- ωσε ότι η οικογένεια είχε μόνιμη αδυναμία πληρωμής και ρύθμισε οριστικά τα χρέη τους, διατάσσοντας την εξαίρεση της περιουσίας τους από εκποίηση.
- Η υπόθεση ξεκίνησε με αρνητική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε απορρίψει την αίτηση υπαγωγής στο νόμο Κατσέλη, επικαλούμενο δόλο.
- Η έφεση που κατατέθηκε από την οικογένεια στο Πρωτοδικείο επικεντρώθηκε στη λανθασμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.
- Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επιδεινώθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τον πρώτο αιτούντα να έχει βιώσει πτώση του εισοδήματος του και τη σύζυγό του να είναι μακροχρόνια άνεργη.
Μια οικογένεια που αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να χάσει τα πάντα από δάνεια που δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει βγήκε νικήτρια στον δεύτερο γύρο της δικαστικής διαμάχης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατόπιν έφεσης που είχαν ασκήσει οι ίδιοι οι αιτούντες, εξαφάνισε πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου και ρύθμισε οριστικά τα χρέη και των 3 αιτούντων, διατάσσοντας παράλληλα την εξαίρεση από κάθε εκποίηση ολόκληρης της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους.
Μια υπόθεση που ξεκίνησε ως ήττα
Πρωταγωνιστές είναι ένας ημεδαπός 56 ετών, η σύζυγός του, ημεδαπή 56 ετών, μακροχρόνια άνεργη από τα τέλη του 2018, και η μητέρα της τελευταίας, ημεδαπή 84 ετών, συνταξιούχος. Οι τρεις είχαν καταφύγει στο Ειρηνοδικείο Ρόδου ζητώντας υπαγωγή τους στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη, επικαλούμενοι μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς την Εθνική Τράπεζα και τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου.
Το Ειρηνοδικείο τους γύρισε την πλάτη. Με την υπ’ αριθμ. 360/2022 απόφασή του, δέχθηκε ως βάσιμη την ένσταση δόλου που είχαν προβάλει οι πιστωτές και απέρριψε κατ’ ουσίαν την αίτηση, κρίνοντας ότι οι αιτούντες είχαν περιέλθει δολίως σε αδυναμία πληρωμής. Εκείνη η απόφαση υπήρξε η αφετηρία για μια νέα νομική εκστρατεία.
Ο δρόμος προς το Πρωτοδικείο
Με αριθμό κατάθεσης 84/2023, οι αιτούντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, εκπροσωπούμενοι από τον δικηγόρο κ. Σπυρίδωνα Σαλαμαστράκη. Απέναντί τους παρέστη η τρίτη εφεσίβλητη, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων. Η πρώτη και δεύτερη εφεσίβλητη, η Εθνική Τράπεζα και η υπό εκκαθάριση Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, δικάστηκαν ερήμην, καθώς δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο παρά τη νόμιμη κλήτευσή τους.
Οι λόγοι της έφεσης επικεντρώθηκαν στη λανθασμένη, κατά τους εκκαλούντες, εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το Ειρηνοδικείο και στην παράλειψή του να συνυπολογίσει επαρκώς τις επιπτώσεις της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης στη διαμόρφωση της οικονομικής θέσης της οικογένειας.
Το οικονομικό ιστορικό που έκρινε την υπόθεση
Κεντρικό ζήτημα στην επανεκτίμηση της υπόθεσης από το Πρωτοδικείο αποτέλεσε η διαχρονική εξέλιξη του εισοδήματος του πρώτου αιτούντος. Τα αποδεικτικά στοιχεία κατέδειξαν σαφή πτωτική πορεία από το 2011 και έπειτα. Από καθαρό μηνιαίο εισόδημα που αγγίζει τα 1.393 ευρώ εκείνη τη χρονιά, το ποσό συρρικνώθηκε βαθμιαία μέχρι τα 947 ευρώ μηνιαίως κατά την κατάθεση της αίτησης, για να υποχωρήσει ακόμη περαιτέρω στη συνέχεια. Αποφασιστικό ρόλο στην πτώση έπαιξε η απόλυσή του τον Ιούλιο του 2016 από εταιρεία τηλεπικοινωνιών λόγω της οικονομικής κρίσης, μετά την οποία εργάζεται πλέον σποραδικά.
Η σύζυγός του βρίσκεται σε μακροχρόνια ανεργία με μηδενικό εισόδημα από τα τέλη του 2014. Η ηλικιωμένη μητέρα της αντιμετωπίζει και αυτή συνεχώς μειούμενη σύνταξη, από περίπου 11.000 ευρώ ετησίως στα καλύτερα έτη, σε κάτω από 8.000 ευρώ ετησίως κατά την κατάθεση της αίτησης. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η συνολική δανειακή επιβάρυνση της οικογένειας, από στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια καθώς και από εγγυήσεις, ξεπερνά κατά πολύ κάθε δυνατότητα αποπληρωμής.
Για τον σύζυγο, μετά την αφαίρεση των δαπανών διαβίωσης ύψους 530 ευρώ μηνιαίως, η υπολειπόμενη ρευστότητα ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 417 ευρώ, ενώ η δόση εξυπηρέτησης των δανείων ξεπερνούσε τα 586 ευρώ. Για την ηλικιωμένη συνταξιούχο, τα έξοδα διαβίωσης καθορίστηκαν στα 670 ευρώ μηνιαίως, λαμβανομένων υπόψη των αυξημένων αναγκών υγείας λόγω ηλικίας.
