ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Το εφετείο βάζει χρονικό όριο στους φοροελέγχους-Ακυρώθηκαν φόροι και προσαυξήσεις 17,5 εκατ. ευρώ 

news room 9 λεπτά ανάγνωση
δικαιοσύνη

Ακυ­ρώ­νο­νται από τη Δικαιο­σύνη το ένα μετά το άλλο υπέ­ρο­γκα πρό­στιμα της Εφορίας, καθώς ορθώ­νο­νται ανυ­πέρ­βλητα εμπόδια νομι­μό­τη­τας στους φορο­λο­γι­κούς ελέγ­χους που επι­χει­ρού­νται ανα­δρο­μικά, φθά­νο­ντας σε βάθος αρκετών ετών, με αφορμή και το γνωστό «κυνήγι» των τρα­πε­ζι­κών κατα­θέ­σεων στο εξω­τε­ρικό.

Αλλε­πάλ­λη­λες δικα­στι­κές απο­φά­σεις ανα­τρέ­πουν τα πορί­σματα πολλών ελέγχων και «μπλο­κά­ρουν» ως μη νόμιμες τις ενέρ­γειες των αρμό­διων οικο­νο­μι­κών Αρχών, εντο­πί­ζο­ντας παράλ­ληλα διάφορα προ­βλή­ματα, όχι μόνο στην ισχύ­ουσα νομο­θε­σία και σε σχε­τι­κές εγκυ­κλί­ους, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι φορο­λο­γι­κοί μηχα­νι­σμοί ερμη­νεύ­ουν τις ρυθ­μί­σεις για να διευ­ρύ­νουν τη «διεισ­δυ­τι­κό­τητά» τους σε περιου­σιακά στοι­χεία.

Τα διοι­κη­τικά δικα­στή­ρια βάζουν στην πράξη «φρένο» σε πρό­στιμα και ελέγ­χους που στη­ρί­χθη­καν σε διά­φο­ρες κατά καιρούς λίστες κατα­θε­τών, με αφορμή π.χ. τον εντο­πι­σμό υψηλών κατα­θέ­σεων ή εκροών προς το εξω­τε­ρικό, ανα­κό­πτο­ντας τη λογική προ­σέγ­γι­σης των διω­κτι­κών Αρχών ότι κάθε τέτοια μετα­φορά χρη­μά­των υπο­κρύ­πτει σχεδόν αυτο­νό­ητα φορο­δια­φυγή.

Με τις απο­φά­σεις Διοι­κη­τι­κών Εφε­τείων της Αττικής αλλά και της περι­φέ­ρειας κρί­νε­ται ότι δεν μπορούν να φορο­λο­γη­θούν ως «προ­σαύ­ξηση περιου­σίας από άγνωστη πηγή» τα κεφά­λαια που σχη­μα­τί­στη­καν από μετα­φορά χρη­μά­των στο εξω­τε­ρικό που έγινε πριν από τις 30-9-10 και είναι άκυρες οι φορο­λο­γι­κές πράξεις που θεωρούν ανα­κρι­βείς τις σχε­τι­κές φορο­λο­γι­κές δηλώ­σεις. Μαζί τους «πέφτουν» ως άκυρα και οι σχε­τι­κές προ­σαυ­ξή­σεις, οι πρό­σθε­τοι φόροι, οι αυξη­μέ­νες δια­φο­ρές σε εισφο­ρές αλλη­λεγ­γύης αλλά και η διαιώ­νιση των ανα­δρο­μι­κών φορο­λο­γι­κών ελέγχων με συνε­χείς παρα­τά­σεις και σε επόμενα χρόνια (για να ξεπε­ρα­στεί ο σκό­πε­λος της παρα­γρα­φής κ.λπ.).

