Συνεντεύξεις

Στέλλα Κυβέλου: «Τα Δωδεκάνησα είναι το γεωστρατηγικό κεφάλαιο της Ευρώπης»

Στέλλα Κυβέλου
Σύνοψη
  • Η νησιωτικότητα πρέπει να αναγνωριστεί ως εθνική κυριαρχία και όχι ως πρόβλημα προς αποζημίωση.
  • Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα θα καθορίσουν το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου.
  • Η ίδρυση του Διεθνούς Οργανισμού SDMED στοχεύει στη βιώσιμη ανάπτυξη μέσω συνεργασίας και συμμετοχικής διακυβέρνησης.
  • Η Ευρώπη προχωρά σε πολιτικές που προάγουν τη θαλάσσια χωροταξία και την γαλάζια οικονομία, ενισχύοντας τη σημασία των νησιών και των παράκτιων κοινοτήτων.

• «Η νησιωτικότητα δεν είναι πρόβλημα προς αποζημίωση, είναι εθνική κυριαρχία» • «Όχι σε αποφάσεις χωρίς Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχέδιο και κοινωνική αποδοχή»

Τα ελληνικά νησιά βρίσκονται σήμερα στο σταυροδρόμι μιας νέας ευρωπαϊκής εποχής. Ανάμεσα σε ευκαιρίες και προκλήσεις, η κ. Στέλλα Κυβέλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και ιδρύτρια του Διεθνούς Οργανισμού SDMED, μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις της για το πού πηγαίνει η Ευρώπη, τι σημαίνει αυτό για τη Δωδεκάνησο, και ποιες αποφάσεις πρέπει να ληφθούν τώρα ώστε να μην χαθεί το τρένο των εξελίξεων.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, αναλύει πώς οι αποφάσεις που παίρνονται σήμερα στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα θα διαμορφώσουν το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου και γιατί η ώρα να ακουστεί η φωνή των νησιών μας είναι τώρα.
• Κυρία Κυβέλου, θα ήθελα να ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας από την πρωτοβουλία να ιδρύσετε τον Διεθνή Οργανισμό SDMED. Πώς συνδέεται το προσωπικό σας όραμα για τη βιώσιμη ανάπτυξη της Μεσογείου με τη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα;
Σας ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία να μιλήσω για ένα όραμα που με συνοδεύει εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια. Η ίδρυση του διεθνούς μη κερδοσκοπικού οργανισμού SDMED (www.sd-med.org) δεν ήταν απλώς η δημιουργία ενός ακόμη επιστημονικού δικτύου. Ήταν μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με στόχο να δημιουργήσει έναν ευρωμεσογειακό χώρο συνεργασίας για τη βιώσιμη ανάπτυξη, σε μια εποχή που αυτή αντιμετωπιζόταν κυρίως ως περιβαλλοντική πολιτική και όχι ως ζήτημα κοινωνικής συνοχής, διακυβέρνησης και εδαφικής ανθεκτικότητας.
Το SDMED γεννήθηκε από τη συνεργασία Ελλήνων και Γάλλων επιστημόνων και εξελίχθηκε σε ένα δίκτυο που συνδέει πανεπιστήμια, δημόσιους φορείς, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και επαγγελματίες. Η ιδιαιτερότητά του βρίσκεται κυρίως στη φιλοσοφία του. Το σύνθημά μας, «Προς τη φιλοσοφία της πράξης ως επιχειρησιακή πρακτική», εκφράζει την πεποίθηση ότι η γνώση αποκτά αξία μόνο όταν μετατρέπεται σε δημόσια πολιτική, χωρικό σχεδιασμό, θεσμική καινοτομία και συλλογική δράση. Με άλλα λόγια, λειτουργούμε ως ένα think-and-do tank: παράγουμε γνώση και ταυτόχρονα τη μεταφέρουμε στην πράξη μέσα από έργα και συνεργασίες.
