Σημαντική απόφαση εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την οποία ακυρώθηκε διαταγή πληρωμής ύψους 80.000 ευρώ που είχε εκδοθεί σε βάρος τριών ημεδαπών, ύστερα από αίτηση πιστωτικού ιδρύματος που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση. Η υπόθεση εστίασε σε μια κρίσιμη πτυχή της δικαστικής πρακτικής γύρω από τις τραπεζικές απαιτήσεις, καθώς το ζήτημα δεν αφορούσε την ύπαρξη ή μη της οφειλής, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή τεκμηριώθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε αρχικά τον εκτελεστό τίτλο.
Η ανακοπή είχε ασκηθεί από τους τρεις οφειλέτες, εκ των οποίων ο πρώτος είχε την ιδιότητα του δανειολήπτη και οι υπόλοιποι δύο των εγγυητών, και στρεφόταν τόσο κατά της διαταγής πληρωμής όσο και κατά της επιταγής προς πληρωμή που είχε επιδοθεί παρά πόδας του απογράφου. Με την επιταγή είχαν κληθεί να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 80.000 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με το συνολικό ύψος της απαίτησης να ανέρχεται σε 80.878 ευρώ.
Τους ανακόπτοντες εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους κ. Αικατερίνη Γιαννιού – Αθανασίου, ενώ την προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της κ. Αγγελική Ραφαέλα Πίττα.
Η προέλευση της απαίτησης
Η επίδικη οφειλή προερχόταν, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, από σύμβαση δανείου άμεσης καταναλωτικής πίστης που είχε καταρτιστεί τον Ιούνιο του 2008, μαζί με τις πρόσθετες πράξεις της. Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε εντός του 2024, με το ακριβές αντίγραφο εξ απογράφου να επιδίδεται στους ανακόπτοντες στις 23 Ιουλίου 2024.
Για την έκδοση του εκτελεστού τίτλου, το πιστωτικό ίδρυμα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει τρία διαδοχικά αποσπάσματα κίνησης λογαριασμών, τα οποία κάλυπταν συνεχόμενες χρονικές περιόδους από το 2008 έως τον Απρίλιο του 2023, καθώς η απαίτηση είχε μεταφερθεί διαδοχικά λόγω αλλαγών στον τρόπο τήρησης των στοιχείων της τράπεζας.
Το νομικό ζήτημα της έγγραφης απόδειξης
Το επίκεντρο της δικαστικής κρίσης τοποθετήθηκε στο κατά πόσον τα συγκεκριμένα αποσπάσματα πληρούσαν τις τυπικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει προκειμένου να συγκροτείται έγγραφη απόδειξη της απαίτησης κατά τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής.
Όπως προέκυψε κατά την εξέταση της δικογραφίας, στα δύο πρώτα αποσπάσματα κίνησης δεν υπήρχε καμία ενυπόγραφη βεβαίωση υπαλλήλου της τράπεζας ως προς το ότι η εκτύπωση αποτελούσε γνήσιο απόσπασμα από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα βιβλία του πιστωτικού ιδρύματος. Στο τρίτο απόσπασμα, παρότι υπήρχε σχετική βεβαίωση γνησιότητας, δεν αναγραφόταν το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που είχε ενεργήσει την εκτύπωση. Σε όλα τα έγγραφα είχε τεθεί μια σημείωση που, σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, προσομοίαζε με μονογραφή, χωρίς όμως να συνοδεύεται από στοιχεία ταυτοποίησης του προσώπου που την είχε θέσει ούτε από αναφορά στην ιδιότητά του.
Η διάκριση μεταξύ μονογραφής και υπογραφής
Στην απόφαση τονίζεται με σαφήνεια ότι η υπογραφή ορισμένου προσώπου, για να παράγει τα έννομα αποτελέσματα που προβλέπονται από τις διατάξεις περί έγγραφης απόδειξης, πρέπει να αποτελείται από το πλήρες ονοματεπώνυμο εκείνου που υπογράφει, αποτυπωμένο με αλφαβητικά στοιχεία. Η απλή μονογραφή δεν αρκεί, καθώς δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση του υπογράφοντος ούτε επιβεβαιώνει την αρμοδιότητά του να ενεργήσει για λογαριασμό του πιστωτικού ιδρύματος.
Με βάση τη συλλογιστική αυτή, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι, εφόσον τα αποσπάσματα δεν έφεραν την υπογραφή του προσώπου που πραγματοποίησε την εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας, αλλά απλώς μια αδιευκρίνιστης προέλευσης μονογραφή, δεν μπορούσε να διαγνωσθεί εάν η σημείωση αυτή ανήκε σε υπάλληλο εξουσιοδοτημένο να εκτυπώνει και να βεβαιώνει τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων.
Το ζήτημα των επικυρωμένων φωτοαντιγράφων
Ιδιαίτερο βάρος αποδόθηκε από το δικαστήριο και στο γεγονός ότι τα αποσπάσματα προσκομίστηκαν σε φωτοτυπίες, επικυρωμένες από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η επικύρωση από δικηγόρο, σύμφωνα με την απόφαση, καθιστά τις φωτοτυπίες ισοδύναμες με το πρωτότυπο μόνο εφόσον το ίδιο το φωτοτυπούμενο έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις γνησιότητας. Στην προκειμένη υπόθεση, καθώς τα πρωτότυπα στερούνταν της απαιτούμενης βεβαίωσης από αρμόδιο υπάλληλο, οι επικυρωμένες φωτοτυπίες τους δεν μπορούσαν να αναπληρώσουν το έλλειμμα. Με τον τρόπο αυτό, η αλυσίδα της αποδεικτικής τεκμηρίωσης παρουσίαζε ρήγμα από τον πρώτο της κρίκο.
Η ακύρωση του εκτελεστού τίτλου
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα τρία αποσπάσματα κίνησης που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστή της διαταγής πληρωμής δεν ήταν ούτε πρωτότυπα ούτε νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα και, κατά συνέπεια, στερούνταν αποδεικτικής δύναμης. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε στην παραδοχή του συγκεκριμένου λόγου της ανακοπής ως κατ’ ουσίαν βάσιμου, με δεδομένο ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της έγγραφης απόδειξης τόσο της ίδιας της απαίτησης όσο και του ύψους της.
Η αποδοχή του λόγου αυτού κατέστησε περιττή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της ανακοπής, καθώς αρκούσε από μόνη της να επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αλλά και της επιταγής προς πληρωμή. Παράλληλα, το δικαστήριο επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των 450 ευρώ, σε βάρος του καθ’ ου η ανακοπή και της προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων που είχε υπεισέλθει στη θέση του δικαιούχου της απαίτησης λόγω μεταβίβασής της σε αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού.

