Στο οικο­νο­μικό επι­τε­λείο οι δικα­στι­κές απο­φά­σεις έχουν προ­κα­λέ­σει σοκ, καθώς περιο­ρί­ζουν ασφυ­κτικά όχι μόνο χιλιά­δες εκκρε­μείς ελέγ­χους, αλλά και την προσ­δο­κία σημα­ντι­κών εισπρά­ξεων από πολλές παλαιό­τε­ρες «ανοι­κτές» υπο­θέ­σεις και όλα δεί­χνουν ότι ο πήχης πρέπει να μπει πολύ χαμη­λό­τερα. Το Δημόσιο είναι έτοιμο να προ­σβά­λει τις απο­φά­σεις αυτές σε «πιλο­τική» δίκη στο Συμ­βού­λιο της Επι­κρα­τείας, σε μια προ­σπά­θεια να ανα­τρέ­ψει ή να ανα­κό­ψει τις συνε­χείς ακυ­ρώ­σεις, πράγμα μάλλον δύσκολο, αφού η σχετική νομο­λο­γία προ­έρ­χε­ται από δια­φο­ρε­τικά δικα­στή­ρια και δια­φο­ρε­τι­κές συν­θέ­σεις, δεί­χνο­ντας ότι αρχίζει να παγιώ­νε­ται.

Το μεγάλο νομικό «αγκάθι» για τους ελέγ­χους και τα πρό­στιμα είναι ότι η Εφορία προ­σπά­θησε να εφαρ­μό­σει ανα­δρο­μικά τον ν. 3888/10 (του Γ. Παπα­κων­στα­ντί­νου) ουσια­στικά «σκα­ρώ­νο­ντας» και για το παρελ­θόν έναν επι­πλέον λόγο φορο­λό­γη­σης.

Στην πράξη προ­σπά­θησε να «βάλει στο χέρι» (πέραν των εισο­δη­μά­των από μισθούς, ελεύ­θερα επαγ­γέλ­ματα, επι­χει­ρή­σεις, ακίνητα κ.λπ.) και οτι­δή­ποτε άλλο μπο­ρούσε να εντο­πί­σει μέσω τρα­πε­ζι­κών συναλ­λα­γών (στο εσω­τε­ρικό ή στο εξω­τε­ρικό) χαρα­κτη­ρί­ζο­ντάς το ανα­δρο­μικά ως «προ­σαύ­ξηση περιου­σίας από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία», με συνέ­πεια να πρέπει ο φορο­λο­γού­με­νος να απο­δεί­ξει εκ των υστέρων ότι… δεν είναι ελέ­φα­ντας ανα­ζη­τώ­ντας δικαιο­λο­γη­τικά δυσεύ­ρετα από το μακρινό παρελ­θόν που δεν μπο­ρούσε ίσως κάποιος να φαντα­στεί ότι θα χρεια­ζό­ταν κάποτε (πολλές φορές ούτε οι ίδιες οι τρά­πε­ζες δεν μπορούν να εντο­πί­σουν προ­γε­νέ­στερα στοι­χεία).

Τα Διοι­κη­τικά Εφετεία ξεκα­θά­ρι­σαν ότι δεν είναι νόμιμη η προ­σπά­θεια ανα­δρο­μι­κής εφαρ­μο­γής του νόμου για την προ­σαύ­ξηση της περιου­σίας και ότι πάσχουν τόσο η εγκύ­κλιος που έδωσε μια τέτοια δυνα­τό­τητα όσο και οι ρυθ­μί­σεις που επέ­τρε­ψαν αλλε­πάλ­λη­λες παρα­τά­σεις σε οικο­νο­μι­κούς ελέγ­χους που κανο­νικά είχαν παρα­γρα­φεί.

Σε 6 δικα­στι­κές υπο­θέ­σεις και αφού η πολι­τεία απέρ­ριψε σιωπηρά τις ενστάσεις-»ενδι­κο­φα­νείς προ­σφυ­γές» των φορο­λο­γου­μέ­νων, ακυ­ρώ­θη­καν πρό­στιμα, φόροι, προ­σαυ­ξή­σεις περίπου 17,5 εκατ. ευρώ. Σε αυτές ανα­δεί­χθη­καν τερά­στια προ­βλή­ματα νομι­μό­τη­τας των ανα­δρο­μι­κών ελέγχων, που βάζουν «φρένο» σε εκκρε­μείς υπο­θέ­σεις ή ανοί­γουν τον δρόμο για μελ­λο­ντική κατάρ­ρευσή στους στα δικα­στή­ρια.