Σήμερα η επιλογή της Μεσογείου αποδεικνύεται πιο επίκαιρη από ποτέ. Η περιοχή συγκεντρώνει τις μεγάλες προκλήσεις του 21ου αιώνα την κλιματική αλλαγή, τη λειψυδρία, την ενεργειακή μετάβαση, τη θαλάσσια ασφάλεια, τις μεταναστευτικές ροές και τις γεωπολιτικές εξελίξεις που καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της.
Ακριβώς εδώ συναντάται το όραμα του SDMED με τη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατοπίζεται από τη λογική των αποσπασματικών έργων προς πολιτικές αποστολών, χωρικής ανθεκτικότητας και συμμετοχικής διακυβέρνησης. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τον Ωκεανό, οι πολιτικές για τη γαλάζια οικονομία, η θαλάσσια χωροταξία και οι νέες στρατηγικές για τα νησιά και τις παράκτιες κοινότητες επιβεβαιώνουν ότι η Ευρώπη αναζητά ακριβώς αυτό που το SDMED υπηρετεί εδώ και δύο δεκαετίες: τη σύνδεση της επιστημονικής γνώσης με τη δημόσια πολιτική και την κοινωνική πράξη, με επίκεντρο τη Μεσόγειο και κόμβο την Ελλάδα.
Παράλληλα, οργανισμοί όπως το SDMED μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις τοπικές κοινωνίες, μεταφέροντας τόσο την επιστημονική γνώση προς την πολιτική όσο και τις εμπειρίες και τις ανάγκες των ίδιων των μεσογειακών κοινωνιών προς τα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.
Θα έλεγα ότι η σημαντικότερη συνεισφορά του SDMED είναι η προσπάθεια διαμόρφωσης μιας νέας πολιτικής κουλτούρας για τη Μεσόγειο, όπου η βιώσιμη ανάπτυξη θα αποτελεί κοινό σχέδιο ειρήνης, εδαφικής συνοχής, πολιτισμού και δημοκρατικής συμμετοχής. Γιατί η γνώση πρέπει να μετατρέπεται σε κοινωνική μάθηση και σε συλλογική ικανότητα χωρικής αλλαγής. Αυτό πιστεύω ότι είναι και το σημαντικότερο μήνυμα της SDMED, για την επικείμενη συνεργασία για την γαλάζια οικονομία στην Ανατολική Μεσόγειο.


• Με αφορμή τις πρόσφατες εξαγγελίες του νέου Ευρωπαίου επιτρόπου Αλιείας και Ωκεανών, Κώστα Καδή, για τις νησιωτικές και παράκτιες κοινότητες, ως εμπειρογνώμων στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, τι διαφορετικό θα δει στην καθημερινότητά του ένας κάτοικος των νησιών μας στα επόμενα χρόνια, πέρα από τα κείμενα πολιτικής;
Αν έπρεπε να συνοψίσω την απάντηση σε μία φράση, θα έλεγα ότι η μεγαλύτερη αλλαγή είναι η σταδιακή μετάβαση από την “πολιτική αποζημίωσης” στην “πολιτική ισότιμης πρόσβασης και διασύνδεσης”. Εφόσον οι στρατηγικές που παρουσίασε ο νέος, εμπνευσμένος κατά την άποψή μου, Ευρωπαίος επίτροπος για την Αλιεία και τους Ωκεανούς, κ. Κώστας Καδής, υλοποιηθούν με συνέπεια, ο κάτοικος ενός ελληνικού νησιού θα αρχίσει να βλέπει σταδιακά αλλαγές σε πέντε πολύ συγκεκριμένους τομείς. Πρώτον, στις μεταφορές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ότι η προσβασιμότητα αποτελεί προϋπόθεση της εδαφικής συνοχής και όχι κοινωνική παροχή. H συζήτηση μετατοπίζεται από αποσπασματικές επιδοτήσεις προς ένα πραγματικό πλαίσιο ισοδυναμίας πρόσβασης για ανθρώπους, επιχειρήσεις και αγαθά. Δεύτερον, στις δημόσιες υπηρεσίες. Η νησιωτικότητα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ήδη από τον σχεδιασμό των ευρωπαϊκών πολιτικών. Έτσι, ζητήματα όπως η υγεία, η εκπαίδευση, η