ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ακυρώθηκε διαταγή πληρωμής 80.000 ευρώ λόγω ελλιπών αποσπασμάτων λογαριασμού

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
Δικαστήριο Ρόδου
✦ Σύνοψη ⌄
  • Η απόφαση του Μονο­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Ρόδου ακύρωσε διαταγή πλη­ρω­μής 80.000 ευρώ κατά τριών ημε­δα­πών, εστιά­ζο­ντας στη δια­δι­κα­σία τεκ­μη­ρί­ω­σης της οφειλής.
  • Η ανακοπή ασκή­θηκε από τον δανειο­λή­πτη και δύο εγγυ­η­τές, αμφι­σβη­τώ­ντας τη διαταγή πλη­ρω­μής και την επιταγή προς πληρωμή.
  • Η απαί­τηση προήλθε από σύμβαση δανείου του 2008 και η διαταγή πλη­ρω­μής εκδό­θηκε το 2024, με επι­δό­σεις στους ανα­κό­πτο­ντες.
  • Το δικα­στή­ριο εξέτασε αν τα απο­σπά­σματα κίνησης λογα­ρια­σμών πλη­ρού­σαν τις νομικές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για έγγραφη από­δειξη της απαί­τη­σης.
  • Η απόφαση τόνισε τη σημασία της υπο­γρα­φής και της ταυ­το­ποί­η­σης του υπαλ­λή­λου που εκδίδει τα έγγραφα, δια­χω­ρί­ζο­ντας τη μονο­γραφή από την υπο­γραφή.

Σημα­ντική απόφαση εξέδωσε το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, με την οποία ακυ­ρώ­θηκε διαταγή πλη­ρω­μής ύψους 80.000 ευρώ που είχε εκδοθεί σε βάρος τριών ημε­δα­πών, ύστερα από αίτηση πιστω­τι­κού ιδρύ­μα­τος που τελεί υπό ειδική εκκα­θά­ριση. Η υπόθεση εστίασε σε μια κρίσιμη πτυχή της δικα­στι­κής πρα­κτι­κής γύρω από τις τρα­πε­ζι­κές απαι­τή­σεις, καθώς το ζήτημα δεν αφο­ρούσε την ύπαρξη ή μη της οφειλής, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή τεκ­μη­ριώ­θηκε ενώπιον του δικα­στη­ρίου που εξέδωσε αρχικά τον εκτε­λε­στό τίτλο.

Η ανακοπή είχε ασκηθεί από τους τρεις οφει­λέ­τες, εκ των οποίων ο πρώτος είχε την ιδιό­τητα του δανειο­λή­πτη και οι υπό­λοι­ποι δύο των εγγυ­η­τών, και στρε­φό­ταν τόσο κατά της δια­τα­γής πλη­ρω­μής όσο και κατά της επι­τα­γής προς πληρωμή που είχε επι­δο­θεί παρά πόδας του απο­γρά­φου. Με την επιταγή είχαν κληθεί να κατα­βά­λουν αλλη­λεγ­γύως και εις ολό­κλη­ρον το ποσό των 80.000 ευρώ για κεφά­λαιο, πλέον τόκων και δικα­στι­κών εξόδων, με το συνο­λικό ύψος της απαί­τη­σης να ανέρ­χε­ται σε 80.878 ευρώ.

Τους ανα­κό­πτο­ντες εκπρο­σώ­πησε η πλη­ρε­ξού­σια δικη­γό­ρος τους κ. Αικα­τε­ρίνη Γιαν­νιού – Αθα­να­σίου, ενώ την προ­σθέ­τως παρεμ­βαί­νουσα εται­ρεία δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σεων εκπρο­σώ­πησε η πλη­ρε­ξού­σια δικη­γό­ρος της κ. Αγγε­λική Ραφαέλα Πίττα.

