Συνέντευξη στην
Πέγκυ Ντόκου

«Βγαίνοντας από τα μνημόνια δεν περνάμε, από τη μια μέρα στην άλλη, από την Κόλαση στον Παράδεισο…» δηλώνει σήμερα στην «δημοκρατική» ο κ. Δημήτρης Παπαδημούλης, Ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επιπλέον, μιλάει για τα «καυτά» θέματα του μεταναστευτικού, την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη, τις εξελίξεις στο Σκοπιανό ενώ αναφορικά με την απελευθέρωση και το αίσιο τέλος της περιπέτειας των δύο Ελλήνων στρατιωτικών από την Τουρκία και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ξεκαθαρίζει πως «ο προσανατολισμός επιδίωξης καλών και ειρηνικών σχέσεων γειτονίας -με την προϋπόθεση ότι αυτές βασίζονται στο Διεθνές Δίκαιο- είναι σταθερός για την Ελλάδα».
Η συνέντευξη αναλυτικά:
• Κύριε Παπαδημούλη, βγήκαμε από τα μνημόνια. Τι σημαίνει, όμως, αυτό για τους Έλληνες πολίτες, που ακόμη είναι επιφυλακτικοί για την επιβολή νέων μέτρων;
Είναι προφανές ότι βγαίνοντας από τα μνημόνια δεν περνάμε, από τη μια μέρα στην άλλη, από την Κόλαση στον Παράδεισο. Αποκτούμε, όμως, μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας.
Τώρα χρειάζεται σοβαρότητα και δουλειά και πρέπει με σύνεση και υπευθυνότητα, κάνοντας τα παθήματα της χρεοκοπίας και των μνημονίων μαθήματα, να χτίσουμε το σχέδιο για την επόμενη μέρα. Το στοίχημα για εμάς είναι να αυξάνουμε διαρκώς την αποτελεσματικότητά μας σε όλους τους τομείς και αυτή η προσπάθεια να βρίσκει πρακτικό αντίκρισμα στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Τα βήματα για την επόμενη ημέρα θα γίνουν πάνω σε στέρεο έδαφος, με υγιή δημόσια οικονομικά, γιατί ο πρώτος στόχος είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης και της μείωσης της ανεργίας. Αυτή τη στιγμή, η υλοποίηση του προϋπολογισμού του 2018 πηγαίνει καλά και θα πετύχουμε όχι μόνο τον στόχο του 3,5%, αλλά και περίσσευμα. Αυτό μας επιτρέπει να αποδείξουμε με αριθμούς ότι μπορούμε να πετύχουμε τον στόχο για τον προϋπολογισμό του 2019, που είναι επίσης 3,5%, χωρίς περικοπή των συντάξεων, όπως είχε επιμείνει και επιβάλει σε προηγούμενη φάση το ΔΝΤ.
Ο κύκλος των περικοπών και των μειώσεων έχει κλείσει και τώρα ανοίγει ένας νέος, αυτός της σταδιακής ανάκτησης και επούλωσης των πληγών για πολλά εκατομμύρια Έλληνες. Το τι ακριβώς θα γίνει, πώς και πότε θα αποτυπωθεί στον προϋπολογισμό του 2019 και θα βασιστεί και στην καλή εκτέλεση του προϋπολογισμού του ‘18.
Πρακτικά, όσα περισσότερα χρήματα μαζεύουμε από τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, της διαφθοράς και τη βελτίωση της διοίκησης, τόσα περισσότερα θα μπορέσουν να γίνουν. Όχι μόνο στον τομέα των κοινωνικών παροχών, αλλά και των φοροελαφρύνσεων των μικρομεσαίων.
Πώς θα περιγράφατε το κλίμα στην Ε.Ε. απέναντι στην Ελλάδα; Εξακολουθεί να στηρίζει τις προσπάθειες της χώρας μας και της κυβέρνησης;
Η χώρα μας έχει καταφέρει τα τελευταία τρία χρόνια να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα που επικρατούσε εις βάρος της στην ΕΕ, και από μαύρο πρόβατο, που απειλούνταν με Grexit, κατάφερε να βγει από τα μνημόνια και να κτίσει βήμα-βήμα πολύτιμες συμμαχίες.
Μέσα σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο και απαιτητικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση καταφέρνει να συνδιαμορφώνει τις εξελίξεις και να συμβάλλει ουσιαστικά στη χάραξη της πολιτικής ατζέντας.
Η έξοδος από τα μνημόνια, η πρόσθετη ελάφρυνση του χρέους και η συμφωνία για το Μακεδονικό αποτελούν τρεις σημαντικές εξελίξεις, από τις οποίες δεν επωφελείται μόνο η χώρα μας, αλλά και η ΕΕ συνολικά.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγνωρίζουν και στηρίζουν τις προσπάθειες της χώρας, της κυβέρνησης και των Ελλήνων πολιτών, ενώ βασικό μέλημα τόσο για τους δανειστές, όσο και για την Κομισιόν, παραμένει το να πετύχουμε τους δημοσιονομικούς μας στόχους.
Πιστεύω ότι διατηρώντας νοικοκυρεμένα τα δημόσια οικονομικά μας, αλλά και το βλέμμα μας στραμμένο στο μέλλον, στην ενίσχυση της οικονομίας και της ανάπτυξης, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση των επενδύσεων, αλλά και την καταπολέμηση των παθογενειών, όχι μόνο θα πετύχουμε τους δημοσιονομικούς μας στόχους, αλλά θα αποφύγουμε κι αυτό που σήμερα είναι δρομολογημένο: την περικοπή των συντάξεων.