1 Τα δύο εμβά­σματα σε τράπεζα του Λου­ξεμ­βούρ­γου
αρα­κτη­ρι­στική είναι η περί­πτωση δημο­σίου υπαλ­λή­λου που η Εφορία θεώρησε ότι τον «τσάκωσε», όταν σε περσινό έλεγχο για ποσά που «έφυγαν» στο εξω­τε­ρικό στην πρώτη μνη­μο­νιακή φάση (το καλο­καίρι του 2010), εντό­πισε δύο εμβά­σματά του στο εξω­τε­ρικό, σε τράπεζα του Λου­ξεμ­βούρ­γου, συνο­λι­κού ύψους 1 εκατ. ευρώ, σε λογα­ρια­σμό κοινό με την επι­χει­ρη­μα­τία σύζυγό του.
Ο φορο­λο­γού­με­νος κλήθηκε πάραυτα για εξη­γή­σεις και υπο­στή­ριξε ότι τα χρήματα προ­έρ­χο­νταν από κέρδη της επι­χεί­ρη­σης της γυναί­κας του, από μισθούς του και ενοίκια ακι­νή­των που διέ­θε­ταν. Ο ελεγ­κτής δέχθηκε όμως ότι με τη μετα­φορά των χρη­μά­των στο εξω­τε­ρικό «επήλθε προ­σαύ­ξηση της περιου­σίας» το 2010 και αξιο­ποιώ­ντας ανα­δρο­μικά σχε­τι­κές εγκυ­κλί­ους, προ­χώ­ρησε σε έλεγχο νομι­μό­τη­τας των εμβα­σμά­των «ξεσκο­νί­ζο­ντας» δαπάνες δια­βί­ω­σης και φορο­λο­γικά στοι­χεία που έφθαναν περίπου 25 χρόνια πίσω (από το 1991).
Με βάση τα κατά καιρούς δηλω­θέ­ντα και τεκ­μαρ­τώς προσ­διο­ρι­σθέ­ντα εισο­δή­ματα, κατέ­ληξε στο συμπέ­ρα­σμα ότι το δια­θέ­σιμο υπό­λοιπο ήταν ελά­χι­στο, το 1 εκατ. ευρώ δεν μπο­ρούσε να δικαιο­λο­γη­θεί και συνεπώς απο­τε­λούσε προ­σαύ­ξηση περιου­σίας, την οποία «χρέωσε» στο οικο­νο­μικό έτος της μετα­φο­ράς των χρη­μά­των. Ετσι προσ­διό­ρισε αυτό το ποσό ως συνο­λικό εισό­δημα, κατα­λο­γί­ζο­ντας διαφορά φόρου 433.925 € και βάζο­ντας πρό­σθετο φόρο 321.105 € (για υποβολή ανα­κρι­βούς δήλωσης), πρό­σθετη εισφορά (για την ίδια αιτία) 27.790 € και διαφορά που όφειλε από εισφορά αλλη­λεγ­γύης 39.700 €.
Το Δ. Εφετείο ακύρωσε όλες τις πράξεις, κρί­νο­ντας ότι οι φορο­λο­γι­κές Αρχές έδωσαν δια­φο­ρε­τική έννοια στον ν. 3888/10 διευ­ρύ­νο­ντας και τη χρονική έκταση εφαρ­μο­γής του ανα­δρο­μικά. Κατα­λό­γι­σαν στις Αρχές ότι εσφαλ­μένα θεώ­ρη­σαν πως μέσω της μετα­φο­ράς χρη­μά­των στο εξω­τε­ρικό επήλθε προ­σαύ­ξηση της περιου­σίας που υπά­γε­ται στη φορο­λό­γηση του ν. 3888, μολο­νότι η προ­σαύ­ξηση προ­έ­κυψε πριν από τις 30-9-10, δηλαδή πριν να αρχίσει να ισχύει ο ν. 3888.
Το δικα­στή­ριο ξεκα­θά­ρισε ότι η διάταξη για την προ­σαύ­ξηση της περιου­σίας και τη φορο­λό­γησή της εφαρ­μό­ζε­ται για την προ­σαύ­ξηση που δημιουρ­γή­θηκε μετά τις 30-9-10 και δεν μπορεί να υπάρξει ανα­δρο­μική φορο­λό­γηση για το προ­γε­νέ­στερο διά­στημα, αφού δεν ίσχυε τότε η σχετική ρύθμιση.