ψηφιακή συνδεσιμότητα και οι βασικές υπηρεσίες δεν θα αντιμετωπίζονται ως “ειδικές εξαιρέσεις”, αλλά ως ενσωματωμένο στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Τρίτον, στην τοπική οικονομία. Οι νέες στρατηγικές δεν αντιμετωπίζουν τα νησιά αποκλειστικά ως τουριστικούς προορισμούς, αλλά ως περιοχές που μπορούν να αναπτυχθούν ολιστικά και ολοκληρωμένα, μέσω της γαλάζιας οικονομίας, της βιώσιμης αλιείας, της καινοτομίας, της θαλάσσια βιοτεχνολογίας και των τοπικών αλυσίδων αξίας. Έτσι δημιουργούνται περισσότερες και ποιοτικότερες θέσεις εργασίας για τους νέους. Τέταρτον, στη διαχείριση του θαλάσσιου χώρου. Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέει τόσο άμεσα τις πολιτικές για τα νησιά με τη θαλάσσια χωροταξία, την προστασία των οικοσυστημάτων και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Αυτό σημαίνει λιγότερες αποσπασματικές αποφάσεις και περισσότερο ολοκληρωμένο σχεδιασμό για αλιεία, τουρισμό, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και προστατευόμενες περιοχές.
Πέμπτον, και ίσως σημαντικότερο, αλλάζει η ίδια η φιλοσοφία της ευρωπαϊκής πολιτικής. Τα νησιά αντιμετωπίζονταν, κατά κανόνα, ως περιοχές με “μειονεκτήματα”. Οι νέες στρατηγικές επιχειρούν να τα αναγνωρίσουν ως γεωστρατηγικά κεφάλαια (assets) της Ευρώπης, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο, όπου η ασφάλεια και η άμυνα, η ενεργειακή μετάβαση, η θαλάσσια οικονομία και η προστασία του περιβάλλοντος συνδέονται πλέον αδιάρρηκτα.
Τίθεται, φυσικά, μια σημαντική προϋπόθεση. Οι στρατηγικές αυτές δεν θα αλλάξουν, αφ’εαυτών, την καθημερινότητα των νησιωτών.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η εφαρμογή τους από τα κράτη-μέλη λόγω και της επανεθνικοποίησης της Πολιτικής Συνοχής και κατά συνέπεια των πόρων του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028-2034. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη λογική των αποσπασματικών μέτρων και να διαμορφώσουμε μια συνεκτική εθνική πολιτική για τη νησιωτικότητα, αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
• Η Ελλάδα έχει καθυστερήσει στη θεσμοθέτηση των εθνικών θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Ποιο είναι το κόστος αυτής της καθυστέρησης για μια περιοχή όπως τα Δωδεκάνησα, όπου συνυπάρχουν ο τουρισμός, η αλιεία και οι ενεργειακές επενδύσεις, ειδικά τώρα που η συζήτηση για τη χωροθέτηση Θαλάσσιων Αιολικών Πάρκων στο Αιγαίο προκαλεί έντονες ανησυχίες στις τοπικές κοινωνίες;
Το κόστος της καθυστέρησης δεν είναι διοικητικό. Είναι αναπτυξιακό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό και κυρίως γεωπολιτικό. Στα Δωδεκάνησα συνυπάρχουν τουρισμός, αλιεία, ναυσιπλοΐα, προστατευόμενες περιοχές, πολιτιστική κληρονομιά, κρίσιμες υποθαλάσσιες υποδομές και πλέον η προοπτική υπεράκτιων αιολικών πάρκων, όπως στη θαλάσσια περιοχή της Νότιας Ρόδου.
Χωρίς εγκεκριμένο Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχέδιο, όλες αυτές οι δραστηριότητες αναπτύσσονται χωρίς κοινό στρατηγικό πλαίσιο, γεγονός που δημιουργεί συγκρούσεις, αβεβαιότητα για τις επενδύσεις, περιβαλλοντικές πιέσεις και δυσπιστία στις τοπικές κοινωνίες.
