Ρεπορτάζ

Αίτηση αναστολής από ιδιωτική κλινική για να αποφύγει την καταβολή αμετάκλητης αποζημίωσης σε ασθενή που υπέστη βαρύτατη βλάβη

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Σύνοψη
  • Η θιγόμενη υποστηρίζει ότι η οφειλή προέρχεται από βαριά αμέλεια και εξαιρείται από την απαλλαγή της συμφωνίας εξυγίανσης.
  • Η ιδιωτική κλινική επιδιώκει να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης για αποζημίωση γυναίκας λόγω βλάβης από χειρουργική επέμβαση, αλλά η θιγόμενη αντιτάσσεται.
  • Η υπόθεση εκκρεμεί στα δικαστήρια πάνω από μία δεκαετία και η κλινική έχει καταβάλει μόνο ένα μέρος της επιδικασθείσας αποζημίωσης.
  • Η διαμάχη επικεντρώνεται στη συμφωνία εξυγίανσης της κλινικής, με την πλευρά της θιγόμενης να υποστηρίζει ότι η απαίτηση αφορά αδίκημα και δεν καλύπτεται από αυτή τη ρύθμιση.

• Η πλευρά της θιγόμενης υποστηρίζει ότι η οφειλή προέρχεται από βαριά αμέλεια και ότι, βάσει του πτωχευτικού νόμου, εξαιρείται ρητά από κάθε απαλλαγή που εισήγαγε η συμφωνία εξυγίανσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κάνει λόγο για προσχηματικούς λόγους και καταχρηστική δικονομική τακτική

Στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου εισήχθη αίτημα προσωρινής διαταγής επί αίτησης αναστολής που κατέθεσε ιδιωτική κλινική, επιδιώκοντας να παγώσει την εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης με την οποία είχε υποχρεωθεί να αποζημιώσει γυναίκα πολωνικής καταγωγής για βλάβη που της προκλήθηκε ύστερα από χειρουργική επέμβαση.
Η θιγόμενη αντιτάχθηκε στο αίτημα μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της, κ. Γιάννη Καραμιχάλη, ζητώντας την απόρριψή του και υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία επιχειρεί να μην καταβάλει ένα ποσό που, όπως διατείνεται, οφείλει στο ακέραιο.
Πρόκειται για υπόθεση που εκκρεμεί στα δικαστήρια εδώ και πάνω από μία δεκαετία και η οποία, μετά την τελεσιδικία της, έχει εισέλθει στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η ασθενής επιδίωξε την είσπραξη της αποζημίωσης με επιταγή προς εκτέλεση και κατασχετήριο εις χείρας τρίτων, ενώ η κλινική απάντησε με διαδοχικές ανακοπές και αιτήσεις αναστολής.

Μια αμετάκλητη απόφαση και ένα ποσό που παραμένει απλήρωτο
Η διαφορά κρίθηκε τελεσιδίκως από εφετειακή απόφαση, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση. Η απόφαση κατέστη αμετάκλητη για την κλινική, καθώς της επιδόθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2025 και η εταιρεία δεν άσκησε αναίρεση εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Από το συνολικά επιδικασθέν κεφάλαιο των 61.500 ευρώ, η κλινική έχει ήδη καταβάλει το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό των 20.000 ευρώ, ποσό 7.000 ευρώ σε εκτέλεση μερικού απογράφου, καθώς και τη δικαστική δαπάνη. Το υπόλοιπο κεφάλαιο διαμορφώθηκε έτσι στα 34.500 ευρώ, επί του οποίου υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και επιδικίας. Μετά και από μια ενδιάμεση καταβολή 20.709,08 ευρώ, το συνολικό ποσό που αξιώνει σήμερα η θιγόμενη ανέρχεται, κατά την πλευρά της, σε 78.599,78 ευρώ.

