- Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου απέρριψε τις αγωγές της κ. Νιλγκούν Μπαράι και των κληρονόμων του κ. Αμπντουραχμάν Νατζί Ακμάν κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημιώσεις άνω των 5,6 εκατομμυρίων ευρώ.
- Το δικαστήριο έκρινε ότι οι ιταλικές απαλλοτριώσεις του 1940 δεν είχαν συντελεστεί νόμιμα, αλλά οι αξιώσεις είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή.
- Οι κληρονόμοι ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας των απαλλοτριώσεων και αποζημίωση, καθώς τα ακίνητα είχαν πωληθεί σε τρίτους και η επιστροφή τους ήταν ανέφικτη.
- Η υπόθεση είχε ρίζες 86 ετών και το Εφετείο αναγνώρισε ότι η αποζημίωση δεν είχε καταβληθεί, καθιστώντας τις απαλλοτριώσεις ανίσχυρες και διατηρώντας το εμπράγματο δικαίωμα στους αρχικούς δικαιούχους.
• Με την υπ’ αριθμ. 164/2026 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου απέρριψε τις αγωγές της κ. Νιλγκούν Μπαράι και των καθολικών διαδόχων του κ. Αμπντουραχμάν Νατζί Ακμάν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με τις οποίες διεκδικούνταν αποζημιώσεις που ξεπερνούσαν συνολικά τα 5,6 εκατομμύρια ευρώ. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ιταλικές απαλλοτριώσεις του 1940 ουδέποτε συντελέστηκαν νόμιμα, έκρινε όμως ότι οι αξιώσεις είχαν από δεκαετίες υποκύψει στην πενταετή παραγραφή που ισχύει υπέρ του Δημοσίου
Μια διεκδίκηση με ρίζες 86 ετών έφθασε στο τέλος της στις 9 Ιουλίου 2026, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση 164/2026 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Στο επίκεντρο βρέθηκαν 2 ακίνητα στο Νιοχώρι της Ρόδου, στη θέση «Άγιοι Ανάργυροι», με κτηματολογικές μερίδες οικοδομών Ρόδου V-292 και V-293, τα οποία απαλλοτριώθηκαν στις 13 Μαΐου 1940 με διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την ανέγερση στρατιωτικών κτηρίων.
Οι κληρονόμοι των αρχικών Τούρκων ιδιοκτητών, με 2 αγωγές που κατέθεσαν στις 5 Ιανουαρίου 2023 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των απαλλοτριώσεων και να αποζημιωθούν από το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του ιταλικού, αφού τα ακίνητα είχαν στο μεταξύ πωληθεί σε τρίτους και η αυτούσια επιστροφή τους ήταν πλέον ανέφικτη.
Με την πρώτη αγωγή η κ. Μπαράι διεκδικούσε 949.358,20 ευρώ, ενώ με τη δεύτερη διεκδικούνταν 2.848.076,30 ευρώ για την ίδια και 632.905,30 ευρώ για καθέναν από τους υπόλοιπους 3 ενάγοντες.
Από την πρωτόδικη απόρριψη στην ανατροπή
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 62/2024 απόφασή του, είχε απορρίψει τις αγωγές ως απαράδεκτες, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον, αφού τα ακίνητα είχαν καταληφθεί ήδη από το 1940 και το Δημόσιο μπορούσε να έχει αποκτήσει την κυριότητά τους με κτητική παραγραφή. Η έφεση που ακολούθησε συζητήθηκε στις 6 Μαρτίου 2026 και το Εφετείο ανέτρεψε πλήρως το σκεπτικό αυτό. Όπως δέχθηκε, όταν δεν έχει καταβληθεί η αποζημίωση για απαλλοτριωμένο ακίνητο, η απαλλοτρίωση καθίσταται ανίσχυρη, όπως και οι κτηματολογικές εγγραφές που στηρίχθηκαν σε αυτήν, με αποτέλεσμα το εμπράγματο δικαίωμα να παραμένει στον αρχικό δικαιούχο. Οι ενάγοντες είχαν, επομένως, πλήρες έννομο συμφέρον να ζητήσουν αποζημίωση για την οριστική απώλεια της ιδιοκτησίας τους. Το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε το ίδιο. Πριν από αυτό, πάντως, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς τον έβδομο εκκαλούντα, ο οποίος είχε αποβιώσει στις 13 Μαΐου 2025, πριν από την κατάθεσή της, κρίνοντας ότι ένδικο μέσο στο όνομα προσώπου που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή δεν έχει υποκείμενο και ότι η δήλωση του κληρονόμου του περί συνέχισης της δίκης δεν μπορούσε να θεραπεύσει το απαράδεκτο.