2 Η δικη­γό­ρος με τον λογα­ρια­σμό στην Ελβετία

Σε άλλη περί­πτωση, η Εφορία εντό­πισε δικη­γόρο που το 2011 μετέ­φερε σε ελβε­τική τράπεζα 3 εκατ. €. Με αντί­στοιχο σύστημα και αξιο­ποιώ­ντας μη νόμιμα και ανα­δρο­μικά τις σχε­τι­κές δια­τά­ξεις και εγκυ­κλί­ους, θεώρησε ότι το εισό­δημα της δικη­γό­ρου έφθανε το 1,5 εκατ. € το 2012 (αφού ο τρα­πε­ζι­κός λογα­ρια­σμός στο εξω­τε­ρικό ήταν κοινός με συγ­γε­νικό της πρόσωπο) χαρα­κτη­ρί­ζο­ντας το σχετικό έμβασμα ως προ­σαύ­ξηση περιου­σίας από άγνωστη αιτία, κ.λπ.

Στη συνέ­χεια της κατα­λό­γισε διαφορά φόρου 663.850 €, βάζο­ντας πρό­σθετο φόρο 305.370 € (λόγω ανα­κρι­βούς δήλωσης), διαφορά εισφο­ράς αλλη­λεγ­γύης 53.760 € και πρό­σθετη εισφορά 24.730 € (λόγω ανα­κρι­βούς δήλωσης). Οι κατα­λο­γι­σμοί έγιναν και προς τη συγγενή της, χωρίς να ερευ­νη­θεί πότε και πώς σχη­μα­τί­στη­καν τα κεφά­λαια των 3 εκατ. € που είχαν σε ελλη­νική τράπεζα και μετέ­φε­ραν στο εξω­τε­ρικό με έμβασμα, μετα­κυ­λί­ο­ντας στη δικη­γόρο το βάρος να απο­δεί­ξει την προ­έ­λευση των χρη­μά­των.

Οι ισχυ­ρι­σμοί της ότι προ­ήλ­θαν από εισο­δή­ματα ελεύ­θε­ρου επαγ­γέλ­μα­τος και εκμί­σθω­σης ακι­νή­των δεν εισα­κού­στη­καν από την Εφορία που έλεγξε μέχρι το 2005 για τον σχη­μα­τι­σμό κεφα­λαίων και τις δαπάνες δια­βί­ω­σης κρί­νο­ντας ότι το δια­θέ­σιμο υπό­λοιπο μπο­ρούσε να είναι ελά­χι­στο και συνεπώς σχεδόν ολό­κληρο το ποσό του εμβά­σμα­τος δεν δικαιο­λο­γεί­ται και απο­τε­λεί προ­σαύ­ξηση περιου­σίας που φορο­λο­γεί­ται. Ταυ­τό­χρονα η Εφορία αγνόησε ή απέρ­ριψε στοι­χεία για δια­θέ­σιμα υπό­λοιπα που κάλυ­πταν το μεγα­λύ­τερο μέρος του ποσού από πώληση δια­με­ρι­σμά­των πολυ­κα­τοι­κίας κ.λπ.

Η ενδι­κο­φα­νής προ­σφυγή (κατά τη συνη­θι­σμένη πρα­κτική) απορ­ρί­φθηκε σιωπηρά από τη Διεύ­θυνση Επί­λυ­σης Δια­φο­ρών (της ΓΓ Δημο­σίων Εσόδων), αφού εκκρε­μούν χιλιά­δες σχε­τι­κές προ­σφυ­γές και η υπόθεση πήρε τον δρόμο της Δικαιο­σύ­νης.

Το Δ. Εφετείο επι­σή­μανε ότι η μετα­φορά χρη­μά­των σε τράπεζα του εξω­τε­ρι­κού, που απο­τε­λεί μεμο­νω­μένη τρα­πε­ζική συναλ­λαγή (έμβασμα), προ­ϋ­πο­θέ­τει την ύπαρξη τρα­πε­ζι­κών κατα­θέ­σεων στην Ελλάδα και απο­τε­λεί νόμιμο δικαί­ωμα δια­χεί­ρι­σης και προ­στα­σίας της περιου­σίας του φορο­λο­γου­μέ­νου.