Στη συζήτηση για τα υπεράκτια αιολικά, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πού, με ποιους όρους και μέσα από ποιά επιστημονική και κοινωνική διαδικασία θα χωροθετηθούν. Ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας έχω επισημάνει ότι το ισχύον ΕΧΠ για τις ΑΠΕ εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε ζώνες αποκλεισμού άλλων χρήσεων, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί ήδη προ δεκαετίας την αρμονική συνύπαρξη δραστηριοτήτων και τις πολυχρηστικές θαλάσσιες ζώνες. Χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο αλλά και η Ιαπωνία σχεδιάζουν πρώτα τον θαλάσσιο χώρο και στη συνέχεια αδειοδοτούν τις επιμέρους δραστηριότητες.
Έτσι, η παραγωγή ενέργειας μπορεί να συνυπάρχει με την αλιεία, την προστασία της βιοποικιλότητας και την υποβρύχια πολιτιστική κληρονομιά. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, συχνά συμβαίνει το αντίθετο.
Για τα Δωδεκάνησα το διακύβευμα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς πρόκειται για μια περιοχή υψηλής οικολογικής και γεωπολιτικής αξίας. Ένα σύγχρονο Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχέδιο μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος, την ανάπτυξη και την εθνική στρατηγική. Εξίσου σημαντική είναι η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Η κοινωνική αποδοχή επιτυγχάνεται με διαφάνεια, πρόσβαση στα επιστημονικά δεδομένα και ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό από την αρχή. Η Ελλάδα οφείλει πλέον να ολοκληρώσει γρήγορα έναν επιστημονικά τεκμηριωμένο και συμμετοχικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (πριν τις επικείμενες εκλογές!), ενσωματώνοντας τις ευρωπαϊκές καινοτομίες. Μόνο έτσι η θάλασσα θα αντιμετωπιστεί ως ενιαίος χώρος δημόσιας πολιτικής και όχι ως άθροισμα επιμέρους αδειοδοτήσεων.


• Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνει αλλαγές στους περιφερειακούς μηχανισμούς σχεδιασμού. Με την ακαδημαϊκή σας ιδιότητα στην Περιφερειακή Ανάπτυξη, πιστεύετε ότι η Δωδεκάνησος διαθέτει σήμερα την απαραίτητη διοικητική και επιστημονική ικανότητα ώστε να αξιοποιήσει τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία, ή χρειάζεται άμεση ενίσχυση;
Τη στιγμή που η Ευρώπη ενισχύει τη χωρική διάσταση της Πολιτικής Συνοχής, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή θεσμική αντίφαση. Η συζήτηση για την Πολιτική Συνοχής μετά το 2027 συνοδεύεται από τάσεις επανεθνικοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων.
Αν οι αποφάσεις συγκεντρωθούν περισσότερο στα κράτη-μέλη, η ανάγκη για ισχυρούς περιφερειακούς μηχανισμούς σχεδιασμού θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη.
Ωστόσο, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φαίνεται να αποδυναμώνει ακριβώς αυτούς τους μηχανισμούς, καταργώντας Περιφερειακούς Αναπτυξιακούς Οργανισμούς και άλλες αποκεντρωμένες δομές που είχαν εξελιχθεί σε πολύτιμα εργαλεία τεχνικής υποστήριξης, ωρίμανσης έργων και αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων.
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση. Οι νέες ευρωπαϊκές πολιτικές δεν απαιτούν μόνο περισσότερους πόρους, αλλά ισχυρότερη διοικητική ικανότητα, πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και συνεργασία κράτους, Περιφερειών, δήμων, πανεπιστημίων, ερευνητικών φορέων και τοπικών κοινωνιών. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει στις λειτουργικές εδαφικές στρατηγικές, η Ελλάδα κινδυνεύει να αποδυναμώσει τους θεσμούς που μπορούν να τις υλοποιήσουν.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι η Δωδεκάνησος, όπως και όλες οι νησιωτικές Περιφέρειες, χρειάζεται κυρίως ενίσχυση των μηχανισμών διακυβέρνησης. Στη νέα ευρωπαϊκή περίοδο, οι χρηματοδοτήσεις θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την ικανότητα των Περιφερειών να σχεδιάζουν και να υλοποιούν ολοκληρωμένες στρατηγικές και όχι απλώς να διαχειρίζονται επιδοτήσεις.
