- Η απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του 56χρονου δικηγόρου, επιβεβαιώνοντας την καταδίκη του για κακουργηματική απάτη.
- Ο δικηγόρος είχε καταδικαστεί σε 6 χρόνια κάθειρξης από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, για απάτη που υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
- Η απάτη διαπράχθηκε μέσω είσπραξης προκαταβολών για ανύπαρκτες νομικές ενέργειες, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη της τραπεζικής εταιρείας.
- Η απόφαση του Εφετείου επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας και το αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικών, λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
• Με την υπ’ αριθμ. 709/2026 απόφασή του το Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κλείνοντας οριστικά μια υπόθεση που ξεκίνησε από εσωτερικό έλεγχο τραπεζικής εταιρείας το 2012
Στο αμετάκλητο τέλος της έφτασε η πολύκροτη υπόθεση της κακουργηματικής απάτης εις βάρος γνωστής τραπεζικής εταιρείας με έδρα την Αθήνα, με κατηγορούμενο 56χρονο δικηγόρο εγγεγραμμένο στον Δικηγορικό Σύλλογο Κω.
Tο Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο συζήτησε την υπόθεση κατά τη δικάσιμο της 13ης Μαΐου 2026, εξέδωσε στις 4 Ιουνίου 2026 την υπ’ αριθμ. 709/2026 απόφασή του, με την οποία απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης που είχε ασκήσει ο καταδικασθείς κατά της υπ’ αριθμ. 71/2023 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την απόρριψη της αναίρεσης, η ποινή κάθειρξης 6 ετών που του είχε επιβληθεί καθίσταται πλέον αμετάκλητη, ενώ εξαντλήθηκε και το τελευταίο ένδικο μέσο που είχε στη διάθεσή του ο καταδικασθείς εντός της ελληνικής έννομης τάξης.
Η καταδίκη από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου
Η προσβληθείσα με αναίρεση απόφαση είχε εκδοθεί κατά τη συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 2023, όταν το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, δικάζοντας κατ’ έφεση, έκρινε ομοφώνως ένοχο τον κατηγορούμενο για απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλοντάς του ποινή κάθειρξης 6 ετών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε επικυρώσει κατ’ ουσίαν την κρίση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων, το οποίο είχε αποφανθεί πρωτοδίκως με την υπ’ αριθμ. 107/2022 απόφασή του της 8ης Απριλίου 2022. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της υπεράσπισης για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων, κρίνοντας ότι πέραν του ισχυρισμού της συνηγόρου δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στις πράξεις του.
Το σχέδιο εξαπάτησης που αποκαλύφθηκε από τον εσωτερικό έλεγχο
Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από τη δικαιοσύνη, ο καταδικασθείς ενεργούσε επί σειρά ετών, τουλάχιστον από το 2005, ως συνεργαζόμενος δικηγόρος της τραπεζικής εταιρείας, αναλαμβάνοντας δικαστικές ενέργειες, εγγραφές προσημειώσεων υποθήκης και λοιπές νομικές εργασίες για λογαριασμό της. Η σχέση λειτουργούσε με σύστημα προκαταβολών και τελικής εκκαθάρισης, ένα σύστημα που στηριζόταν στην εμπιστοσύνη της εντολέως προς τον εντολοδόχο της. Αυτή ακριβώς η εμπιστοσύνη αξιοποιήθηκε ως εργαλείο για τη μεθόδευση της απάτης.
Η πρώτη και οικονομικά σημαντικότερη πτυχή αφορούσε στην είσπραξη προκαταβολών για νομικές ενέργειες ανύπαρκτες, μη ανατεθείσες ή εκτός της αρμοδιότητάς του, κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο 2010 έως τον Σεπτέμβριο 2012, με το συνολικό ποσό που παρέμεινε ανεκκαθάριστο και ιδιοποιήθηκε να ανέρχεται σε 104.229,69 ευρώ. Η δεύτερη πτυχή αφορούσε στην ψευδή παράσταση ότι είχε προβεί στην εγγραφή 19 προσημειώσεων υποθήκης υπέρ της τράπεζας επί ακινήτων πιστούχων και οφειλετών της, με χρήση αναληθών δηλώσεων στην ηλεκτρονική εφαρμογή «ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ» και έγγραφων ψευδών βεβαιώσεων, μέσω των οποίων εκκαθαρίστηκαν νομικά έξοδα ύψους 13.600,06 ευρώ για εγγραφές που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν.
