- Το δικαστήριο ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή και την κατάσχεση της πρώτης κατοικίας, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η ταύτιση της απαίτησης με εκείνη που αγοράστηκε από το επενδυτικό σχήμα.
- Η υπόθεση αφορούσε διαταγή πληρωμής του 2012 για στεγαστικό δάνειο του 2006, με την οφειλέτρια να αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας.
- Η οφειλέτρια υποστήριξε ότι τα έγγραφα που της επιδόθηκαν δεν αποδείκνυαν τη μεταβίβαση της απαίτησης στην αλλοδαπή εταιρεία διαχείρισης, καθώς υπήρχαν διαφορές στους αριθμούς σύμβασης και λογαριασμού.
- Το δικαστήριο έκρινε ότι η απλή αναγραφή του ονόματος της οφειλέτριας δεν αρκούσε για να θεμελιωθεί η ταύτιση της απαίτησης, επισημαίνοντας τις ασυμφωνίες στα στοιχεία των εγγράφων.
• Το δικαστήριο ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή και την κατάσχεση, κρίνοντας ότι από τα έγγραφα που επιδόθηκαν στην οφειλέτρια δεν προέκυπτε η ταύτιση της επίδικης απαίτησης με εκείνη που φέρεται να αγοράστηκε από το επενδυτικό σχήμα
Ανατροπή στα δεδομένα μιας αναγκαστικής εκτέλεσης που οδηγούσε σε πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας έφερε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή ημεδαπής οφειλέτριας και ακύρωσε τόσο την επιταγή προς πληρωμή όσο και την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του ακινήτου της. Στο επίκεντρο της κρίσης τέθηκε ένα ζήτημα που απασχολεί διαρκώς τις δικαστικές αίθουσες τα τελευταία χρόνια, η νομιμοποίηση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων να επισπεύδουν εκτελέσεις για λογαριασμό των επενδυτικών σχημάτων στα οποία πωλήθηκαν δανειακά χαρτοφυλάκια.
Η εκτελεστική διαδικασία στηριζόταν σε διαταγή πληρωμής του 2012, η οποία είχε εκδοθεί σε βάρος της οφειλέτριας για στεγαστικό δάνειο του 2006. Με την επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2025, η εταιρεία διαχείρισης, ενεργώντας ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού η οποία είχε καταστεί ειδική διάδοχος της αρχικής τράπεζας, αξίωνε συνολικά 84.292,13 ευρώ. Ακολούθησε, στις 23 Ιανουαρίου 2026, η αναγκαστική κατάσχεση ισόγειας κατοικίας επιφάνειας 119 τετραγωνικών μέτρων, πλήρους κυριότητας της ανακόπτουσας, με τον πλειστηριασμό να έχει οριστεί, μέσω ηλεκτρονικής διαδικασίας, για τις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Το κρίσιμο σημείο, σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», εντοπίστηκε στον τρίτο λόγο της ανακοπής. Η οφειλέτρια υποστήριξε ότι από το απόσπασμα του παραρτήματος της σύμβασης μεταβίβασης που της είχε επιδοθεί δεν προέκυπτε ότι η συγκεκριμένη απαίτηση είχε όντως περάσει στην αλλοδαπή εταιρεία και, κατ’ επέκταση, ότι η διαχείρισή της είχε ανατεθεί στην επισπεύδουσα. Και τούτο διότι τα στοιχεία δεν ταίριαζαν μεταξύ τους. Στο απόσπασμα αναγραφόταν διαφορετικός αριθμός σύμβασης από εκείνον της επίδικης δανειακής σύμβασης, διαφορετικός αριθμός λογαριασμού δανείου, ενώ ως τρέχον υπόλοιπο εμφανιζόταν ποσό 86.617,95 ευρώ, διάφορο από τα 84.292,13 ευρώ που ζητούσε η εταιρεία.
Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναγραφή του ονόματος της οφειλέτριας στα σχετικά αποσπάσματα δεν αρκούσε από μόνη της για να θεμελιωθεί η ταύτιση της απαίτησης, καθώς δεν αποκλειόταν να υπήρχαν και άλλες οφειλές της προς την αρχική τράπεζα. Η εταιρεία διαχείρισης διατείνεται ότι η επίδικη απαίτηση συνέπιπτε με την περιγραφόμενη στο παράρτημα, επικαλούμενη αντίγραφα λογαριασμών οριστικής καθυστέρησης. Ωστόσο, όπως έκρινε το δικαστήριο, τα έγγραφα αυτά είτε δεν ταυτίζονταν ως προς τους αριθμούς σύμβασης και λογαριασμού, είτε είχαν εκδοθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της επιταγής και δεν είχαν ποτέ συγκοινοποιηθεί στην οφειλέτρια.
Το δικαστήριο κατέληξε ότι από τα συγκοινοποιηθέντα έγγραφα δεν μπορούσε να διαγνωστεί με ασφάλεια η μεταβίβαση της απαίτησης στην αλλοδαπή εταιρεία, ούτε η ανάθεση της διαχείρισής της στην επισπεύδουσα. Η έλλειψη αυτή, όπως σημειώθηκε, επέφερε ακυρότητα της επιταγής χωρίς να απαιτείται και η συνδρομή βλάβης, ενώ παρέσυρε σε ακυρότητα και την κατάσχεση που είχε επιβληθεί δυνάμει αυτής.
Έτσι, η ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή, ακυρώθηκαν η επιταγή προς πληρωμή και η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ενώ η εταιρεία διαχείρισης καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, τα οποία ορίστηκαν σε 1.200 ευρώ.
Την ανακόπτουσα εκπροσώπησε η κ. Βαλσαμούλα Διάκου, της δικηγορικής εταιρείας «Αναστάσιος Διάκος και Συνεργάτες».
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















