Του Γιάννη Ηρακλείδη,
Οικονομολόγου, Λογιστή –φοροτεχνικού, πρόεδρου της ΕΛΦΕΕ ΡΟΔΟΥ
Με τις διατάξεις του άρθρου 39 του νέου ασφαλιστικού νόμου, από 1/1/2017, θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων των Φορέων ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ, όπως αυτές ίσχυαν έως την έναρξη εφαρμογής του νόμου.
Με το νέο πλαίσιο καταργείται το υφιστάμενο σύστημα ασφαλιστικών κλάσεων, κατηγοριών ή τεκμαρτών ποσών και ορίζεται το πραγματικό εισόδημα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, ως βάση υπολογισμού της εισφοράς.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ως μη μισθωτοί ασφαλισμένοι (ελεύθεροι επαγγελματίες – αυτοαπασχολούμενοι), που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων, θεωρείται ότι είναι:
α. Οι αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες.
β. Οι υγειονομικοί που αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση καθώς και οι δικηγόροι που βρίσκονται
σε αναστολή άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας.
γ. Μέλη ή μέτοχοι Οργανισμών, Κοινοπραξιών ή κάθε μορφής εταιρειών που μέχρι σήμερα υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ.
δ. Οι ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων.
Από 1/1/2017 και για κάθε επόμενο ασφαλιστικό έτος, ως βάση υπολογισμού των εισφορών καθορίζεται το Καθαρό Φορολογητέο Αποτέλεσμα, από την άσκηση δραστηριότητας κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.
Το εισόδημα αυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και για τον σχηματισμό του λαμβάνονται υπόψη εισοδήματα από δραστηριότητες ή ιδιότητες που δημιουργούν υποχρέωση ασφάλισης.
Για το φορολογικό έτος 2017 λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο φορολογικό έτος (2015).
Θα ακολουθήσει εκκαθαριστική διαδικασία και οριστικοποίηση των ετησίων ασφαλιστικών εισφορών όταν δηλωθούν τα εισοδήματα του έτους 2016 (περίπου κατά το Β εξάμηνο 2017).
Καθιερώνεται κατώτατη και ανώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού εισφορών, δηλαδή το κατώτερο και το ανώτερο μηνιαίο ποσό εισοδήματος (ασφαλιστέο εισόδημα) επί του οποίου υπολογίζονται εισφορές.
Ως κατώτατη μηνιαία βάση ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (ΕΓΣΣΕ) το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 586,08 ευρώ (ετήσιο: 586,08 Χ 12 = 7.032,96 ευρώ), ενώ σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων η κατώτατη βάση λαμβάνεται μειωμένη και ορίζεται ως ποσοστό 70% αυτής, (586,08 Χ 70% = 410,26 ευρώ, άρα ετήσιο 410,26 Χ 12 = 4.923,12 ευρώ).
Ακολούθως, ως ανώτατη μηνιαία βάση ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο δεκαπλάσιο του κατώτατου βασικού μισθού άνω των 25 ετών, όπως ισχύει κάθε φορά. Το ποσό αυτό σήμερα ανέρχεται σε 586,08 Χ 10 = 5.860,80 ευρώ, (ήτοι, ετήσιο: 5.860,80 Χ 12 = 70.329,60 ευρώ).
Επί μελών εταιρειών, βάση υπολογισμού εισφορών αποτελεί το ετήσιο εισόδημα που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής κάθε μέλους στην εταιρεία.
Στις περιπτώσεις ζημιογόνων χρήσεων και μηδενικών κερδών, ως βάση υπολογισμού των εισφορών λαμβάνεται η κατώτατη μηνιαία βάση. Άρα, δεν αναγνωρίζονται ζημιές ή μηδενικό αποτέλεσμα. Ε
πί μη εκκαθαρισμένων και μη υποβληθεισών δηλώσεων, ως βάση υπολογισμού εισφορών θα λαμβάνεται το ΚΦΑ από το πιο πρόσφατο εκκαθαρισμένο έτος.
