- Οριστικό τέλος στη δικαστική διαμάχη για διαταγή πληρωμής 517.235,43 ευρώ σε βάρος ξενοδοχειακής εταιρίας και φυσικών προσώπων, με απόφαση του Εφετείου.
- Η έφεση της τράπεζας και της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων απορρίφθηκε, διατηρώντας την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου από το Πρωτοδικείο.
- Η ακύρωση βασίστηκε στην έλλειψη γνησιότητας σε ένα από τα τρία αποσπάσματα δανειακών λογαριασμών, που δεν είχε την απαιτούμενη βεβαίωση από τραπεζικό υπάλληλο.
- Η απόφαση δεν κρίνει την ύπαρξη της οφειλής, καθώς το ζήτημα εξετάστηκε μόνο διαδικαστικά και δεν παράγει δεδικασμένο.
Οριστικό τέλος μπαίνει σε μια πολυετή δικαστική διαμάχη για διαταγή πληρωμής ύψους 517.235,43 ευρώ, την οποία είχε επιδιώξει πιστώτρια τράπεζα σε βάρος ξενοδοχειακής εταιρίας και δύο φυσικών προσώπων.
Το Εφετείο, με απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 10 Ιουνίου 2026, απέρριψε την έφεση της τραπεζικής εταιρίας και της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που είχε αναλάβει τον χειρισμό του χαρτοφυλακίου, αφήνοντας στο ακέραιο την πρωτόδικη κρίση που είχε ακυρώσει τον εκτελεστό τίτλο. Την υπόθεση για την πλευρά των οφειλετών κέρδισε η δικηγόρος Έλλη Βελιάδη.
Η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί το 2017 από δικαστή Πρωτοδικείου, ύστερα από αίτηση της τράπεζας, και αφορούσε οφειλή που προέκυπτε από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η οποία είχε καταρτιστεί το 2000. Με τον τίτλο αυτό, οι καθ’ ων διατάχθηκαν να καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 517.235,43 ευρώ, εντόκως. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», για τη στήριξη της αίτησης είχαν προσκομιστεί αποσπάσματα τριών δανειακών λογαριασμών, στα οποία αποτυπωνόταν η κίνηση του λογαριασμού καθ’ όλη την κρίσιμη περίοδο λειτουργίας της σύμβασης. Οι οφειλέτες αντέδρασαν δικαστικά, ασκώντας ανακοπή και, στη συνέχεια, πρόσθετους λόγους, ζητώντας την ακύρωση του τίτλου. Η υπόθεση, μετά από μια αρχική παραπομπή λόγω αρμοδιότητας, εκδικάστηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο με την απόφασή του δέχθηκε τον τέταρτο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Το επίμαχο στοιχείο εντοπίστηκε σε ένα μόνο από τα τρία αποσπάσματα. Όπως προέκυψε, στα δύο αποσπάσματα η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιωνόταν κανονικά από αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας. Στο τρίτο, ωστόσο, δεν υπήρχε αντίστοιχη βεβαίωση, παρά μόνο επικύρωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο που είχε καταθέσει την αίτηση. Η διάκριση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Κατά πάγια νομολογία, η εκτύπωση αποσπάσματος από τα μηχανογραφικά τηρούμενα εμπορικά βιβλία μιας τράπεζας αποκτά αποδεικτική δύναμη και ισχύ πρωτοτύπου μόνο εφόσον φέρει βεβαίωση γνησιότητας από τον υπάλληλο που πραγματοποίησε την εκτύπωση. Η απλή επικύρωση από δικηγόρο, αν και επιτρεπτή για τα φωτοτυπικά αντίγραφα, δεν αναπληρώνει την έλλειψη αυτή. Επιπλέον, όπως διαπιστώθηκε, ο σχετικός όρος της ίδιας της δανειακής σύμβασης προέβλεπε ρητά ότι τα αποσπάσματα έχουν ισχύ πρωτοτύπου εγγράφου μόνο όταν η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο.
Με δεδομένη αυτή την παράλειψη, το δικαστήριο έκρινε ότι έλειπε μια ουσιώδης διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση του τίτλου. Η ακύρωση, όπως σημειώνεται, απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από το αν η απαίτηση υφίσταται ή μπορεί να αποδειχθεί με άλλα μέσα. Δεν παράγεται δηλαδή δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της οφειλής, καθώς το ζήτημα αυτό δεν κρίθηκε επί της ουσίας. Καθοριστικό στοιχείο του ιστορικού αποτέλεσε και το γεγονός ότι η ίδια αδυναμία είχε ήδη εντοπιστεί νωρίτερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, παρεμφερής αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, που είχε υποβληθεί τον Οκτώβριο του 2017, είχε απορριφθεί ακριβώς λόγω της έλλειψης βεβαίωσης γνησιότητας των αποσπασμάτων από αρμόδιο υπάλληλο. Η μεταγενέστερη αίτηση, στην οποία στηρίχθηκε ο τίτλος που τελικά ακυρώθηκε, δεν κάλυψε αυτό το κενό, κάτι που οδήγησε στην ίδια κατάληξη. Στην έφεσή τους, η τράπεζα και η εταιρία διαχείρισης υποστήριξαν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε την έλλειψη της βεβαίωσης. Προέβαλαν, επίσης, και δεύτερο λόγο, σχετικό με τον τρόπο που είχε αντιμετωπιστεί η πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας διαχείρισης. Το δικαστήριο απέρριψε και τα δύο σκέλη. Έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τον νόμο ως προς το ζήτημα της βεβαίωσης, ενώ ως προς το δεύτερο σημείο επισήμανε ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν εισήγαγε αυτοτελές αίτημα, αλλά απλώς διεύρυνε τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η τραπεζική εταιρία δικάστηκε ερήμην στο δεύτερο βαθμό, καθώς, αν και εκπροσωπήθηκε, δεν κατέθεσε προτάσεις επί της έδρας. Η συζήτηση, ωστόσο, προχώρησε κανονικά, καθόσον θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπευόταν από την εταιρία διαχείρισης, με την οποία συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας.
Με την απόρριψη της έφεσης, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής καθίσταται οριστική.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














