- Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου καταδίκασε τον 44χρονο για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών.
- Ο κατηγορούμενος κρατείται στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί μετά το θανατηφόρο τροχαίο του Μαΐου 2026, στο οποίο σκοτώθηκαν μητέρα και κόρη.
- Η υπεράσπιση προέβαλε δύο ενστάσεις που έγιναν δεκτές από το δικαστήριο, αμφισβητώντας τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας.
- Η δίκη διαμορφώθηκε με διαφορετικούς όρους λόγω των ενστάσεων, που αφορούσαν την προστασία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την απονομή δικαιοσύνης.
• Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών, μετατραπείσα προς 15 ευρώ ημερησίως, για τα όσα φέρεται να επιχείρησε λίγες ώρες μετά την αποφυλάκισή του με περιοριστικούς όρους
Με καταδικαστική κρίση ολοκληρώθηκε χθες ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, η δίκη του 44χρονου ημεδαπού για τα όσα φέρεται να επιχείρησε λίγες μόλις ώρες μετά την αποφυλάκισή του με περιοριστικούς όρους, στο πλαίσιο της υπόθεσης του θανατηφόρου τροχαίου της 17ης Μαΐου 2026 στον άξονα προς τη Λίνδο. Στο δυστύχημα εκείνο έχασαν τη ζωή τους η Μαρία Χατζηεμμανουήλ του Δημητρίου, ηλικίας 57 ετών, και η κόρη της Αρμονία Κακιού του Μιχαήλ, ηλικίας 26 ετών. Μητέρα και κόρη σκοτώθηκαν μαζί, στον ίδιο δρόμο και στο ίδιο αυτοκίνητο, με τρόπο που συγκλόνισε ολόκληρη την τοπική κοινωνία και κράτησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αμείωτο σε κάθε στάδιο της υπόθεσης.
Το δικαστήριο, αφού άκουσε μάρτυρες, την εισαγγελική πρόταση και τις αγορεύσεις της υπεράσπισης, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, ως αυτουργό (κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας), καθώς και για απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής, επίσης δι’ έμμεσης αυτουργίας, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 15 ευρώ ημερησίως. Η έφεση έχει αναστέλλουσα δύναμη.
Ο 44χρονος παρακολούθησε τη διαδικασία υπό καθεστώς στέρησης της ελευθερίας του, καθώς κρατείται ήδη προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί μετά την απολογία του για την κύρια υπόθεση του δυστυχήματος.
Οι δύο ενστάσεις που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της δίκης
Η ακροαματική διαδικασία άνοιξε με δύο σοβαρές δικονομικές αιχμές που έθεσαν οι συνήγοροι υπεράσπισης κ.κ. Στυλιανός Κιουρτζής και Δήμος Μουτάφης, και οι οποίες έγιναν αμφότερες δεκτές από την έδρα, διαμορφώνοντας εξαρχής διαφορετικούς όρους διεξαγωγής της δίκης.
Με την πρώτη ένσταση, η υπεράσπιση προέβαλε αντιρρήσεις κατά της δήλωσης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας. Το επιχείρημα που αναπτύχθηκε ήταν ότι τα αποδιδόμενα αδικήματα τυποποιούνται σε ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προστατεύουν αποκλειστικά υπερατομικά έννομα αγαθά. Η μεν πρώτη πράξη, όπως υποστηρίχθηκε, αφορά διάταξη με προστατευόμενο έννομο αγαθό την απονομή της δικαιοσύνης και την πραγμάτωση της ποινικής αξίωσης της πολιτείας, η δε δεύτερη, εκείνη της παραβίασης φύλαξης της αρχής, διάταξη που προστατεύει την κρατική εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις της.
Κατά τη θέση της υπεράσπισης, όταν ο σκοπός της ποινικής διάταξης εξαντλείται στην προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και δεν καλύπτει παράλληλα ατομικά έννομα αγαθά, δεν επιτρέπεται παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αφού η όποια ζημία τρίτων προσώπων είναι μόνο έμμεση. Το δικαστήριο έκανε δεκτή τη σχετική ένσταση και απέβαλε την υποστήριξη της κατηγορίας, την οποία εκπροσωπούσε ο δικηγόρος κ. Δημήτρης Βερβέρης.