Τονί­ζο­ντας ότι οι φορο­λο­γι­κές Αρχές είχαν και στο παρελ­θόν τη δυνα­τό­τητα πρό­σβα­σης σε στοι­χεία τρα­πε­ζι­κών κατα­θέ­σεων, το δικα­στή­ριο υπο­γράμ­μισε για το εμβα­ζό­μενο ποσό ότι, αφού συνήθως σχη­μα­τί­ζε­ται από τη συλλογή κατα­θέ­σεων, όπως αυτές δια­μορ­φώ­θη­καν μέσα στο πέρασμα του χρόνου, θεω­ρεί­ται υπαρκτό και γνωστό κι επο­μέ­νως δεν προ­έρ­χε­ται από άγνωστη αιτία ώστε να θεω­ρη­θεί ως «αύξηση περιου­σίας» (κατά την έννοια του ν. 3888/10) που προ­έ­κυψε μάλιστα μέσα στη χρονιά που έγινε η μετα­φορά των χρη­μά­των. Δεν μπορεί επίσης να θεω­ρη­θεί προ­σαύ­ξηση περιου­σίας η μεμο­νω­μένη αυτή τρα­πε­ζική συναλ­λαγή, αν δεν συγκρι­θεί διε­ξο­δικά με την προη­γού­μενη πραγ­μα­τική ταμειακή κατά­σταση του φορο­λο­γου­μέ­νου.

Το δικα­στή­ριο ακύρωσε ως μη νόμιμες τις ενέρ­γειες των φορο­λο­γι­κών Αρχών (ελέγ­χους, πρό­στιμα, προ­σαυ­ξή­σεις κ.λπ.) κρί­νο­ντας ότι όφειλε η Εφορία κατά τον έλεγχο των τρα­πε­ζι­κών κατα­θέ­σεων της δικη­γό­ρου να θεω­ρή­σει ως δεδο­μένο και ανέ­λεγ­κτο, όσον αφορά την προ­έ­λευσή του, το ποσό που υπήρχε στον λογα­ρια­σμό πριν από τις 30-9-10.

Παράλ­ληλα επι­σή­μανε ότι τα κεφά­λαια τρα­πε­ζι­κών κατα­θέ­σεων που σχη­μα­τί­ζο­νται μετά την ημε­ρο­μη­νία αυτή (έναρξη του ν. 3888) κατά το μέρος που δεν καλύ­πτο­νται από δηλω­θέ­ντα εισο­δή­ματα, μπορούν να απο­τε­λέ­σουν πλέον προ­σαύ­ξηση περιου­σίας, αφού κληθεί προη­γου­μέ­νως ο φορο­λο­γού­με­νος, καθώς μπορεί να τα δικαιο­λο­γή­σει.

Αξίζει να σημειω­θεί ότι στις ακυ­ρω­τι­κές απο­φά­σεις των «τσου­χτε­ρών» προ­στί­μων και φόρων, τα δικα­στή­ρια διέ­τα­ξαν επι­πλέον να επι­στρα­φούν στους φορο­λο­γού­με­νους και τα μεγάλα παρά­βολα (από 3.000 έως 10.000€) που ανα­γκά­στη­καν να πλη­ρώ­σουν για την προ­σφυγή τους, καθώς και ό,τι ποσό υπο­χρε­ώ­θη­καν να κατα­βά­λουν ως φόρο για να τους επι­τρα­πεί η πρό­σβαση στη Δικαιο­σύνη.

3 Τα έσοδα ήταν από πώληση ακι­νή­του της μητέρας το 2007

Σε άλλη υπόθεση η Εφορία εντό­πισε φορο­λο­γού­μενο (μη επι­τη­δευ­μα­τία) που το διά­στημα 2009-10 «έβγαλε» σε ελβε­τική τράπεζα, πάνω από 2,8 εκατ. €.

Την ίδια στιγμή δια­πι­στώ­θηκε ότι είχε δηλώσει τη μία χρονιά εισό­δημα από ενοίκια 3.500€, ενώ την επόμενη δεν υπέβαλε δήλωση.

Ακο­λου­θώ­ντας αντί­στοιχο σύστημα, η Εφορία τον κάλεσε σε εξη­γή­σεις και δεν δέχθηκε τους ισχυ­ρι­σμούς του ότι τα εμβά­σματα προ­ήλ­θαν από πώληση ακι­νή­του της μητέρας του, το 2007, που μπήκε σε λογα­ρια­σμό όπου ήταν συν­δι­καιού­χος με τον αδελφό του. Θεώρησε και πάλι ότι το ποσό δεν μπο­ρούσε να δικαιο­λο­γη­θεί από δηλω­θέ­ντα εισο­δή­ματά του, κατα­λο­γί­ζο­ντάς του κύριο φόρο εισο­δή­μα­τος (μαζί με τον πρό­σθετο) 2,3 εκατ. € (!) και έκτακτη εισφορά αλλη­λεγ­γύης 187.800€.

