Με την υπ’ αρίθμ. 458/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (τακτική διαδικασία) απορρίφθηκε αγωγή που ασκήθηκε το 2003, για την πολύκροτη υπόθεση εμπρησμού τουριστικών σκαφών στο Φαληράκι.
Ενας κάτοικος του Φαληρακίου στράφηκε συγκεκριμένα με την αγωγή του κατά ενός κατοίκου Καλυθιών διεκδικώντας αποζημίωση από αδικοπραξία.
Η υπόθεση είχε απασχολήσει το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου το έτος 2012.
Το δευτεροβάθμιο λαϊκό δικαστήριο είχε κρίνει αθώους με απόφαση που έλαβε κατά πλειοψηφία (5-2) δύο άτομα που είχαν καταδικαστεί πρωτοδίκως σε ποινή κάθειρξης 7 ετών, με ανασταλτικό ως προς την έφεση αποτέλεσμα, με περιοριστικούς όρους, ως ηθικοί αυτουργοί εμπρησμού ταχύπλοων σκαφών που ανήκαν σε ιδιοκτήτες επιχειρήσεων θαλάσσιων σπορ στο Φαληράκι.
Το ίδιο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών με 3ετή αναστολή στον φυσικό αυτουργό του εμπρησμού έναν υπήκοο Αλβανίας, που ομολόγησε την πράξη του, αναγνωρίζοντάς του το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου και ποινή φυλάκισης 3 ετών μετατρέψιμη προς 5 ευρώ ημερησίως σε έναν ημεδαπό που είχε αναθέσει στον τελευταίο τον εμπρησμό και είχε συνδράμει στο έργο του.
Στον τελευταίο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Σημειώνεται ότι οι δύο καταδικασθέντες υποστήριξαν ότι οι δύο πρώτοι τους κατέβαλαν 2 εκατ. δρχ για να κάψουν τα σκάφη.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου στην απόφαση του αναφέρει τα εξής:
Στις Καλυθιές Ρόδου στις 20.12.2001 προκλήθηκε πυρκαγιά σε δύο αλεξιπτωτοφόρα σκάφη, της συγκυριότητας των εναγόντων και κυριότητας μη διαδίκου στην δίκη.
Τα σκάφη ήταν αποθηκευμένα σε ισόγειο ημιτελούς οικοδομής (γιαπί) που βρίσκεται στην οδό Αγίου Νεκταρίου και που ανήκε στην επίσης μη διάδικο στην υπόθεση.
Από την πυρκαγιά καταστράφηκαν ολοσχερώς τα δύο σκάφη και προκλήθηκαν ζημίες στην οικοδομή.
Η πυρκαγιά προκλήθηκε με χρήση γυμνής φλόγας από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ομολόγησε την πράξη του δικαζόμενος ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο τον κήρυξε ένοχο με απόφασή του.
Την απόφαση να τελέσει την πράξη του, προκάλεσε στον πρώτο εναγόμενο ο τέταρτος εναγόμενος, υποσχόμενος χρηματικό αντάλλαγμα.
Το Δικαστήριο τούτο, όμως, δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι δηλαδή στον τέταρτο εναγόμενο προκάλεσαν την απόφαση να τελέσει την πράξη του ο καθ’ ου η κλήση – δεύτερος εναγόμενος, καθώς και ο τρίτος των εναγομένων από κοινού (αλυσιδωτή ηθική αυτουργία). Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει η εμπλοκή του καθ’ου η κλήση — δεύτερου εναγομένου, καθώς και του τρίτου των εναγομένων στην πυρκαγιά, παρά μόνο από τις καταθέσεις του τέταρτου εναγομένου στην ποινική διαδικασία.
Οι καταθέσεις όμως αυτές, όπως αναφέρει το δικαστήριο, είναι μειωμένης αξιοπιστίας, αφού δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, εκτός από τις υπόνοιες που είχαν σε βάρος του οι ενάγοντες και οι οποίες αναφέρονται και στο σκεπτικό της παραπάνω απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, και μάλιστα στην ποινική δίκη δεν αρκούν για την καταδίκη.
Τα ίδια πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο, με απόφασή του, απάλλαξε τον καθ’ ου η κλήση – δεύτερο εναγόμενο για την αποδοθείσα σε αυτόν πράξη της ηθικής αυτουργίας σε εμπρησμό από πρόθεση.

Τον ενάγοντα εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Παντελής Αποστολάς και τον εναγόμενο ο δικηγόρος κ. Βασίλης Καταβενάκης.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