Η δεύτερη ένσταση στηρίχθηκε στο άρθρο 210 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο ορίζει ότι, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Οι συνήγοροι του κατηγορουμένου υποστήριξαν ότι ο διοικητής του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου, ο οποίος είχε κλητευθεί ως μάρτυρας κατηγορίας, είχε ασκήσει ουσιαστικά ανακριτικά καθήκοντα, καθώς είχε συμπράξει ως προανακριτικός υπάλληλος σε ένορκες εξετάσεις μαρτύρων, αλλά και στις εκθέσεις διορισμού και ορκοδοσίας του πραγματογνώμονα που παραγγέλθηκε για την εξέταση του οχήματος. Ο λόγος της απαγόρευσης, όπως αναπτύχθηκε, έγκειται στην προκατάληψη που ο νομοθέτης θεωρεί ότι ενδέχεται να έχει υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου όποιος έχει ήδη εμπλακεί ανακριτικά στην υπόθεση. Και η ένσταση αυτή έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα ο αξιωματικός να μην καταθέσει τελικά στο ακροατήριο.




Το κατηγορητήριο και το χρονικό των επίμαχων ενεργειών
Οπως απεκάλυψε η «δημοκρατική», τα όσα καταλογίστηκαν στον 44χρονο τοποθετούνται στις 20 Μαΐου 2026 και συγκεκριμένα από τις 19:04, ελάχιστη ώρα αφότου είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του ενώπιον του αρμόδιου Ανακριτή. Όπως του αποδόθηκε, γνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητό του βρισκόταν στις εγκαταστάσεις εταιρείας οδικής βοήθειας, όπου φυλασσόταν εν αναμονή της πραγματογνωμοσύνης που είχε παραγγελθεί για τη διακρίβωση των αιτίων του τροχαίου, επιχείρησε να κατευθύνει υπάλληλο της επιχείρησης να αφαιρέσει τον «εγκέφαλο» του οχήματος, δηλαδή τον ηλεκτρονικό καταγραφέα συμβάντων, από τον χώρο της μηχανής.
Κατά την κατηγορία, ο 44χρονος πραγματοποίησε διαδοχικές τηλεφωνικές κλήσεις και απέστειλε γραπτά μηνύματα, συνοδευόμενα από αναλυτικές οδηγίες και στιγμιότυπα οθόνης, καθοδηγώντας τον εργαζόμενο βήμα προς βήμα.
Ο υπάλληλος αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ωστόσο ο κατηγορούμενος φέρεται να ενέμεινε, ρωτώντας επανειλημμένα πότε θα απομακρυνόταν εκείνος από τον χώρο, με το πρόσχημα ότι ήθελε να μεταβεί ο ίδιος για να παραλάβει προσωπικά αντικείμενα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, πάντα κατά την κατηγορία, επιχειρήθηκε προσέγγιση και δεύτερου οδηγού της ίδιας εταιρείας, αυτή τη φορά μέσω τρίτου προσώπου και με την αιτιολογία ότι υπήρχε επιθυμία να φωτογραφηθεί το όχημα. Η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, καθώς ο εργαζόμενος ενημέρωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας και τους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου.
Η σημασία του καταγραφέα θεωρείται κομβική για την εξέλιξη της κύριας υπόθεσης, καθώς από αυτόν μπορεί να προκύψει η ταχύτητα κίνησης του αυτοκινήτου τα δευτερόλεπτα πριν από τη μοιραία σύγκρουση, σε μια υπόθεση όπου ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ούτε υπερβολική ταχύτητα ανέπτυξε ούτε ερυθρό σηματοδότη παραβίασε.
Η εισαγγελική πρόταση και η καίρια παρατήρηση του προέδρου
Η Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, αποδομώντας με συγκεκριμένη επιχειρηματολογία τον κεντρικό υπερασπιστικό ισχυρισμό περί κινδύνου ανάφλεξης. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε, αν πράγματι ο σκοπός του ήταν να μην πάθει ανάφλεξη το αυτοκίνητο, θα ζητούσε να αποσυνδεθεί η μπαταρία του οχήματος, η οποία αποτελεί την πηγή ενέργειας, και όχι ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος, το εξάρτημα δηλαδή που φυλάσσει τα κρίσιμα δεδομένα της οδηγικής συμπεριφοράς πριν και κατά τη σύγκρουση.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο πρόεδρος της έδρας, ο οποίος έθεσε ένα ακόμη ερώτημα με ιδιαίτερο βάρος. Όπως επισήμανε, ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί για τον διορισμό του πραγματογνώμονα και είχε μάλιστα υπογράψει το σχετικό έγγραφο. Αν, λοιπόν, η πραγματική του πρόθεση ήταν να αποτραπεί η ανάφλεξη του αυτοκινήτου, θα απευθυνόταν αρμοδίως στον ίδιο τον πραγματογνώμονα, ενημερώνοντάς τον για το μήνυμα που ισχυρίστηκε ότι έλαβε στο κινητό του, και δεν θα ζητούσε από υπάλληλο ιδιωτικής επιχείρησης να αποσυνδέσει τον εγκέφαλο του οχήματος.