Για τον προσδιορισμό των εισοδημάτων, οι ασφαλιστέες δραστηριότητες – ιδιότητες σε σχέση με τις διατάξεις του ΚΦΕ, κωδικοποιούνται στις παρακάτω πηγές προέλευσης, στις οποίες ενδεχομένως περιλαμβάνονται και ποσά που έχουν καταβληθεί με τίτλο κτήσης (πρώην απόδειξη δαπάνης). Από την αντιστοίχηση διαμορφώνονται οι πιο κάτω κατηγορίες, στο πλαίσιο πάντα του ασφαλιστικού νόμου (με πολλά ερωτηματικά):
1. Επιχειρηματική Δραστηριότητα
2. Παροχή υπηρεσιών
3. Μέλη εταιρειών
4.Διαχειριστής ΙΚΕ
5. Μονοπρόσωπη ΙΚΕ
6. Μερίσματα ΑΕ
7. Αγροτική δραστηριότητα
8. Μισθωτές υπηρεσίες
9. Αμοιβές μελών ΔΣ
Είναι σχεδόν βέβαιο, ότι θα προκύψει πρόβλημα με τα μερίσματα που σχετίζονται με κεφαλαιουχικές εταιρείες, υπό την έννοια ότι το εισόδημα αυτό δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει βάση υπολογισμού ασφαλιστικών εισφορών, αφού τόσο με το Ελληνικό όσο και με το διεθνές δίκαιο, συνιστά επενδυτική απόδοση τοποθετημένου κεφαλαίου και όχι αμοιβή.
Παρατηρείται το φαινόμενο σε πολλές Δ.Ο.Υ της χώρας, μεταξύ αυτών και της τοπικής Δ.Ο.Υ της διακοπής εργασιών, εκείνων των αυτοαπασχολούμενων που αποφάσισαν να μην συνεχίσουν να ασκούν περαιτέρω την δραστηριότητά τους, προκειμένου να αποφύγουν την επιβάρυνση των υπέρογκων ασφαλιστικών εισφορών του Ν 4387/2016, από 1/1/2017.
Οι απασχολούμενοι αυτοί, σε σημαντικό βαθμό, είναι όσοι «απολάμβαναν» την εξαίρεση του Ν 2084/1992  από την υποχρέωση πρόσθετης ασφάλισης στον ΟΑΕΕ, εφόσον εργάζονταν ως μισθωτοί (με πλήρη απασχόληση), ενώ παραλλήλως και συμπληρωματικά προς το εισόδημά τους, παρείχαν υπηρεσίες, με έκδοση τιμολογίου.
Ωστόσο, από 1/1/2017, στο νέο ασφαλιστικό πεδίο περιλαμβάνονται «νέοι» και «παλαιοί» ασφαλισμένοι (προ και μετά την 1/1/1993) που έχουν ενταχθεί στην ασφάλιση των υπαγόμενων στον ΕΦΚΑ φορέων, χωρίς διάκριση.
Οι ως άνω πρώην «ελεύθεροι επαγγελματίες» και ατομικώς ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα, βάσει του ΚΦΕ (Ν 4172/2013), είχαν «δεχθεί» τα χρόνια της κρίσης, την επιπλέον φορολογική τους επιβάρυνση, μαζί με το τέλος επιτηδεύματος και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπό την έννοια ότι υπήρχε μια σχετική ζήτηση των υπηρεσιών τους στην αγορά και εξ αυτού του λόγου μια προσθήκη στο ετήσιο εισόδημά τους, εκτός από αυτό της μισθωτής εργασίας.
Η μεταφορά του μεγαλύτερου μέρους του εισοδήματος ενός προσώπου που ασκεί ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στο κράτος, σε συνδυασμό και με την ήδη υπέρμετρη φορολογική του επιβάρυνση, είναι η πλέον χαρακτηριστική  περίπτωση εξαφάνισης του διαθέσιμου εισοδήματος. Το κράτος, υπό αυτή την έννοια, καθίσταται «συνδιαχειριστής» των οικογενειακών προϋπολογισμών του πολίτη, μειώνει την δυνατότητα και τις ευκαιρίες κατανάλωσης (δεν συζητάμε για αποταμίευση), χτίζοντας, δυστυχώς, πιο γερά θεμέλια στο απεχθές «οικοδόμημα» της λιτότητας.
Η αναφορά, αλλά όχι μόνο, γίνεται κυρίως, σε αυτόν που παρέχει υπηρεσίες και αμείβεται με έκδοση τιμολογίου (και όχι «δελτίου παροχής υπηρεσιών», όπως ατυχώς αναφέρεται στον νόμο και στη σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου), για τον οποίο προκύπτει ότι το εισόδημά του προέρχεται από την παροχή των υπηρεσιών του σε περισσότερες από δύο επιχειρήσεις ή «εργοδότες».
Ο νέος τρόπος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών είναι όντως ένα θέμα που θα πρέπει να αναλυθεί και να εξεταστεί με κοινωνικούς αλλά και με οικονομικούς όρους, στη βάση, τόσο των ζητημάτων που αφορούν στην επιβίωση αυτών των επαγγελμάτων, όσο και στο θέμα της συγκέντρωσης των απαιτούμενων εσόδων για την διατήρηση στην ζωή του ασφαλιστικού συστήματος.
Ασφαλώς ισχύει, ότι ο στόχος του κράτους είναι να εισπραχθούν έσοδα από τους απασχολούμενους – ασφαλισμένους για το ασφαλιστικό σύστημα, ώστε αυτό να είναι βιώσιμο και να αποδίδει στο κοινωνικό σύνολο την ανταποδοτικότητα (δηλαδή την παροχή σύνταξης), αλλά και σε τρέχοντα χρόνο τις παροχές περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας.