Το επιχείρημα της εξυγίανσης και η απάντηση της θιγόμενης
Στον πυρήνα της διαμάχης βρίσκεται η συμφωνία εξυγίανσης που είχε επικυρώσει το πτωχευτικό δικαστήριο για την κλινική. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη απαίτηση υπάγεται στη ρύθμιση αυτή και ότι, ως εκ τούτου, οφείλει μόνο το 15% του ποσού, το οποίο και έχει ήδη αποδώσει.
Η πλευρά της θιγόμενης απαντά ότι η απαίτηση προέρχεται από αδίκημα, και συγκεκριμένα από σωματική βλάβη που τελέστηκε με βαριά αμέλεια. Επικαλείται διάταξη του πτωχευτικού κώδικα σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από οφειλές που γεννήθηκαν από πράξη τελεσθείσα με δόλο ή βαριά αμέλεια. Η ρύθμιση αυτή, σημειώνει ο δικηγόρος, θεωρήθηκε τόσο κρίσιμη ώστε μεταφέρθηκε αυτούσια και στον νεότερο πτωχευτικό νόμο.
Κατά τους ισχυρισμούς της θιγόμενης, η βαριά αμέλεια του χειρουργού κρίθηκε τελεσιδίκως από την εφετειακή απόφαση, ενώ η ευθύνη βαρύνει και την κλινική δια της σχέσης πρόστησης, καθώς ο ιατρός λειτουργούσε στο πλαίσιο της δραστηριότητας του ιδρύματος. Με βάση το σκεπτικό αυτό, η εταιρεία φέρεται να ευθύνεται εις ολόκληρον με τον ιατρό για το σύνολο της αποζημίωσης και όχι μόνο για το ποσοστό που προβλέπει η συμφωνία εξυγίανσης.
Ο κ. Καραμιχάλης προβάλλει ότι οι διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου είναι αναγκαστικού δικαίου και δημόσιας τάξης και ότι καμία δικαστική απόφαση, ούτε η ίδια η συμφωνία εξυγίανσης, δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή τους. Όπως υποστηρίζει, η απόφαση που επικύρωσε την εξυγίανση δεν αναφέρεται πουθενά σε μη εφαρμογή της εν λόγω εξαίρεσης, καθώς, αν συνέβαινε αυτό, η ίδια η συμφωνία θα παραβίαζε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Η στάση της εταιρείας χαρακτηρίζεται από την πλευρά της ασθενούς ως επιλεκτική εφαρμογή του νόμου, με την έννοια ότι αποδέχεται όσες διατάξεις την ευνοούν και απορρίπτει όσες την επιβαρύνουν.

Το ζήτημα του επικείμενου κινδύνου
Ένας από τους βασικούς άξονες της αντιπαράθεσης αφορά το κατά πόσο η κλινική κινδυνεύει πραγματικά αν προβεί στην καταβολή. Η πλευρά της θιγόμενης υποστηρίζει ότι ο επικείμενος κίνδυνος έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει πιθανότητα ανατροπής της απόφασης σε ανώτερο βαθμό, κάτι που εδώ αποκλείεται, αφού η απόφαση είναι ήδη αμετάκλητη για την εταιρεία.
Ο δικηγόρος επισημαίνει ότι σε προηγούμενη συζήτηση ο γενικός διευθυντής της κλινικής, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, φέρεται να δήλωσε ότι η εταιρεία διαθέτει χρήματα για την κάλυψη άλλων ιατρικών σφαλμάτων, γεγονός που, κατά την πλευρά της ασθενούς, αναιρεί τον ισχυρισμό περί κινδύνου βιωσιμότητας ειδικά για τη δική της απαίτηση. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρεται ότι παραμένει δεσμευμένο στους λογαριασμούς της εταιρείας ποσό 91.617,88 ευρώ, υπερβαίνον το ζητούμενο, χωρίς η κλινική να έχει υποστεί ουσιαστική ζημία, κάτι που κατά τη θιγόμενη καταδεικνύει επαρκή ρευστότητα.
Η ασθενής αντιπαραβάλλει τη δική της κατάσταση, κάνοντας λόγο για επιχείρηση με μηνιαίο τζίρο που υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ έναντι ενός ανθρώπου χωρίς εισόδημα. Όπως υποστηρίζει, ο πραγματικός κίνδυνος βαραίνει την ίδια, καθώς η περαιτέρω καθυστέρηση της αποζημίωσης απειλεί την οικονομική της επιβίωση.
Σημαντικό μέρος της αίτησης αναστολής στρέφεται κατά του τρόπου υπολογισμού των τόκων, τον οποίο η κλινική χαρακτηρίζει αδιαφανή και αόριστο.