Η Δωδεκάνησος διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ισχυρή αυτοδιοικητική εμπειρία, δυναμικούς παραγωγικούς φορείς, αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό και διεθνή παρουσία στον τουρισμό, τη ναυτιλία και τη γαλάζια οικονομία.
Εκείνο που λείπει είναι ένας μόνιμος περιφερειακός μηχανισμός στρατηγικού σχεδιασμού, που θα συνδέει την επιστήμη με τη δημόσια πολιτική. Για τον λόγο αυτό προτείνω τη δημιουργία ενός «Περιφερειακού Κέντρου Χωρικής Στρατηγικής, Προοπτικής και Καινοτομίας (Regional Spatial Foresight Hub)», ως γέφυρας μεταξύ αυτοδιοίκησης, πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, επιχειρήσεων και κοινωνίας των πολιτών.
Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Δωδεκάνησος διαθέτει το απαραίτητο δυναμικό, αλλά αν θα της δοθούν τα θεσμικά εργαλεία για να το αξιοποιήσει. Στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, το μεγαλύτερο συγκριτικό πλεονέκτημα δεν θα είναι οι επιδοτήσεις, αλλά η ικανότητα σχεδιασμού, πρόβλεψης και διακυβέρνησης. Αυτή θα καθορίσει ποιες Περιφέρειες θα πρωταγωνιστήσουν και ποιες θα υστερήσουν.
• Αποτελεί πάγιο αίτημα των νησιωτικών περιοχών και των δικτύων τους προς τις Βρυξέλλες η θεσμοθέτηση ενός μόνιμου, ειδικού ευρωπαϊκού πλαισίου για τα νησιά, στα πρότυπα των Εξόχως Απόκεντρων Περιφερειών, που θα κατοχυρώνει μόνιμες φορολογικές εξαιρέσεις. Με δεδομένο ότι η Ρόδος στερείται πλέον τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ, την ώρα που σε άλλα νησιά της Περιφέρειάς μας ευτυχώς επανήλθαν, και με βάση το έργο σας ως εμπειρογνώμων στη σχετική γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, θεωρείτε ότι αυτή η διεκδίκηση μπορεί να αποτελέσει το “κλειδί” για την επιστροφή των μειωμένων συντελεστών παντού, ή οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. παραμένουν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο;
Στην υψηλού επιπέδου διάσκεψη για τις στρατηγικές για τα νησιά και τις παράκτιες Κοινότητες που πραγματοποιήθηκε στην Πάφο στα τέλη Ιουνίου, μεγάλη πολιτική σημασία είχε η παρέμβαση του αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Younous Omarjee, ο οποίος υποστήριξε ότι τα ευρωπαϊκά νησιά πρέπει να αποκτήσουν μόνιμο θεσμικό καθεστώς, ανάλογο με εκείνο των Εξόχως Απόκεντρων Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δήλωση αυτή ανοίγει για πρώτη φορά τη συζήτηση για μια θεσμική κατοχύρωση της νησιωτικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η απάντησή λοιπόν στην ερώτησή σας αυτή είναι θετική. Ναι, η Δωδεκάνησος (περιλαμβανομένης της Ρόδου) πρέπει να διεκδικήσει το καθεστώς των Εξόχως Απόκεντρων Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απορώ, αν θέλετε, γιατί δεν το έχει κάνει μέχρι σήμερα, ενώ χωροθετείται στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Ίσως ο λόγος είναι το υψηλό ΑΕΠ της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Ωστόσο το ΑΕΠ, είναι ένας άδικος δείκτης. Πόσο μάλλον όταν αυτός διαμορφώνεται με βάση την επισφαλή τουριστική μονοκαλλιέργεια και όχι μια πραγματική οικονομική διαφοροποίηση, με προστιθέμενη αξία και ανθεκτικότητα για την περιοχή. Αυτή η διεκδίκηση του καθεστώτος των Εξόχως Απόκεντρων Περιφερειών της ΕΕ μπορεί να αποτελέσει το “κλειδί” για βελτίωση συντελεστών σε όλους τους τομείς, ύστερα φυσικά από διαπραγμάτευση. Εδώ βεβαίως θα πρέπει να τονισθεί ότι τα νησιά της Δωδεκανήσου αποτελούν λειτουργικούς γεωπολιτικούς κόμβους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο όρος αυτός συνδέει τη θαλάσσια χωροταξία, τη γαλάζια οικονομία, την ενεργειακή μετάβαση, τις θαλάσσιες μεταφορές, την προστασία των οικοσυστημάτων, και την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, δηλαδή τη μετάβαση που επιχειρεί να αποτυπώσει η νέα Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στην οποία διετέλεσα σύμβουλος: από την πολιτική της περιφερειακής αντιστάθμισης στην πολιτική της στρατηγικής νησιωτικότητας.


