύμβολα, τα έγγραφα, τις θεσμικές αναφορές, αλλά και ζητήματα που έχουν μεγαλύτερο βάθος, όπως η εκπαίδευση και η αντιμετώπιση ιστορικών και αλυτρωτικών αφηγήσεων. Και εδώ θα ήθελα να σταθώ σε κάτι που κατά τη γνώμη μου έχει χαθεί μέσα στη δημόσια συζήτηση. Υπάρχουν δύο επιτροπές με ιδιαίτερη σημασία: η μία για τα σχολικά βιβλία και η άλλη για τα εμπορικά σήματα. Αυτοί δεν είναι «διακοσμητικοί» θεσμοί. Είναι τα εργαλεία για να αντιμετωπιστούν στην πράξη οι πηγές εκείνων των αλυτρωτικών αντιλήψεων που δηλητηρίασαν για δεκαετίες τις σχέσεις των δύο λαών.
Αν αυτοί οι μηχανισμοί δεν λειτουργούν θα πρέπει να υπάρχουν συνέπειες. Η Αθήνα όμως τι κάνει; Σιωπά. Είναι μια από τις πολλές αντιφάσεις στις οποίες ο κύριος Μητσοτάκης έχει υποπέσει αναφορικά με το Μακεδονικό. Όταν η άλλη πλευρά παραβιάζει τις δεσμεύσεις της, η Ελλάδα πρέπει να χρησιμοποιεί όλα τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
• Να ζητήσω κ. Φαραντούρη να πάμε βορειότερα και πιο συγκεκριμένα, θα ήθελα τη θέση σας για την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας σε σχέση με τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας;
Η ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία είναι ένα ζωντανό και ανθεκτικό κομμάτι του Ελληνισμού, που άντεξε σε εξαιρετικά δύσκολες ιστορικές συνθήκες. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, ούτε πατερναλισμό ούτε μεγάλες διακηρύξεις. Χρειάζεται το αυτονόητο: τα δικαιώματά της να προστατεύονται στην πράξη. Η Αλβανία έχει επιλέξει τον ευρωπαϊκό της δρόμο και αυτό είναι θετικό. Ακριβώς όμως επειδή μιλάμε για ευρωπαϊκή προοπτική, το ζήτημα των μειονοτικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια διμερής ελληνοαλβανική διαφορά. Είναι ζήτημα κράτους δικαίου, προστασίας της ιδιοκτησίας, ισονομίας, πολιτιστικής και θρησκευτικής ελευθερίας και, τελικά, ευρωπαϊκής δημοκρατικής τάξης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιουσιακό ζήτημα. Για τις ελληνικές οικογένειες της Βορείου Ηπείρου η ιδιοκτησία δεν είναι μια αφηρημένη νομική έννοια. Η ευρωπαϊκή πορεία μιας χώρας προϋποθέτει ότι τα σύνορα δεν αμφισβητούνται στην πράξη ή στη ρητορική και ότι η εθνική ταυτότητα δεν μετατρέπεται σε εργαλείο διεκδικήσεων εις βάρος των γειτόνων. Θέλω, όμως, να είμαι σαφής και σε κάτι ακόμη: η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να επιβάλει ευρωπαϊκά πρότυπα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις μέσα απ’ την διαδικασία αυτη. Μια Αλβανία που λειτουργεί με κράτος δικαίου, σέβεται τις μειονότητες και εφαρμόζει στην πράξη τα ευρωπαϊκά κεκτημένα είναι προς το συμφέρον και της Ελλάδας και ολόκληρης της περιοχής.
Γι’ αυτό η ελληνική πολιτική χρειάζεται σταθερότητα και αυτοπεποίθηση. Ασφαλώς, οποιαδήποτε ευρωπαϊκή προοπτική των γειτόνων μας, περνά από τα μειονοτικά χωριά και τα δικαιώματα των Ελλήνων όπου αυτά δοκιμάζονται.
• Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο λάθος που έχει κάνει η Ελλάδα στην εξωτερική της πολιτική τα τελευταία χρόνια, δηλαδή ποια είναι η μία αλλαγή που θα κάνατε αύριο στην ελληνική εξωτερική πολιτική, αν είχατε την ευθύνη;
Ξεχάσαμε την ήπια ισχύ μας. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο πολιτισμικό, ιστορικό και γεωπολιτικό κεφάλαιο, αλλά συχνά συμπεριφέρεται σαν να χρειάζεται την άδεια των άλλων για να το αξιοποιήσει. Τα τελευταία χρόνια δείχνουμε σαν να μην έχουμε την αυτοπεποίθηση μιας χώρας που γνωρίζει το ειδικό της βάρος και έτσι χάνουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Πολύ συχνά προστρέχουμε σε τρίτους για να εξισορροπήσουμε την τουρκική απειλή. Ζητούμε από άλλους να κάνουν αυτό που θα έπρεπε πρώτα εμείς να έχουμε κάνει: να διαμορφώσουμε το περιβάλλον γύρω μας.
Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τον πολιτισμό, τη διασπορά, την παιδεία, την οικονομία, τη ναυτιλία, τη διπλωματία, την ευρωπαϊκή της ιδιότητα, τα Ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία, τις ελληνικές και ελληνορθόδοξες κοινότητες στην Μ. Ανατολή, τη Συρία, την Αφρική, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τη Χερσόνησο του Σινά. Να παράγει επιρροή με την ΠΑΡΟΥΣΙΑ της σε όλα αυτά τα μέρη, όχι απλώς να αντιδρά στις κινήσεις των άλλων. Η Ελλάδα μπορεί να βρει μια καλύτερη θέση της στον κόσμο. Όχι ως μια μικρή χώρα που φοβάται το μέγεθός της, αλλά ως γέφυρα της Ανατολικής Μεσογείου και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Μια χώρα που δεν περιμένει να της ανοίξουν χώρο, αλλά δημιουργεί τον δικό της. Αυτό θα άλλαζα αύριο.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
























