- Ο εκκαλών κατηγορούμενος προσπαθεί να ανατρέψει το βούλευμα που τον παραπέμπει σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για κακούργημα, αλλά η Εισαγγελία Εφετών προτείνει την απόρριψη της έφεσής του.
- Η υπόθεση ξεκίνησε το 2019 με καταγγελία μητέρας για απειλές που δέχτηκε η ανήλικη κόρη της μέσω Instagram, με αποτέλεσμα να στείλει γυμνές φωτογραφίες στον δράστη.
- Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα δεν συνιστούν κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, ωστόσο η εισαγγελική πρόταση αποδομεί τον ισχυρισμό του.
- Η υπόθεση εξελίσσεται σε πολυετή έρευνα με ψηφιακά ίχνη και αναμένεται απόφαση από το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου.
• Ο εκκαλών κατηγορούμενος επιχειρεί να ανατρέψει το πρωτόδικο βούλευμα που τον παραπέμπει σε Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για κακούργημα, όμως η Εισαγγελία Εφετών έχει ήδη προτείνει την απόρριψη της έφεσής του ως ουσία αβάσιμης και την επικύρωση της παραπομπής
Μια υπόθεση που ξεκίνησε από μια καταγγελία μητέρας στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Ρόδου τον Φεβρουάριο του 2019 και εξελίχθηκε σε πολυετή έρευνα με αξιοποίηση ψηφιακών ιχνών, εισέρχεται πλέον στο επόμενο δικονομικό της στάδιο.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου καλείται προσεχώς να αποφανθεί επί της έφεσης που άσκησε ημεδαπός κατηγορούμενος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου για την κακουργηματική πράξη της προμήθειας, κατοχής και διάθεσης υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακών συστημάτων, για την παραγωγή του οποίου χρησιμοποιήθηκε ανήλικη που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας της.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η Αντεισαγγελέας Εφετών εισηγήθηκε την απόρριψη της έφεσης στο σύνολό της, την επικύρωση του εκκαλούμενου βουλεύματος και την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εκκαλούντος.
Ο εκκαλών υποστήριξε με την έφεσή του ότι το πρωτόδικο Συμβούλιο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διατεινόμενος ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος των πορνογραφικών παραστάσεων ανηλίκων, αλλά εκείνο της διανομής, διάθεσης και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας και μάλιστα στην πλημμεληματική του μορφή, η οποία επισύρει σαφώς ηπιότερη ποινική μεταχείριση. Η εισαγγελική πρόταση όμως αποδομεί τον ισχυρισμό αυτόν.
Το ιστορικό μιας υπόθεσης με αφετηρία μια καταγγελία του 2019
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στις 21 Φεβρουαρίου 2019, όταν η μητέρα της ανήλικης προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Ρόδου και κατήγγειλε ότι η κόρη της, τότε 12 ετών, από τις αρχές Ιανουαρίου του ίδιου έτους συνομιλούσε μέσω μηνυμάτων στο Instagram με άγνωστο άτομο που χρησιμοποιούσε ψευδές προφίλ. Κατά την καταγγελία, ο χρήστης του λογαριασμού αυτού απείλησε την ανήλικη ότι, αν δεν του έστελνε γυμνές φωτογραφίες, θα έκανε κακό στους γονείς της, των οποίων γνώριζε τα ονόματα καθώς και τηλεφωνικό στοιχείο επικοινωνίας. Υπό το βάρος των απειλών αυτών, η ανήλικη φέρεται να απέστειλε 3 αρχεία εικόνας που αποτύπωναν γυμνό το σώμα της, τα οποία ο δράστης στη συνέχεια διαμοίρασε σε συμμαθητές της, διευρύνοντας δραματικά την έκθεση και τη βλάβη του παιδιού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα δεύτερο σκέλος της καταγγελίας. Άλλος λογαριασμός στην ίδια πλατφόρμα, ο οποίος όπως προέκυψε αργότερα ανήκε στον κατηγορούμενο, επικοινώνησε με την ανήλικη υποστηρίζοντας ότι το άτομο που διαμοίρασε τις φωτογραφίες ήταν φίλος του και ότι θα προσπαθούσε να τις αφαιρέσει. Η κίνηση αυτή αξιολογήθηκε από το πρωτόδικο Συμβούλιο όχι ως ουδέτερη ή καλοπροαίρετη, αλλά ως προσπάθεια πρόκλησης σύγχυσης και κάλυψης ιχνών, ώστε να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι άλλο πρόσωπο βρισκόταν πίσω από το ψευδές προφίλ.