• Στην ευρωπαϊκή ατζέντα ξεχωρίζει το “OceanEye”, μια πρωτοβουλία για την ψηφιακή παρακολούθηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε πραγματικό χρόνο με τη χρήση high-tech μέσων και δορυφόρων. Πόσο ρεαλιστικό είναι να φτάσει σύντομα η εφαρμογή τέτοιων τεχνολογιών στα νησιά μας, και τι θα άλλαζε αυτό πρακτικά στη διαχείριση της υπεραλίευσης ή της ρύπανσης στα νερά μας;
Το OceanEye, εφόσον υλοποιηθεί στο πλαίσιο του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τον Ωκεανό, μπορεί να εξελιχθεί σε μια ευρωπαϊκή ψηφιακή υποδομή αντίστοιχη του Copernicus για την ξηρά. Θα αξιοποιεί δορυφορικά δεδομένα, τεχνητή νοημοσύνη, αισθητήρες και ψηφιακά δίδυμα (digital twins) για τη συνεχή παρακολούθηση των θαλασσών.
Για τη Δωδεκάνησο, η τεχνολογία αυτή είναι απολύτως ρεαλιστική. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συμμετάσχει στη διαμόρφωσή της ή θα περιοριστεί στον ρόλο του τελικού χρήστη. Τα οφέλη είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Θα επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό παράνομης αλιείας, θαλάσσιας ρύπανσης, μεταβολών στην ποιότητα των υδάτων και πιέσεων στα προστατευόμενα οικοσυστήματα, ώστε οι αρμόδιες αρχές να παρεμβαίνουν προληπτικά και όχι εκ των υστέρων. Αυτό σημαίνει καλύτερη προστασία των φυσικών πόρων αλλά και των επαγγελματιών αλιέων που τηρούν τους κανόνες.
Όμως τα δεδομένα από μόνα τους δεν αρκούν. Χρειάζονται διοικητική ικανότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και αποτελεσματική διακυβέρνηση για να μετατραπούν σε δημόσια πολιτική. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το OceanEye πρέπει να συνδεθεί άμεσα με τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, ώστε τα δεδομένα να αξιοποιούνται όχι μόνο για επιτήρηση, αλλά και για τη συνεχή προσαρμογή των θαλάσσιων σχεδίων στις πραγματικές μεταβολές των οικοσυστημάτων και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται ήδη στη δεύτερη και τρίτη γενιά θαλάσσιων σχεδίων. Για μια νησιωτική χώρα όπως η Ελλάδα, αυτή η μετάβαση σε μια ψηφιακά υποστηριζόμενη και προσαρμοστική διακυβέρνηση της θάλασσας είναι ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και στρατηγικής αυτονομίας, προστασίας του θαλάσσιου πλούτου, φυσικού και πολιτισμικού και βιώσιμης ανάπτυξης των νησιών μας.