Το δικα­στή­ριο ερευ­νώ­ντας την υπόθεση δια­πί­στωσε ότι πράγ­ματι η μητέρα του είχε που­λή­σει ακίνητο έναντι 4,4 εκατ. €, ενώ το Δημόσιο συνέ­χισε να αμφι­σβη­τεί την τρο­φο­δό­τηση του λογα­ρια­σμού από τη συγκε­κρι­μένη αγο­ρα­πω­λη­σία, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ως επι­χεί­ρημα ότι η αντι­κει­με­νική του αξία ήταν 1,8 εκατ. €.

Το μεγα­λύ­τερο σκέλος του φόρου ακυ­ρώ­θηκε με τη γνωστή κρίση ότι η προ­σαύ­ξηση της περιου­σίας δεν μπο­ρούσε να φορο­λο­γη­θεί, αφού προ­έ­κυψε από εμβά­σματα πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 3888/10.

Παράλ­ληλα για ένα τμήμα των εμβα­σμά­των, περίπου 600.000 € που στάλ­θη­καν στο τέλος του 2010 (όταν πλέον είχε αρχίσει να ισχύει ο ν. 3888) το Δ. Εφετείο έκρινε ότι και σε αυτήν την περί­πτωση πρέπει να ακυ­ρω­θούν οι φορο­λο­γι­κές πράξεις ενα­ντίον του.

Κατά το δικα­στή­ριο, στα εμβά­σματα που γίνο­νται σε κοινούς λογα­ρια­σμούς πρέπει να γίνεται κατ’ αρχάς ισο­με­ρής επι­με­ρι­σμός ανάμεσα στους δικαιού­χους του λογα­ρια­σμού.

Αυτό, όμως, δεν σημαί­νει ότι πρέπει να γίνει υπο­χρε­ω­τικά δεκτό ότι το 1/3 του ποσού (αφού οι κατα­θέ­τες είναι τρεις) ανήκε οπωσ­δή­ποτε από φορο­λο­γική σκοπιά στον ελεγ­χό­μενο γιο, που πρέπει να μπορεί να απο­δεί­ξει ότι δεν είναι δικό του.

Πράγ­ματι, το δικα­στή­ριο δέχθηκε ότι το έμβασμα προήλθε από την πώληση του ακι­νή­του της μητέρας του και έτσι ακύρωσε τη φορο­λό­γησή του και για τη μετά τις 30-9-10 μετα­φορά χρη­μά­των.

Αντι­συ­νταγ­μα­τική η παρά­ταση

Σε άλλες δύο περι­πτώ­σεις το Δ. Εφετείο ακύρωσε τους φορο­λο­γι­κούς ελέγ­χους και τα πρό­στιμα που μπήκαν σε επι­χει­ρή­σεις (ύψους περίπου 12 εκατ. €) για διά­φο­ρες φορο­λο­γι­κές παρα­βά­σεις που σχε­τί­ζο­νταν με μη έκδοση τιμο­λο­γίων, αποφυγή ΦΠΑ, τελω­νεια­κές παρα­βά­σεις κ.λπ. Στις υπο­θέ­σεις αυτές κρίθηκε ότι ο φορο­λο­γι­κός έλεγχος δεν ήταν νόμιμος, γιατί παρα­τά­θηκε πέραν των συνταγ­μα­τι­κών ανεκτών ορίων της παρα­γρα­φής, καθώς το Δημόσιο με αλλε­πάλ­λη­λες νομο­θε­τι­κές ρυθ­μί­σεις διεύ­ρυνε συνεχώς το χρονικό διά­στημα ελέγχου, ουσια­στικά διαιω­νί­ζο­ντάς το.

Αντί­στοιχη ακύρωση απο­φα­σί­στηκε και για άλλο πρό­στιμο ύψους 1 εκατ. € από μη δηλω­θέ­ντα εισο­δή­ματα ελευ­θε­ρίου επαγ­γέλ­μα­τος, αφού και στην περί­πτωση αυτή με αντι­συ­νταγ­μα­τι­κές παρα­τά­σεις συνε­χί­ζο­νταν φορο­λο­γι­κοί έλεγχοι, ακόμα και 15 χρόνια μετά το ερευ­νώ­μενο παρά­πτωμα.

ΕΘΝΟΣ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.