- δικαστική απόφαση αναγνώρισε την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι δύο επιχειρηματίες από άκυρη αναγκαστική εκτέλεση και τους επιδίκασε αποζημίωση 13.000 ευρώ ο καθένας.
- Η μίσθωση του καταστήματος, που ξεκίνησε το 2012, αποδείχθηκε προβληματική λόγω μη συμμόρφωσης με υγειονομικές και πολεοδομικές διατάξεις, αναγκάζοντας τους μισθωτές να επενδύσουν σημαντικά ποσά για την απόκτηση άδειας λειτουργίας.
- Η συνεργασία μεταξύ των μισθωτών και της εκμισθώτριας κατέρρευσε το 2018, όταν οι μισθωτές αποφάσισαν να διακόψουν τη λειτουργία της επιχείρησης λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας.
- Η εκμισθώτρια προχώρησε σε διαταγή πληρωμής για φερόμενα οφειλόμενα μισθώματα, η οποία ακυρώθηκε εν μέρει από το Πρωτοδικείο, με την εκμισθώτρια να διατηρεί την κατάσχεση παρά την απόφαση του δικαστηρίου.
Μια εμπορική μίσθωση που ξεκίνησε το 2012 και μια διαταγή πληρωμής η οποία, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, στηριζόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της σε ποσά που δεν οφείλονταν, κατέληξαν σε δικαστική δικαίωση δύο επιχειρηματιών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αναγνώρισε ότι οι δύο ημεδαποί υπέστησαν ηθική βλάβη από άκυρη αναγκαστική εκτέλεση και υποχρέωσε την αντίδικό τους, ημεδαπή, να καταβάλει σε καθέναν το ποσό των 13.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Η υπόθεση κρίθηκε ύστερα από διένεξη που κράτησε σχεδόν μία δεκαετία.
Η μίσθωση και οι υποχρεώσεις που δεν είχαν διευκρινιστεί
Όλα ξεκίνησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2012, όταν οι δύο ενάγοντες μίσθωσαν από την εναγόμενη ένα κατάστημα δύο επιπέδων σε οικισμό της Ρόδου που τελεί υπό καθεστώς αρχαιολογικής προστασίας, προκειμένου να λειτουργήσουν επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στα 750 ευρώ για τα 3 πρώτα έτη, με ετήσια αναπροσαρμογή έκτοτε.
Όπως προέκυψε, το ακίνητο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις των υγειονομικών, πολεοδομικών και αρχαιολογικών διατάξεων, παρά τη διαβεβαίωση της εκμισθώτριας περί του αντιθέτου. Για να λάβουν τη νόμιμη άδεια λειτουργίας, οι μισθωτές αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν εκτεταμένες εργασίες, δαπανώντας ποσό που το δικαστήριο προσδιόρισε στα 17.692,30 ευρώ. Ενόψει αυτής της επιβάρυνσης, οι δύο πλευρές συμφώνησαν προφορικά να παραμείνει το μίσθωμα σταθερό, χωρίς αναπροσαρμογές, και να καταβάλλεται τμηματικά μέσα στο έτος και όχι προκαταβολικά.
Από την ασθένεια στη ρήξη
Η συνεργασία εξελισσόταν ομαλά μέχρι τα τέλη του 2017, όταν ο ένας από τους δύο ενάγοντες αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας που απαίτησε χειρουργική επέμβαση στις αρχές του 2018. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους οι μισθωτές αποφάσισαν να διακόψουν τη λειτουργία της επιχείρησης και ενημέρωσαν την εκμισθώτρια για την επιθυμία τους να λυθεί πρόωρα η σύμβαση. Εκείνη, όπως αναφέρεται, δεν έφερε αντίρρηση, ωστόσο ουδέποτε υπέγραψε συμφωνητικό λύσης ούτε παρέλαβε τα κλειδιά, παρότι είχε κληθεί για αυτό. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2019 οι μισθωτές προχώρησαν σε εξώδικη καταγγελία της μίσθωσης.
Η διαταγή πληρωμής και η κατάσχεση που έμεινε ανοιχτή
Έναν περίπου μήνα αργότερα η εκμισθώτρια εξέδωσε διαταγή πληρωμής, με την οποία επιτάσσονταν οι δύο μισθωτές να της καταβάλουν 18.772 ευρώ για φερόμενα οφειλόμενα μισθώματα και προσαυξήσεις των ετών 2015 έως 2018. Οι ενάγοντες άσκησαν ανακοπή και ζήτησαν αναστολή, αίτημα που απορρίφθηκε. Στις 5 Δεκεμβρίου 2019 η αντίδικός τους επέβαλε κατάσχεση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς σε πέντε πιστωτικά ιδρύματα, για ποσό 19.772 ευρώ.
Στις αρχές του 2021 το Πρωτοδικείο Ρόδου ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 16.272 ευρώ, επικυρώνοντάς την μόνο για 2.500 ευρώ. Παρά την κρίση αυτή, η εκμισθώτρια δεν περιόρισε την κατάσχεση στο επιβεβαιωμένο υπόλοιπο, αλλά τη διατήρησε για ολόκληρο το αρχικό ποσό και άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο Δωδεκανήσου το 2023. Η δέσμευση των λογαριασμών ήρθη τελικά μόλις τον Απρίλιο του 2024.
Πέντε χρόνια αποκλεισμού
Το διάστημα αυτό άφησε βαρύ αποτύπωμα. Επί σχεδόν 5 έτη οι δύο επιχειρηματίες έμειναν ουσιαστικά αποκλεισμένοι από το τραπεζικό σύστημα, αδυνατούσαν να δανειστούν λόγω μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και η οφειλή τους παρέμενε καταχωρισμένη στον «Τειρεσία». Ο πρώτος ενάγων, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, αναγκάστηκε να κλείσει δύο ακόμη επιχειρήσεις που διατηρούσε λόγω έλλειψης ρευστότητας, ενώ ο δεύτερος μετακόμισε στο εξωτερικό και εργάστηκε ως υπάλληλος, καθώς η εκκίνηση οποιασδήποτε νέας δραστηριότητας ήταν αδύνατη. Στην αγωγή τους έγινε λόγος και για δυσφήμηση στην τοπική αγορά, με την εκμισθώτρια να τους χαρακτηρίζει «κακοπληρωτές».
Η κρίση του δικαστηρίου
Το δικαστήριο έκρινε ότι η επισπεύδουσα την εκτέλεση γνώριζε πως το ακυρωθέν μέρος της απαίτησης δεν οφειλόταν, με βάση τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί προφορικά μεταξύ των μερών. Στο σκεπτικό σημειώνεται ότι η μη επιδίωξη είσπραξης οποιουδήποτε ποσού καθ’ όλη τη διάρκεια της κατάσχεσης ενίσχυε την εκτίμηση ότι η δέσμευση διατηρήθηκε για άλλους λόγους. Με βάση τη διάταξη του άρθρου 940 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης σε περίπτωση άδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή.
Έναντι αρχικού αιτήματος 29.900 ευρώ για καθένα, το δικαστήριο επιδίκασε 13.000 ευρώ ανά ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 4.000 ευρώ για τον καθένα και επέβαλε στην εναγόμενη δικαστικά έξοδα 1.000 ευρώ.
Τους δύο ενάγοντες εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Μηνάς Τσέρκης, ενώ για την εναγόμενη παραστάθηκε ο δικηγόρος κ. Νικηφόρος Παπανικόλας.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