• Η πράσινη μετάβαση της ακτοπλοΐας συζητείται έντονα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όμως για τα νησιά μας η διασύνδεση είναι ζήτημα επιβίωσης. Ποιες υποδομές θεωρείτε ότι λείπουν σήμερα από τα λιμάνια της Δωδεκανήσου για να ακολουθήσουν αυτή την πορεία, χωρίς να επιβαρυνθεί η ακτοπλοϊκή σύνδεση ή το κόστος για τον πολίτη;
Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας και η πράσινη μετάβαση της ακτοπλοΐας δεν είναι μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Για τη Δωδεκάνησο είναι πρωτίστως ζήτημα εδαφικής συνοχής. Αν οδηγήσει σε ακριβότερα εισιτήρια ή λιγότερα δρομολόγια, θα έχει αποτύχει ως δημόσια πολιτική.
Η πρόκληση δεν αφορά μόνο τα νέα πλοία, αλλά και τα λιμάνια. Χρειάζονται ηλεκτροδότηση από την ξηρά (shore-side electricity), υποδομές για καθαρά καύσιμα και σύγχρονα ενεργειακά και ψηφιακά συστήματα. Κυρίως όμως, αυτές οι επενδύσεις πρέπει να ενταχθούν σε έναν ενιαίο περιφερειακό σχεδιασμό, ώστε τα λιμάνια της Δωδεκανήσου να λειτουργούν ως ένα διασυνδεδεμένο δίκτυο και όχι αποσπασματικά.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διασφαλίσει ότι το κόστος της μετάβασης δεν θα μετακυλισθεί στους νησιώτες. Εδώ το Μεταφορικό Ισοδύναμο πρέπει να λειτουργήσει όχι ως επιδοματική πολιτική, αλλά ως μόνιμος μηχανισμός ισότιμης πρόσβασης. Η πράσινη μετάβαση πρέπει να σημαίνει καλύτερες και καθαρότερες μεταφορές, όχι ακριβότερες.
Η Δωδεκάνησος μπορεί να αποτελέσει ευρωπαϊκό πρότυπο πράσινης νησιωτικής ναυτιλίας. Με την πολυνησία, τον τουρισμό και τη στρατηγική θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να γίνει πρότυπο βιώσιμης νησιωτικής συνδεσιμότητας και γαλάζιας οικονομίας, αρκεί όλα να ενταχθούν σε έναν ολοκληρωμένο νησιωτικό και θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό.
• Έχοντας διατελέσει ειδική σύμβουλος στην ΕΟΚΕ για τη διαμόρφωση της γνωμοδότησης για τις πολιτικές των ευρωπαϊκών νησιών, πιστεύετε ότι οι Βρυξέλλες κατανοούν πλήρως τι σημαίνει νησιωτικότητα, με όρους λειψυδρίας, γεωγραφικής απομόνωσης και ενεργειακής εξάρτησης, ή εξακολουθούν να σχεδιάζουν με μια γενική, οριζόντια λογική;
Θα έλεγα ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε ένα σημείο καμπής. Για πρώτη φορά αναγνωρίζει ότι η νησιωτικότητα δεν είναι απλώς μια γεωγραφική ιδιαιτερότητα, αλλά μια διαρθρωτική συνθήκη που επηρεάζει κάθε δημόσια πολιτική. Αυτό αποτυπώνεται και στην Ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά, και στην γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στην οποία είχα την τιμή να συμβάλω, ως σύμβουλος του εισηγητή, νησιώτη συμπατριώτη μου, κ.Γιάννη Βαρδακαστάνη.
Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση του προβλήματος και στον τρόπο σχεδιασμού των πολιτικών. Πολύ συχνά εφαρμόζεται μια οριζόντια λογική, σαν όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη να ξεκινούν από τις ίδιες συνθήκες.