Το ιστορικό της υπόθεσης
Η διαφορά ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 2009. Η θιγόμενη, μαία στο επάγγελμα, που ζούσε και εργαζόταν μόνιμα στην περιοχή, διαγνώστηκε με χολολιθίαση και υποβλήθηκε σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή την 1 Σεπτεμβρίου 2009 στην εν λόγω κλινική. Κατά την επέμβαση, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν τελεσιδίκως, ο θεράπων χειρουργός απέκοψε εξ ολοκλήρου τον κεντρικό χοληδόχο πόρο, με συνέπεια ποσότητα χολής 500 έως 600 χιλιοστόλιτρα ημερησίως να εκχέεται στα εσωτερικά της όργανα επί εβδομάδες.

Η ασθενής υποστηρίζει ότι ο ιατρός αντιλήφθηκε εξαρχής τη σοβαρότητα της βλάβης, καθώς σημείωσε ιδιοχείρως στο εξιτήριο την ένδειξη για παραπομπή σε νοσοκομείο της πρωτεύουσας, έγγραφο που, όπως αναφέρει, της χορηγήθηκε μόλις τρία χρόνια αργότερα και κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Διατείνεται ότι, παρά τη γνώση αυτή, συνέχισε να την χειρουργεί, ενώ της χορηγήθηκαν πλαστά πρακτικά χειρουργείου, τα γνήσια εκ των οποίων έλαβε επίσης μετά από τριετία και εισαγγελική παρέμβαση.
Στην αφήγησή της περιλαμβάνεται και το επεισόδιο κατά το οποίο, όταν επισήμανε στον χειρουργό ότι τα κόπρανά της ήταν λευκά, εκείνος φέρεται να της απάντησε αδιάφορα, την ώρα που, ως μαία, γνώριζε ότι το συγκεκριμένο σύμπτωμα υποδείκνυε ότι η χολή δεν κατέληγε στο έντερο αλλά διαχεόταν στα όργανά της. Όταν η κατάσταση κρίθηκε κρίσιμη, ο ιατρός, ευρισκόμενος σε άλλο νησί, φέρεται να μετέβη εσπευσμένα με στρατιωτικό αεροσκάφος τύπου C130 για να διενεργήσει νέα επέμβαση.
Συνολικά, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη που διέταξε το δικαστήριο, χρειάστηκαν έξι επεμβάσεις για τη μερική, στο μέτρο του δυνατού, αποκατάσταση της ζημίας. Η ασθενής μεταφέρθηκε τελικά με δική της δαπάνη σε θεραπευτήριο της πρωτεύουσας, όπου διαπιστώθηκε η πλήρης διατομή του χοληδόχου πόρου και έγινε χολοπεπτική αναστόμωση, η οποία αργότερα επαναλήφθηκε σε νοσοκομείο της Πολωνίας λόγω στένωσης.
Η θιγόμενη περιγράφει ότι έκτοτε η ζωή της έχει μεταβληθεί ριζικά. Αναφέρει ότι φέρει μόνιμη ουλή σε σχήμα σταυρού διαστάσεων 40 επί 25 εκατοστών, ότι παθαίνει κρίσεις χολαγγειίτιδας κάθε 30 έως 40 ημέρες με πυρετό που φτάνει τους 40 και 41 βαθμούς, και ότι αδυνατεί να εργαστεί. Σημειώνει πως το βάρος της έχει μειωθεί από τα 77 στα 45 κιλά, ότι χρειάζεται μεταμόσχευση ήπατος για την οποία η λίστα αναμονής εκτείνεται σε δεκαετίες, και ότι έχει δανειστεί πάνω από 70.000 ευρώ για την κάλυψη των ιατρικών της δαπανών, εκ των οποίων περισσότερα από 20.000 ευρώ στο θεραπευτήριο της πρωτεύουσας, άνω των 25.000 ευρώ σε νοσοκομείο της Πολωνίας και επιπλέον ποσά σε γαστρεντερολογικά κέντρα και κλινικές γονιμότητας.
Με βάση το σύνολο των παραπάνω, η πλευρά της θιγόμενης ζήτησε από το δικαστήριο την απόρριψη του αιτήματος προσωρινής διαταγής, χαρακτηρίζοντας την αίτηση αναστολής αόριστη, αβάσιμη και καταχρηστική. Η εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται με την έκδοση της σχετικής κρίσης επί του αιτήματος.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.