Πέραν της τετελεσμένης απάτης, ο καταδικασθείς κρίθηκε ένοχος και για απόπειρα, καθώς κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2012 υπέβαλε πίνακες νομικών εξόδων συνολικού ύψους 18.214,70 ευρώ συνοδευόμενους από 16 παραποιημένες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της Υποθηκοφύλακα Καλύμνου, ενώ τα πραγματικά έξοδα ανέρχονταν σε 7.716,65 ευρώ, με το επιδιωκόμενο παράνομο όφελος να φτάνει τα 10.498,05 ευρώ. Παράλληλα, επιχείρησε να εκκαθαρίσει εκ νέου προκαταβολές υποβάλλοντας 10 πίνακες νομικών εξόδων ύψους 4.368,93 ευρώ που είχαν ήδη εκκαθαριστεί και εισπραχθεί στο παρελθόν. Οι δύο αυτές πράξεις δεν ολοκληρώθηκαν όχι από δική του βούληση, αλλά διότι εντοπίστηκαν από τον έλεγχο του Γραφείου Δικαστικού Συμβούλου της τράπεζας, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκαν ως απόπειρα.
Η αποκάλυψη και η ομολογία
Η υπόθεση ήρθε στην επιφάνεια όταν διαπιστώθηκε ασυμφωνία ανάμεσα στα ποσά και στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που είχε εκδώσει ο δικηγόρος προς την τράπεζα. Ακολούθησε εκτεταμένος εσωτερικός έλεγχος από τη νομική υπηρεσία της εταιρείας, ο οποίος διήρκεσε 1 έτος και κάλυψε αναδρομικά το διάστημα από το 2011. Όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, η μεθοδολογία της παραποίησης ήταν απλή στη σύλληψή της, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις το πραγματικό ποσό μιας απόδειξης, λόγου χάριν 300 ευρώ, μετατρεπόταν σε 1.300 ευρώ με την προσθήκη του ψηφίου 1.
Κλιμάκιο της νομικής υπηρεσίας μετέβη στο νησί όπου δραστηριοποιούνταν ο δικηγόρος, ο οποίος παραδέχτηκε προφορικά τις πράξεις του, παρέδωσε το σύνολο των στοιχείων χωρίς αντίρρηση και στη συνέχεια προέβη σε ομολογία και στα κεντρικά γραφεία της τράπεζας στην Αθήνα. Η υπεράσπιση είχε επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου ότι ο κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να διαφύγει παρά τη διπλή υπηκοότητα που διαθέτει, καθώς έχει γεννηθεί στις ΗΠΑ, και ότι παρέμεινε στη διάθεση της δικαιοσύνης, ενώ όπως κατατέθηκε στο ακροατήριο, μέχρι και τη δευτεροβάθμια δίκη δεν είχε επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό στην τράπεζα.
Το χρονικό της δικαστικής διαδρομής
Η υπόθεση διέτρεξε όλους τους βαθμούς της ποινικής δικαιοσύνης σε βάθος περίπου μιας δεκαπενταετίας από την τέλεση των πράξεων. Οι επίμαχες ενέργειες τοποθετούνται στο διάστημα 2010 έως 2012, ο εσωτερικός έλεγχος της τράπεζας ολοκληρώθηκε με τον εντοπισμό του συνόλου των παρατυπιών, η ανακριτική διαδικασία διενεργήθηκε με σχετικές διατάξεις του 2017, η πρωτόδικη καταδίκη ήρθε στις 8 Απριλίου 2022 από το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου Κακουργημάτων, η δευτεροβάθμια κρίση εκδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2023 από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου και η οριστική σφραγίδα τέθηκε με την υπ’ αριθμ. 709/2026 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στις 4 Ιουνίου 2026.
Η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από μια μακροχρόνια επαγγελματική σχέση εμπιστοσύνης, αλλά και του τρόπου με τον οποίο οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου μπορούν να το αποκαλύψουν και να το ανακόψουν.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε




.gif)
