Άκυρες οι απαλλοτριώσεις, ουδέποτε κύριος το Δημόσιο
Στην ουσία της υπόθεσης, η απόφαση περιέχει παραδοχές με ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αποζημιώσεις που είχε ορίσει το απαλλοτριωτικό διάταγμα του 1940, ύψους 45.954 ιταλικών λιρών για τη μερίδα V-292 και 51.270 ιταλικών λιρών για τη μερίδα V-293, δεν αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν ποτέ στους δικαιούχους, ενώ τα ακίνητα ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για τους στρατιωτικούς σκοπούς για τους οποίους απαλλοτριώθηκαν ούτε για οποιονδήποτε άλλο κοινωφελή σκοπό. Το Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι τα ποσά είχαν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα της Ιταλίας και είχαν κατατεθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος προς απόδοση στους δικαιούχους, αλλά ότι, μετά την πάροδο 80 και πλέον ετών, η ανεύρεσή τους δεν κατέστη δυνατή. Ο ισχυρισμός κρίθηκε χωρίς έννομη επιρροή, αφού η κατάθεση των ποσών δεν αποδεικνύει από μόνη της την πραγματική και εμπρόθεσμη καταβολή τους, το βάρος απόδειξης της οποίας έφερε το Δημόσιο. Με τα δεδομένα αυτά, οι απαλλοτριώσεις κρίθηκαν άκυρες και το Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα των ακινήτων, τα οποία ωστόσο εκποίησε σε τρίτους μέσω του Οργανισμού Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου το 1960 και το 1968.
Το Εφετείο απέρριψε επιπλέον την ένσταση χρησικτησίας του Δημοσίου, κρίνοντας ότι πέρα από την απλή κατάληψη δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις, όπως τεχνικές επεμβάσεις ή εκμισθώσεις, που να μαρτυρούν βούληση εξουσίασης των ακινήτων με διάνοια κυρίου. Απορρίφθηκε και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με το χαρακτηριστικό σκεπτικό ότι δεν νοείται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος του οποίου την ύπαρξη αρνείται ο ίδιος ο ενιστάμενος, ενώ η μακροχρόνια αδράνεια των δικαιούχων δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει τη διεκδίκηση καταχρηστική.

Η παραγραφή έκρινε την έκβαση
Παρά τις κομβικές αυτές παραδοχές, η υπόθεση χάθηκε στο πεδίο του χρόνου. Το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις αποζημίωσης δεν γεννήθηκαν με την κατάληψη των ακινήτων το 1940, αλλά με τις πωλήσεις τους σε τρίτους, στις 20 Δεκεμβρίου 1960 για το τμήμα της μερίδας V-293 και στις 11 Φεβρουαρίου 1968 για τη μερίδα V-292, οπότε και εκδηλώθηκε η οριστική αδυναμία επιστροφής τους. Από τότε έτρεξε η πενταετής παραγραφή που ισχύει ειδικά για τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Όταν κατατέθηκαν οι αγωγές, το 2023, οι αξιώσεις είχαν παραγραφεί προ πολλού, και μάλιστα πριν καν οι ενάγοντες υπεισέλθουν στην κληρονομία των δικαιοπαρόχων τους, με αποτέλεσμα να μην τις έχουν αποκτήσει ποτέ.
Αδιάφορος κρίθηκε ο ισχυρισμός τους ότι πληροφορήθηκαν την τύχη των ακινήτων μόλις ύστερα από έρευνα του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, αφού στις αξιώσεις κατά του Δημοσίου αφετηρία της παραγραφής είναι το αντικειμενικό γεγονός της γέννησης του δικαιώματος και όχι ο χρόνος γνώσης της ζημίας.
Η πρώτη αγωγή της κ. Μπαράι απορρίφθηκε επιπλέον και για αποδεικτικό κενό, καθώς δεν προσκομίστηκαν οι αποφάσεις που πιστοποιούσαν το κληρονομικό της δικαίωμα στην περιουσία της μητέρας της.
Το ιστορικό παρασκήνιο
Η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα των εκκρεμοτήτων που άφησε πίσω της η ιταλική διοίκηση της Δωδεκανήσου. Τα ακίνητα πέρασαν στο Ελληνικό Δημόσιο με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947 και το 1952 μεταβιβάστηκαν στον Οργανισμό Ακίνητης Περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο, ο οποίος τα εκποίησε σε ιδιώτες. Στις εκτάσεις που αποσπάστηκαν από τις αρχικές μερίδες υψώθηκαν στη συνέχεια πολυώροφες οικοδομές με δεκάδες διαμερίσματα και καταστήματα, γεγονός που έκανε ανέφικτη κάθε σκέψη αυτούσιας επιστροφής. Οι Τούρκοι κληρονόμοι κινήθηκαν δικαστικά δεκαετίες αργότερα, αφού πρώτα αναγνωρίστηκαν στην Ελλάδα, με αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, τα κληρονομικά δικαιώματα που τους είχαν πιστοποιήσει τουρκικά δικαστήρια. Η απόφαση 164/2026, που καταδίκασε τους ενάγοντες μόνο στη συμβολική δικαστική δαπάνη των 290 ευρώ, στέλνει έτσι ένα διπλό μήνυμα: η ιστορική αδικία των μη συντελεσμένων απαλλοτριώσεων αναγνωρίζεται δικαστικά, όμως ο χρόνος και οι αυστηροί κανόνες παραγραφής υπέρ του Δημοσίου σφραγίζουν οριστικά την τύχη τέτοιων αξιώσεων.
Την υπόθεση χειρίστηκε ο δικηγόρος κ. Τάσος Μπακαλούμας.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