Η προ­έ­λευση της απαί­τη­σης

Η επίδικη οφειλή προ­ερ­χό­ταν, σύμφωνα με τα στοι­χεία της δικο­γρα­φίας, από σύμβαση δανείου άμεσης κατα­να­λω­τι­κής πίστης που είχε καταρ­τι­στεί τον Ιούνιο του 2008, μαζί με τις πρό­σθε­τες πράξεις της. Η διαταγή πλη­ρω­μής εκδό­θηκε εντός του 2024, με το ακριβές αντί­γραφο εξ απο­γρά­φου να επι­δί­δε­ται στους ανα­κό­πτο­ντες στις 23 Ιουλίου 2024.

Για την έκδοση του εκτε­λε­στού τίτλου, το πιστω­τικό ίδρυμα είχε επι­κα­λε­στεί και προ­σκο­μί­σει τρία δια­δο­χικά απο­σπά­σματα κίνησης λογα­ρια­σμών, τα οποία κάλυ­πταν συνε­χό­με­νες χρο­νι­κές περιό­δους από το 2008 έως τον Απρίλιο του 2023, καθώς η απαί­τηση είχε μετα­φερ­θεί δια­δο­χικά λόγω αλλαγών στον τρόπο τήρησης των στοι­χείων της τρά­πε­ζας.

Το νομικό ζήτημα της έγγρα­φης από­δει­ξης

Το επί­κε­ντρο της δικα­στι­κής κρίσης τοπο­θε­τή­θηκε στο κατά πόσον τα συγκε­κρι­μένα απο­σπά­σματα πλη­ρού­σαν τις τυπικές προ­ϋ­πο­θέ­σεις που ο νόμος θέτει προ­κει­μέ­νου να συγκρο­τεί­ται έγγραφη από­δειξη της απαί­τη­σης κατά τη δια­δι­κα­σία έκδοσης δια­τα­γής πλη­ρω­μής.

Όπως προ­έ­κυψε κατά την εξέταση της δικο­γρα­φίας, στα δύο πρώτα απο­σπά­σματα κίνησης δεν υπήρχε καμία ενυ­πό­γραφη βεβαί­ωση υπαλ­λή­λου της τρά­πε­ζας ως προς το ότι η εκτύ­πωση απο­τε­λούσε γνήσιο από­σπα­σμα από τα μηχα­νο­γρα­φι­κώς τηρού­μενα βιβλία του πιστω­τι­κού ιδρύ­μα­τος. Στο τρίτο από­σπα­σμα, παρότι υπήρχε σχετική βεβαί­ωση γνη­σιό­τη­τας, δεν ανα­γρα­φό­ταν το ονο­μα­τε­πώ­νυμο του υπαλ­λή­λου που είχε ενερ­γή­σει την εκτύ­πωση. Σε όλα τα έγγραφα είχε τεθεί μια σημεί­ωση που, σύμφωνα με την κρίση του δικα­στη­ρίου, προ­σο­μοί­αζε με μονο­γραφή, χωρίς όμως να συνο­δεύ­ε­ται από στοι­χεία ταυ­το­ποί­η­σης του προ­σώ­που που την είχε θέσει ούτε από αναφορά στην ιδιό­τητά του.

Η διά­κριση μεταξύ μονο­γρα­φής και υπο­γρα­φής

Στην απόφαση τονί­ζε­ται με σαφή­νεια ότι η υπο­γραφή ορι­σμέ­νου προ­σώ­που, για να παράγει τα έννομα απο­τε­λέ­σματα που προ­βλέ­πο­νται από τις δια­τά­ξεις περί έγγρα­φης από­δει­ξης, πρέπει να απο­τε­λεί­ται από το πλήρες ονο­μα­τε­πώ­νυμο εκείνου που υπο­γρά­φει, απο­τυ­πω­μένο με αλφα­βη­τικά στοι­χεία. Η απλή μονο­γραφή δεν αρκεί, καθώς δεν επι­τρέ­πει την ταυ­το­ποί­ηση του υπο­γρά­φο­ντος ούτε επι­βε­βαιώ­νει την αρμο­διό­τητά του να ενερ­γή­σει για λογα­ρια­σμό του πιστω­τι­κού ιδρύ­μα­τος.

