• Η υπόθεση, η οποία συνδυάζει δύο από τα πλέον ευαίσθητα και κοινωνικά φορτισμένα αδικήματα της σύγχρονης ποινικής νομοθεσίας, επιστρέφει στο ακροατήριο σε λίγες μόλις ημέρες
Για την 20ή Απριλίου 2026 αναβλήθηκε από το Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου η εκδίκαση υπόθεσης με κατηγορούμενο έναν 29χρονο ημεδαπό, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες για παράβαση του άρθρου 7 του Νόμου 3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας, γνωστού ευρέως ως stalking, καθώς και για παράβαση του αντίστοιχου άρθρου του Ποινικού Κώδικα που αφορά στην εκδικητική πορνογραφία.
Και οι δύο κατηγορίες προέκυψαν από μήνυση που κατέθεσε η πρώην σύντροφός του, μια 21χρονη ημεδαπή, η οποία περιέγραψε στις Αρχές μια σειρά από πράξεις που υποστηρίζει ότι υπέστη μετά τη λύση της σχέσης τους.
Οπως έγραψε και χθες η «δημοκρατική», η 21χρονη ημεδαπή και ο 29χρονος κατηγορούμενος διατηρούσαν συντροφική σχέση από τον Ιούνιο του 2022 έως τον Φεβρουάριο του 2026, διάστημα που αγγίζει τα 3,5 χρόνια. Πρόκειται για μια σχέση διόλου σύντομη, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στις αλλεπάλληλες εξελίξεις που ακολούθησαν τον χωρισμό. Σύμφωνα με την κατάθεση της μηνύτριας, στο πλαίσιο της ερωτικής τους σχέσης ο πρώην σύντροφός της προέβαινε σε βιντεοσκόπηση των ερωτικών τους συνευρέσεων, πάντα με τη ρητή συναίνεσή της. Το υλικό αυτό, το οποίο δημιουργήθηκε σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, κατέληξε να αποτελέσει το κεντρικό εργαλείο των απειλών που, κατά την ημεδαπή, άρχισαν να εκτοξεύονται εναντίον της αμέσως μετά τον χωρισμό.
Η ίδια ανέφερε στις Αρχές ότι ο 29χρονος της δήλωσε ρητά ότι θα δημοσίευε το υλικό αυτό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ότι θα το απέστελλε σε στενά μέλη της οικογένειάς της, και συγκεκριμένα στον πατέρα και στον μικρότερο αδελφό της. Η επιλογή των αποδεκτών δεν φαίνεται τυχαία· οι απειλές στόχευαν προδήλως στη μεγαλύτερη δυνατή ψυχολογική πίεση και εξευτελισμό. Σύμφωνα με τη μηνύτρια, το κίνητρο πίσω από όλα αυτά δεν είναι άλλο από εκδίκηση για τον χωρισμό, μια αφήγηση που εντάσσεται σε ένα πρότυπο συμπεριφοράς που η νομολογία αναγνωρίζει πλέον με σαφήνεια ως εκδικητική πορνογραφία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διευκρίνιση που έκανε η ίδια η ημεδαπή στην κατάθεσή της: ο 29χρονος δεν έχει ως σήμερα προβεί σε δημοσίευση του υλικού ούτε έχει αποστείλει κάτι στα πρόσωπα που ανέφερε. Η ελληνική έννομη τάξη, ωστόσο, θεωρεί αυτοτελές αδίκημα την ίδια την εκφρασμένη και επανειλημμένη απειλή, ανεξάρτητα από το αν αυτή τελικά υλοποιηθεί. Αρκεί η απειλή να έχει προκαλέσει βάσιμο φόβο στο θύμα, και αυτό είναι ακριβώς που η 21χρονη ισχυρίζεται ότι βίωσε.
Το βράδυ της 6ης Απριλίου 2026 και περί ώρα 22:15, η 21χρονη ημεδαπή εξήλθε της οικίας της για τον βραδινό περίπατο του σκύλου της. Πρόκειται για μια καθημερινή, αθώα ρουτίνα που εκείνο το βράδυ κατέληξε σε οτιδήποτε άλλο εκτός από ήρεμη. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, αντιλήφθηκε αμέσως ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, το οποίο λίγο αργότερα άρχισε να κινείται αργά παράλληλα με την πορεία της, με χαμηλή ταχύτητα, σε ρυθμό που ακολουθούσε το βήμα της.
Σχεδόν ταυτόχρονα αντιλήφθηκε και έναν άνδρα, που κινούνταν πεζός και φορούσε κουκούλα που κάλυπτε το πρόσωπό του, να την ακολουθεί. Παρά την κάλυψη, η ημεδαπή υποστηρίζει ότι τον αναγνώρισε αμέσως ως τον πρώην σύντροφό της, γεγονός που, αν επιβεβαιωθεί δικαστικά, καθιστά ακόμη πιο σοβαρή την εικόνα: δεν επρόκειτο για μια άγνωστη απειλητική παρουσία, αλλά για κάποιον που γνώριζε τις συνήθειές της, το σπίτι της, τον τρόπο ζωής της. Η νεαρή γυναίκα, έχοντας αντιληφθεί ότι παρακολουθείται ταυτόχρονα τόσο από όχημα όσο και από πεζό, έντρομη άρχισε να τρέχει, κατάφερε να φτάσει στην οικία της και ειδοποίησε αμέσως τον πατέρα της να εξέλθει. Με την εμφάνιση του πατέρα, ο 29χρονος εγκατέλειψε τρέχοντας τη θέση του και απομακρύνθηκε.
Ο 29χρονος αρνήθηκε προανακρινόμενος και τις δύο κατηγορίες στο σύνολό τους. Αναφορικά με το επεισόδιο της 6ης Απριλίου, υποστήριξε ότι η παρουσία του στο σημείο ήταν αποτέλεσμα τυχαίας συγκυρίας και όχι σχεδιασμένης παρακολούθησης, επικαλούμενος το γεγονός ότι κατοικεί κοντά στην ημεδαπή. Κατά τη δική του εκδοχή, βρισκόταν πεζός στην περιοχή, αντιλήφθηκε την πρώην σύντροφό του και προσπάθησε να της μιλήσει. Εκείνη του ζήτησε να αποχωρήσει και ο πατέρας της, που εμφανίστηκε στη συνέχεια, του επανέλαβε να μην ξαναενοχλήσει την κόρη του, αίτημα στο οποίο ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση.
Όσον αφορά στις κατηγορίες για εκδικητική πορνογραφία, ο 29χρονος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του βιντεοληπτικού υλικού. Αναγνώρισε ότι το υλικό βρίσκεται στην κατοχή του, τόνισε ωστόσο ότι δημιουργήθηκε αμοιβαία και κατ’ επιθυμίαν και των 2 μερών κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, προσθέτοντας μάλιστα ότι και η ίδια η ημεδαπή διαθέτει ανάλογο υλικό. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι απείλησε ποτέ να δημοσιεύσει ή να αποστείλει οτιδήποτε, δηλώνοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν θα εξέθετε προσωπικές στιγμές της κοινής τους ζωής. Δήλωσε, τέλος, ότι αδυνατεί να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους υποβλήθηκε εναντίον του η μήνυση.
Την υπεράσπιση του κατηγορουμένου αναλαμβάνουν οι κ.κ. Στέλιος Αλεξανδρής και Άλκης Πέππας.