Τους τελευταίους μήνες έχει τεθεί σε πιο σοβαρή βάση στο τραπέζι του διαλόγου στην Ευρώπη το μεταναστευτικό. Είστε αισιόδοξος για τις εξελίξεις, καθώς η χώρας μας εμπλέκεται άμεσα με το πρόβλημα αυτό;
Η αδυναμία της ΕΕ να δώσει ευρωπαϊκή απάντηση στο προσφυγικό και να χαράξει μια συνεκτική πολιτική για τη νόμιμη μετανάστευση εντείνει την ευρωπαϊκή κρίση. Με αυτή της τη στάση αμαυρώνει τις ίδιες τις διακηρύξεις της ΕΕ και τροφοδοτεί τη φοβική δημαγωγία της άκρας δεξιάς, αναδεικνύοντας έτσι το σημαντικό έλλειμμα προοδευτικής και διορατικής ηγεσίας στους κόλπους της ΕΕ.
Αντιθέτως, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα όφειλε να είναι πιο ανοιχτή στους πρόσφυγες, να τους εντάξει, με σαφείς κανόνες, δικαιώματα και υποχρεώσεις στον κοινωνικό της ιστό. Όπως προσπάθησε και προσπαθεί η ελληνική κοινωνία για παράδειγμα, που από την πρώτη στιγμή -και παρ’ όλες τις αδυναμίες και τις καθυστερήσεις- έδειξε την αλληλεγγύη και τη στήριξή της στους πρόσφυγες, ακόμα και την περίοδο 2015-2016, όπου το προσφυγικό ρεύμα προς τη χώρα μας βρισκόταν στην κορύφωσή του.
Δυστυχώς σε πολιτικό επίπεδο, με κύρια ευθύνη του Συμβουλίου, πολλά κράτη-μέλη δεν τήρησαν τις δεσμεύσεις τους για το πρόγραμμα μετεγκατάστασης. Παρά τη συνεχή πίεση του Ευρωκοινοβουλίου, και με την ανοχή της Κομισιόν, δεν έδειξαν την απαιτούμενη αλληλεγγύη, κυρίως απέναντι στην Ελλάδα και την Ιταλία.
Αυτή την περίοδο γίνεται μια προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος, το οποίο συναντά και πάλι μεγάλες αντιστάσεις από πολλές πλευρές, και όχι μόνο από τις χώρες του Βίσεγκραντ, καθώς ήρθαν να προστεθούν ο Κουρτς, μετά ο Σαλβίνι και τώρα τελευταία ο Ζεχόφερ, ο οποίος κάνει αντάρτικο στη Μέρκελ.
Αυτό είναι κακό όχι μόνο για την αντιμετώπιση του προσφυγικού, αλλά κακό και για τις κύριες χώρες υποδοχής, που σημαίνει κακό για την Ελλάδα. Το να δίνονται ευρωπαϊκές απαντήσεις στο προσφυγικό με αναλογική κατανομή των προσφύγων, με δίκαιη και λειτουργική αλλαγή της Συνθήκης του Δουβλίνου, νομίζω ότι θα έπρεπε να είναι κοινή εθνική γραμμή ανεξαρτήτως κομμάτων. Και δυστυχώς δεν είναι.
Αν κάτι, όμως, προκαλεί αισιοδοξία, αυτό είναι οι ίδιοι οι αριθμοί: Το 2015 πέρασαν στην Ευρώπη 1.000.000 πρόσφυγες, οι 850.000 από την Ελλάδα. Το πρώτο 6μηνο του 2018 πέρασαν 44.000, που σημαίνει ότι έχει μειωθεί η προσφυγική ροή περίπου κατά 95%. Και η πλούσια Ευρώπη έχει πολύ κάτω από το 1% της υποδοχής των προσφυγικών ροών, καθώς οι πρόσφυγες συνολικά -σύμφωνα με τον ΟΗΕ- ανέρχονται στους 68.000.000 πολίτες.
• Υπάρχει μια τάση ανόδου των εθνικιστικών και ακροδεξιών κομμάτων στην Ε.Ε. (και στις ΗΠΑ φυσικά). Είναι κάτι παροδικό, κατά την άποψή σας, ή θα πρέπει να ανησυχούμε;
Η άνοδος της ακροδεξιάς στην ΕΕ και η δεξιά στροφή της Ευρώπης είναι μια εξέλιξη πολύ ανησυχητική. Γεννά προβληματισμό σε όλες τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και στην πιο μετριοπαθή πτέρυγα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Η άνοδος αυτή είναι καρπός πολύ συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επιβλήθηκαν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτές οι επιλογές οδήγησαν σταδιακά στην αποδυνάμωση της πολιτικής συνοχής, στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, στη συνεχή άνοδο των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, της ανεργίας και της φτώχειας, αλλά και της εθνικιστικής αναδίπλωσης.
Οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται ενώπιον του κινδύνου «Ορμπανοποίησης». Θερίζουν τώρα ό,τι έσπειραν τα προηγούμενα χρόνια. Έχοντας τροφοδοτήσει έναν διαρκώς διογκούμενο, αλλά άγονο και ακραία δεξιόστροφο ευρωσκεπτικισμό, έχοντας ευνοήσει, με μονομερή λιτότητα, συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Βρίσκονται πλέον εγκλωβισμένες. Η λαϊκίστικη, ακραία νεοφιλελεύθερη και ακροδεξιά πτέρυγα, που εκφράζεται από τον Σαλβίνι και τη Λεπέν, συντονίζεται με τους Ορμπάν και Κουρτς εντός του ΕΛΚ, που διεκδικούν πλέον ηγεμονικό ρόλο εντός της ευρύτερης πολιτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αλλά και ευρύτερα της ευρωπαϊκής Δεξιάς.