Με βάση τη συλ­λο­γι­στική αυτή, το δικα­στή­ριο δια­πί­στωσε ότι, εφόσον τα απο­σπά­σματα δεν έφεραν την υπο­γραφή του προ­σώ­που που πραγ­μα­το­ποί­ησε την εκτύ­πωση από τον ηλε­κτρο­νικό υπο­λο­γι­στή της τρά­πε­ζας, αλλά απλώς μια αδιευ­κρί­νι­στης προ­έ­λευ­σης μονο­γραφή, δεν μπο­ρούσε να δια­γνω­σθεί εάν η σημεί­ωση αυτή ανήκε σε υπάλ­ληλο εξου­σιο­δο­τη­μένο να εκτυ­πώ­νει και να βεβαιώ­νει τη γνη­σιό­τητα τέτοιων εγγρά­φων.

Το ζήτημα των επι­κυ­ρω­μέ­νων φωτο­α­ντι­γρά­φων

Ιδιαί­τερο βάρος απο­δό­θηκε από το δικα­στή­ριο και στο γεγονός ότι τα απο­σπά­σματα προ­σκο­μί­στη­καν σε φωτο­τυ­πίες, επι­κυ­ρω­μέ­νες από πλη­ρε­ξού­σιο δικη­γόρο. Η επι­κύ­ρωση από δικη­γόρο, σύμφωνα με την απόφαση, καθιστά τις φωτο­τυ­πίες ισο­δύ­να­μες με το πρω­τό­τυπο μόνο εφόσον το ίδιο το φωτο­τυ­πού­μενο έγγραφο πληροί τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις γνη­σιό­τη­τας. Στην προ­κει­μένη υπόθεση, καθώς τα πρω­τό­τυπα στε­ρού­νταν της απαι­τού­με­νης βεβαί­ω­σης από αρμόδιο υπάλ­ληλο, οι επι­κυ­ρω­μέ­νες φωτο­τυ­πίες τους δεν μπο­ρού­σαν να ανα­πλη­ρώ­σουν το έλλειμμα. Με τον τρόπο αυτό, η αλυσίδα της απο­δει­κτι­κής τεκ­μη­ρί­ω­σης παρου­σί­αζε ρήγμα από τον πρώτο της κρίκο.

Η ακύρωση του εκτε­λε­στού τίτλου

Με βάση τις παρα­πάνω παρα­δο­χές, το δικα­στή­ριο κατέ­ληξε στο συμπέ­ρα­σμα ότι τα τρία απο­σπά­σματα κίνησης που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστή της δια­τα­γής πλη­ρω­μής δεν ήταν ούτε πρω­τό­τυπα ούτε νομίμως επι­κυ­ρω­μένα αντί­γραφα και, κατά συνέ­πεια, στε­ρού­νταν απο­δει­κτι­κής δύναμης. Η δια­πί­στωση αυτή οδήγησε στην παρα­δοχή του συγκε­κρι­μέ­νου λόγου της ανα­κο­πής ως κατ’ ουσίαν βάσιμου, με δεδο­μένο ότι η διαταγή πλη­ρω­μής εκδό­θηκε κατά παρά­βαση της αρχής της έγγρα­φης από­δει­ξης τόσο της ίδιας της απαί­τη­σης όσο και του ύψους της.

Η αποδοχή του λόγου αυτού κατέ­στησε περιττή την εξέταση των υπό­λοι­πων λόγων της ανα­κο­πής, καθώς αρκούσε από μόνη της να επι­φέ­ρει την ακύρωση της προ­σβαλ­λό­με­νης δια­τα­γής πλη­ρω­μής αλλά και της επι­τα­γής προς πληρωμή. Παράλ­ληλα, το δικα­στή­ριο επέβαλε τα δικα­στικά έξοδα των ανα­κο­πτό­ντων, τα οποία προσ­διό­ρισε στο ποσό των 450 ευρώ, σε βάρος του καθ’ ου η ανακοπή και της προ­σθέ­τως παρεμ­βαί­νου­σας εται­ρείας δια­χεί­ρι­σης απαι­τή­σεων που είχε υπει­σέλ­θει στη θέση του δικαιού­χου της απαί­τη­σης λόγω μετα­βί­βα­σής της σε αλλο­δαπή εται­ρεία ειδικού σκοπού.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.