Τα νησιά, όμως, αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα αυξημένο κόστος μεταφορών, λειψυδρία, ενεργειακή εξάρτηση, περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, δυσκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, αλλά και ιδιαίτερες γεωπολιτικές προκλήσεις, ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτές οι προκλήσεις λειτουργούν σωρευτικά και απαιτούν διαφορετική προσέγγιση.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι περισσότερες επιδοτήσεις, αλλά η ενσωμάτωση της νησιωτικής διάστασης σε κάθε ευρωπαϊκή πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα νομοθεσία για την ενέργεια, το περιβάλλον ή τις μεταφορές πρέπει να αξιολογείται εκ των προτέρων ως προς τις επιπτώσεις της στα νησιά. Αυτή είναι η λογική της ρήτρας νησιωτικότητας (Island Proofing) και του Islands Pact, που προτείναμε στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ. Αν πετύχουμε αυτή τη μετάβαση, η νησιωτικότητα δεν θα αντιμετωπίζεται πλέον ως πρόβλημα που χρειάζεται αποζημίωση, αλλά ως «ιδιαίτερη μορφή λειτουργικής εδαφικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης», που απαιτεί διαφορετικό σχεδιασμό. Αυτό, πιστεύω, είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ευρωπαϊκής προγραμματικής περιόδου.
• Κλείνοντας, ποιο θεωρείτε το πιο επείγον και άμεσο βήμα που πρέπει να κάνει η Ελλάδα τους επόμενους μήνες, ώστε τα Δωδεκάνησα να μην μείνουν στο περιθώριο αυτής της νέας ευρωπαϊκής στροφής προς τη Γαλάζια Οικονομία;
Αγαπητή κ.Φώτη, η Ελλάδα έχει μπροστά της μια ιστορική ευκαιρία. Αν κινηθεί έγκαιρα, με βάση τις νέες Ευρωπαϊκές στρατηγικές και πρωτοβουλίες, τα Δωδεκάνησα μπορούν να γίνουν ευρωπαϊκό πρότυπο για τη Γαλάζια Οικονομία και τη βιώσιμη νησιωτική ανάπτυξη, ως ένας πολύ διακριτός «λειτουργικός χώρος» μεγάλης σημασίας. Η επήρεια των Δωδεκανήσων εξασφαλίζει και την Αποκλειστική Οικονομική ζώνη Ελλάδας-Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο σημείο αυτό, η εκπόνηση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδίου που περιλαμβάνει τα Δωδεκάνησα, αποτελεί προτεραιότητα, για ένα λόγο παραπάνω ότι δεν έχει ακόμα θεσμοθετηθεί το Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο Νοτίου Αιγαίου.
Η παρούσα κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στα τομεακά Ειδικά Χωροταξικά πλαίσια (ΕΧΠ-ΑΠΕ, ΕΧΠ-βιομηχανίας, ΕΧΠ-Τουρισμού) και όχι στα ολοκληρωμένα Περιφερειακά πλαίσια μεταξύ των οποίων είναι τα Θαλάσσια χωροταξικά πλαίσια. Αυτή η διαδικασία πρέπει να αντιστραφεί.
Τα τομεακά πλαίσια οφείλουν να εναρμονίζονται προς τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια τα οποία είναι στρατηγικά, ολοκληρωμένα, προσαρμοστικά, λαμβάνουν υπόψη τους τη διάδραση γης-θάλασσας, τις σωρευτικές επιδράσεις των θαλάσσιων δραστηριοτήτων, την αντίστοιχη περιβαλλοντική επιβάρυνση, και έχουν υψηλή γεωπολιτική αξία ως εργαλεία ήπιας οριοθέτησης (soft delimitation tools).
Το Θαλάσσιο Χωροταξικό σχέδιο Νοτίου Αιγαίου, αν προτεραιοποιηθεί, θα αποτελέσει πραγματικά ατμομηχανή για την ανάπτυξη των Δωδεκανήσων αλλά και ευρύτερα του Αιγαίου.
Αν καθυστερήσει, άλλοι θα σχεδιάσουν το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου χωρίς εμάς. Τα νησιά μας δεν είναι μία περιφέρεια της Ευρώπης, είναι το θαλάσσιο σύνορό της και αποτελούν προπύργια γεωπολιτικής, περιβαλλοντικής και αναπτυξιακής αξίας. Η θέση τους δεν είναι στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, αλλά στην πρώτη γραμμή της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.