• Πώς είδατε την απελευθέρωση και το αίσιο τέλος της περιπέτειας των δύο Ελλήνων στρατιωτικών από την Τουρκία; Ήταν ένα δείγμα καλής θέλησης; Κι από την άλλη, μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι ότι θα βελτιωθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Σε αυτή την πολύ θετική εξέλιξη, που γέμισε ικανοποίηση και χαρά όλους τους Έλληνες, συνέβαλαν ο συνεχής αγώνας της Ελλάδας, η διεθνής κινητοποίηση, η κλιμάκωση των πολιτικών, διπλωματικών και οικονομικών πιέσεων προς την ηγεσία Ερντογάν, αλλά και το γεγονός ότι ο πιεσμένος Ερντογάν ένιωσε την ανάγκη να κάνει μια χειρονομία καλής θέλησης προς την Ελλάδα -και μέσω της Ελλάδας προς την ΕΕ- καθώς η εξάρτηση της τουρκικής οικονομίας είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Το αίτημα της απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών ήταν απολύτως δίκαιο, καθώς η τουρκική Δικαιοσύνη και πολιτική ηγεσία δεν μπόρεσαν να θεμελιώσουν ούτε καν υποψία για κάποιο βαρύτερο αδίκημα στους δύο Έλληνες στρατιωτικούς, όπως το περίφημο περί κατασκοπείας.
Η θετική αυτή εξέλιξη δικαιώνει, επίσης, και στη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία επέμενε εξαρχής στο να μην υπάρξει σύνδεση το εν λόγω ζήτημα με την εντελώς ανόμοια υπόθεση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών.
Σε ό,τι αφορά στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ο προσανατολισμός επιδίωξης καλών και ειρηνικών σχέσεων γειτονίας -με την προϋπόθεση ότι αυτές βασίζονται στο Διεθνές Δίκαιο- είναι σταθερός για την Ελλάδα.
Είμαστε καταδικασμένοι από την Ιστορία και τη Γεωγραφία οι δύο λαοί, παρά τις μεγάλες μας διαφορές και την ιστορικά καλλιεργημένη δυσπιστία, να ζήσουμε δίπλα δίπλα. Είναι, λοιπόν, προς το συμφέρον όλων μας να αναζητήσουμε δρόμους ειρηνικής συνύπαρξης και καλής γειτονίας.

• Είστε αισιόδοξος για τις εξελίξεις με τα Σκόπια; Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει «φως στο τούνελ»;
Με τις δημοσκοπήσεις να δίνουν προβάδισμα στο «ναι», ενόψει του δημοψηφίσματος της 30ής Σεπτεμβρίου στη γειτονική χώρα, αλλά και τη συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαίων ηγετών να χαιρετίζει τη συμφωνία και να συγχαίρει Τσίπρα και Ζάεφ, έχουμε κάθε λόγο να είμαστε αισιόδοξοι.
Θέλω να πιστεύω ότι σε αυτό το δημοψήφισμα θα εγκριθεί τελικά η συμφωνία των Πρεσπών, η οποία θα δώσει τέλος, με τρόπο κοινά αποδεκτό, σε μια διαμάχη που ταλαιπώρησε τους δύο λαούς για πολλές δεκαετίες.
Τόσο η ελληνική κυβέρνηση, όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζουν ολόθερμα αυτή τη συμφωνία και περιμένουμε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ώστε να προχωρήσουμε και στα δικά μας βήματα. Η επόμενη μέρα μετά τη συμφωνία, θα είναι καλύτερη για τη σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη και στην Ελλάδα και στην FYROM. Kαι οι κυρίως ωφελημένοι θα είναι η Βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλονίκη.

 

Σχολιασμός άρθρου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