Ωστόσο, ο «ελεύθερος επαγγελματίας», ο αυτοαπασχολούμενος επιστήμονας, δεν κάνει διάκριση αν το Α ποσό αφορά φόρους και το Β ποσό αφορά εισφορές. Και τα δύο περιορίζουν την καταναλωτική του διάθεση και ικανότητα, γεγονός που θα έχει αρνητικές επιπτώσεις και πολλαπλασιαστικές, προς τα κάτω, επιδράσεις στο λιανικό εμπόριο.
Η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης θα επιφέρει πλήγμα στην βάση της οικονομίας, καταγράφοντας περιορισμό στα έσοδα από τον ΦΠΑ (και τους λοιπούς έμμεσους φόρους), αλλά και στα έσοδα από την άμεση φορολογία, αφού θα συρρικνωθούν τα φορολογητέα κέρδη των επιχειρήσεων, λόγω της πτώσης του κύκλου εργασιών.
Απασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες-αυτοαπασχολούμενοι από ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ, όσο και μισθωτοί (ασφάλιση ΙΚ η άλλο ταμείο), που έχουν παράλληλα και «Τιμολόγιο παροχής Υπηρεσιών» ακόμα σε ένα η δύο εργοδότες
Πρόβλημα μεγάλο προέκυψε στους ελεύθερους επαγγελματίες όσο και μισθωτούς εργαζόμενους, με τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών «μπλοκάκι» κατά την ατυχή δήλωση του υπουργείου), σε μέχρι 2 εργοδότες, όπου θα πρέπει να επιβαρυνθούν με ασφαλιστικές εισφορές και οι 2 αυτοί εργοδότες.
Το υπουργείο Εργασίας, εξέδωσε, υπό την πίεση των αντιδράσεων αλλά και των πολλών τεχνικών και ουσιαστικών προβλημάτων στην υλοποίηση του νόμου Κατρούγκαλου για τα «μπλοκάκια», όπου προβλέπεται, εγκύκλιο, όπου παρεμβαίνει διορθωτικά, και αναφέρει πως : όσοι αμείβονται με «μπλοκάκι» παρέχοντας εργασία (σ.σ.: χωρίς σύμβαση μισθωτού) σε έναν ως δύο εργοδότες, αντί να πληρώνουν το σύνολο της εισφοράς, μέχρι να λυθούν οι διαφορές με τους εργοδότες, θα μπορούν να πληρώνουν μόνο το δικό τους ποσοστό.
Με την παρέμβαση αυτή, παρείχε την πρόσκαιρη δυνατότητα για καταβολή μειωμένων εισφορών από 26,95% σε 9,22% και από 37,95% σε 16,52% στους εργαζόμενους στους εργοδότες αυτούς, όπου ως πρώτο βήμα  θα πρέπει να δηλώσουν και να αποδείξουν στον ΕΦΚΑ ότι οι εργοδότες τους υπόκεινται σε καταβολή εισφοράς, στην ουσία δηλαδή να τους «καρφώσουν», και μέχρι να επιλυθεί η διαφορά θα πληρώνουν τη δική τους εισφορά.
Η «διευκόλυνση» αυτή όμως ενέχει τον κίνδυνο οι εργαζόμενοι στο τέλος είτε να πληρώσουν οι ίδιοι, και μάλιστα αναδρομικά το σύνολο της εισφοράς, εφόσον δεν αποδειχθεί ότι με το μπλοκάκι έχουν εξαρτημένη σχέση εργασίας, είτε στη χειρότερη περίπτωση να μείνουν χωρίς δουλειά και χωρίς μισθό, αν τα «σπάσουν» με τους εργοδότες τους, γιατί προηγουμένως θα τους έχουν καρφώσει στον ΕΦΚΑ για να πληρώσουν εισφορές που ο νόμος 4387/2016 δεν τους υποχρεώνει, αλλά βάζει τον εργαζόμενο διά της πλαγίας οδού να τις διεκδικήσει!!!
Αυτή η διαδικασία που φέρνει τον εργαζόμενο αντιμέτωπο με μια επιχείρηση, παρουσιάστηκε με κυβερνητικές διαρροές ως «μείωση εισφορών 10% στα μπλοκάκια», αλλά στην πράξη περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα και κυρίως κάνει «μπαλάκι» τους εργαζόμενους μεταξύ ΕΦΚΑ και εργοδοτών για τις εισφορές στα μπλοκάκια, αφού δεν προβλέπει ρητά εισφορές 10%, αλλά μόνον προσωρινά και κατόπιν… καταγγελίας!

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