Γιατί καταρρίφθηκε η ένσταση δόλου
Η κρίσιμη νομική αντιπαράθεση αφορούσε το αν οι αιτούντες περιήλθαν εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμής, γεγονός που θα αποκλείει εξ ορισμού την υπαγωγή τους στον νόμο Κατσέλη. Το Πρωτοδικείο απέρριψε πλήρως τον σχετικό ισχυρισμό.
Για τον σύζυγο, εκτιμήθηκε ότι είχε αναλάβει τα δάνεια σε περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματά του ήταν επαρκή για την εξυπηρέτησή τους, και πράγματι τα αποπλήρωνε κανονικά για δέκα περίπου χρόνια, από το 2007 έως και τις 23 Μαΐου 2017. Η αδυναμία ανέκυψε αργότερα, ως άμεσο αποτέλεσμα της απώλειας της εργασίας του και της παράλληλης μακροχρόνιας ανεργίας της συζύγου του — συνθήκες που δεν μπορούσε να προβλέψει κατά τη σύναψη των συμβάσεων.
Για τη σύζυγο, το δικαστήριο επεσήμανε ότι είχε συμβληθεί ως εγγυήτρια σε δάνεια για τα οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία της αντικειμενικής αξίας 112.028 ευρώ. Αυτό αποδεικνύει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι δεν είχε πρόθεση να μη σεβαστεί τις υποχρεώσεις της, καθώς είχε θέσει σε κίνδυνο το ίδιο της το σπίτι ως εγγύηση. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε και για την ηλικιωμένη συνταξιούχο, η οποία είχε επίσης συμβληθεί ως εγγυήτρια με την ίδια λογική εξασφάλισης.
Οι ρυθμίσεις που επέβαλε το δικαστήριο
Ανοίγοντας ο δρόμος για την ουσιαστική εφαρμογή του νόμου Κατσέλη, το Πρωτοδικείο προχώρησε σε οριστική ρύθμιση των χρεών και των 3 αιτούντων. Ο σύζυγος υποχρεώνεται να καταβάλλει μηνιαίως για 3 χρόνια συνολικά 174,43 ευρώ στις πιστώτριές του — ήτοι 35,40 ευρώ στην Εθνική Τράπεζα και 139 ευρώ στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου — ποσό που έχει υπολογιστεί αφαιρουμένων και των 3.556,74 ευρώ που είχε ήδη καταβάλει με βάση προσωρινή διαταγή από τον Αύγουστο του 2019.
Η άνεργη σύζυγος ρυθμίζεται με μηδενικές μηνιαίες καταβολές για τριετία, λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας της. Ο νόμος επιτρέπει κάτι τέτοιο, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η ρύθμιση για τη διάσωση της κύριας κατοικίας. Πράγματι, το δικαστήριο επέβαλε στη σύζυγο μηνιαίες δόσεις 270 ευρώ για 35 χρόνια προς αποπληρωμή ποσού 113.400 ευρώ, που αντιστοιχεί στην εκτιμηθείσα εμπορική αξία του ακινήτου της. Η έναρξη των καταβολών αυτών τοποθετείται 3 χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης, ώστε να της δοθεί περίοδος χάριτος ισόχρονη της βασικής ρύθμισης.
Για την ηλικιωμένη συνταξιούχο, το δικαστήριο όρισε μηνιαία δόση 95,45 ευρώ για 3 χρόνια και στη συνέχεια μηνιαία δόση 120 ευρώ για 15 χρόνια για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, με το συνολικό αντάλλαγμα να ανέρχεται στα 21.600 ευρώ — ποσό που ορίστηκε χαμηλότερα από την εμπορική αξία του ακινήτου, λόγω της περιορισμένης οικονομικής δυνατότητάς της.
Ολόκληρη η περιουσία σώζεται από την εκποίηση
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η απόφαση να εξαιρέσει από κάθε εκποίηση όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία και των 3 αιτούντων. Για τον σύζυγο εξαιρείται μοτοποδήλατο έτους 2002 αξίας 300 ευρώ, το μοναδικό όχημα της οικογένειας. Για τη σύζυγο εξαιρείται η κύρια κατοικία τους αλλά και 3 επιπλέον ακίνητα, ποσοστά συγκυριότητας σε διαμέρισμα και οικόπεδα, τα οποία κρίθηκε ότι δεν θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον λόγω ψιλής συγκυριότητας σε ποσοστό μόλις 18,75%. Για την ηλικιωμένη συνταξιούχο εξαιρούνται η κύρια κατοικία της και επιπλέον 3 ακίνητα, συμπεριλαμβανομένου ενός μικρού διαμερίσματος 25 τετραγωνικών μέτρων στην Αθήνα και ποσοστών σε οικόπεδα υπό αναγκαστική απαλλοτρίωση, για τα οποία εκτιμήθηκε ομοίως ότι δεν θα αποφέρουν αξιόλογο αντάλλαγμα.
Η απαλλαγή των αιτούντων από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής θα επέλθει, σύμφωνα με τον νόμο, μετά την κανονική εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται με την απόφαση. Το Πρωτοδικείο διέταξε επίσης την επιστροφή στους αιτούντες του παράβολου κατάθεσης της έφεσης, ενώ δεν επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου Κατσέλη.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