Τα ψηφιακά ίχνη που οδήγησαν στην ταυτοποίηση
Η διερεύνηση της υπόθεσης στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην ψηφιακή έρευνα. Μέσω του Τμήματος Διαδικτυακής Προστασίας Ανηλίκων και Ψηφιακής Διερεύνησης της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος υπήρξε αλληλογραφία με την εταιρεία που είναι υπεύθυνη για την επεξεργασία των δεδομένων της πλατφόρμας, από την οποία προέκυψε ότι το επίμαχο ψευδές προφίλ είχε δημιουργηθεί στις 23 Ιουνίου 2018 και ότι ως στοιχείο επικοινωνίας του διαχειριστή είχε δηλωθεί συγκεκριμένη τηλεφωνική σύνδεση.
Η σύνδεση αυτή εμφανιζόταν τυπικά να ανήκει σε συγγενικό πρόσωπο του κατηγορουμένου. Όπως ωστόσο προέκυψε από τη συνδυαστική αξιολόγηση εγγράφων τηλεπικοινωνιακού παρόχου και της χωρίς όρκο εξέτασης του συγγενικού αυτού προσώπου, ο αριθμός δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από εκείνο, αλλά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Το στοιχείο αυτό αναδείχθηκε σε κομβικό σημείο της δικανικής κρίσης, καθώς, όπως σημειώνεται, ο κατηγορούμενος αδυνατούσε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το πώς ο συγκεκριμένος αριθμός βρέθηκε καταχωρισμένος στο επίμαχο προφίλ. Παράλληλα, η δραστηριότητα του προφίλ εντοπίστηκε να έχει πραγματοποιηθεί μέσω ηλεκτρονικών ιχνών που παρέπεμπαν σε διευθύνσεις ΙΡ εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαδικτύου, οι οποίες, όπως ενημέρωσε η ίδια η εταιρεία, χρησιμοποιούνται ως εξωτερικές διευθύνσεις από περισσότερους του ενός συνδρομητές ταυτόχρονα.
Οι ισχυρισμοί περί ηλεκτρονικής παγίδευσης και η απόρριψή τους
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε συνολικά τις αποδιδόμενες πράξεις. Υποστήριξε ότι ουδέποτε δημιούργησε ή χρησιμοποίησε το ψευδές προφίλ, ότι δεν είχε συνομιλήσει με την ανήλικη και ότι υπήρξε θύμα ηλεκτρονικής παγίδευσης, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο εμπλοκής προσώπων που σχετίζονται με την εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαδικτύου.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου έκρινε τους ισχυρισμούς αυτούς μη πειστικούς. Όπως αποτυπώνεται στο σκεπτικό του βουλεύματος, το σενάριο της παγίδευσης χαρακτηρίστηκε αυθαίρετη ερμηνεία των τεχνικών ευρημάτων, καθώς το γεγονός ότι η δραστηριότητα του προφίλ διήλθε μέσω των διευθύνσεων της συγκεκριμένης εταιρείας σημαίνει απλώς ότι η σύνδεση στο διαδίκτυο έγινε μέσω του παρόχου αυτού και όχι ότι υπήρξε εμπλοκή τρίτου προσώπου. Επιπλέον, το Συμβούλιο επισήμανε ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε οποιοδήποτε κίνητρο εχθρότητας ή οικονομικής διαφοράς από την πλευρά της οικογένειας της παθούσας, με την οποία ο κατηγορούμενος ουδόλως γνωριζόταν, ώστε να δικαιολογείται σκέψη περί σκόπιμης ενοχοποίησής του.
Ως συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου παρίσταται ο κ. Μανώλης Κουτσούκος
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