Επιπλέον τονίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν κράτησε στιγμιότυπο της οθόνης από το μήνυμα που επικαλείται ότι έλαβε στην εφαρμογή που παρακολουθούσε το αυτοκίνητο του στο κινητό του τηλέφωνο που του έδειξε ένδειξη για ανάφλεξη αλλά και το ιστορικό της συνομιλίας που είχε στο chatgpt ζητώντας πληροφορίες για το πως θα μπορέσει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ανάφλεξης για να λάβει την απάντηση, όπως ισχυρίστηκε, ότι θα πρέπει να αποσυνδέσει τον εγκέφαλο και οδηγίες προς τούτο. Επιπλέον δεν ενημέρωσε αρμοδίως για τον κίνδυνο που επικαλείται.
Η υπερασπιστική γραμμή και οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε στο σύνολό τους τα αποδιδόμενα, τόσο με τους γραπτούς αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που κατέθεσε όσο και διά των συνηγόρων του στο ακροατήριο. Κατά τη δική του εκδοχή, αμέσως μετά την απολογία και την απόλυσή του με περιοριστικούς όρους, έλαβε στο κινητό του ειδοποίηση από την ηλεκτρονική εφαρμογή που συνδέεται με το αυτοκίνητο, η οποία εμφάνιζε εκτεταμένες βλάβες και προειδοποίηση για κίνδυνο ανάφλεξης.
Υπό το βάρος αυτής της ένδειξης, όπως διατείνεται, θεώρησε αναγκαίο να διασφαλίσει την απομάκρυνση του εγκεφάλου από το κυρίως σώμα του βαριά κατεστραμμένου οχήματος, αποκλειστικά για να αποφευχθεί ο κίνδυνος καταστροφής τόσο του εξαρτήματος όσο και του ίδιου του αυτοκινήτου. Το μόνο που ζήτησε, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν η μετακίνηση του καταγραφέα σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου φύλαξης, σε απόσταση από το όχημα, και σε καμία περίπτωση η παράδοσή του στον ίδιο ή η καταστροφή του.
Στο ακροατήριο, οι κ.κ. Κιουρτζής και Μουτάφης ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους σε δύο βασικούς άξονες. Ως προς την πρώτη πράξη, υποστήριξαν ότι δεν υφίσταται καν αρχή εκτέλεσης του αδικήματος και ότι δεν στοιχειοθετείται έμμεση αυτουργία, αφού ο υπάλληλος της εταιρείας δεν άγγιξε καν τον εγκέφαλο του οχήματος και καμία υλική ενέργεια δεν έλαβε χώρα επί του επίμαχου εξαρτήματος.
Ως προς τη δεύτερη πράξη, εκείνη της απόπειρας παραβίασης φύλαξης της αρχής, υποστήριξαν ότι το αδίκημα δεν υφίσταται, διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο των αποδιδόμενων ενεργειών το αυτοκίνητο δεν είχε κατασχεθεί. Η κατάσχεση, όπως τόνισαν, διατάχθηκε πολύ αργότερα, ενώ το όχημα είχε μεταφερθεί στον χώρο φύλαξης με πρωτοβουλία του ίδιου του κατηγορουμένου και κατόπιν συνεννόησης με την ασφαλιστική εταιρεία και όχι κατ’ άσκηση δημόσιας εξουσίας.
Η όποια εντολή να μην πλησιάσει κανείς το αυτοκίνητο είχε μεταφερθεί, σύμφωνα με την υπεράσπιση, προφορικά και όχι εγγράφως, χωρίς σύνταξη και επίδοση σχετικής έκθεσης, στοιχείο που κατά την ίδια θέση δεν αρκεί για να θεμελιώσει τυπικά διαμορφωμένη και νομίμως γνωστοποιημένη φύλαξη της αρχής. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έπεισαν τελικά το δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε καταδικαστική κρίση για αμφότερες τις πράξεις.




Το ιστορικό της υπόθεσης
Η αφετηρία όλων βρίσκεται στο τροχαίο της 17ης Μαΐου 2026, όταν ο 44χρονος, οδηγώντας πολυτελές αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του σε επαρχιακή οδό του νησιού, στον άξονα προς τη Λίνδο, συγκρούστηκε με το όχημα στο οποίο επέβαιναν η 57χρονη Μαρία Χατζηεμμανουήλ και η 26χρονη κόρη της Αρμονία Κακιού, οι οποίες υπέστησαν θανάσιμο τραυματισμό. Για το δυστύχημα έχει σχηματιστεί σε βάρος του δικογραφία για επικίνδυνη οδήγηση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ανθρώπων και για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, με τον φάκελο να βρίσκεται σε στάδιο κύριας ανάκρισης.
Ο ίδιος αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή και τις πράξεις αυτές, υποστηρίζοντας ότι το ατύχημα προκλήθηκε αιφνίδια από την κίνηση του έτερου οχήματος, στην οποία δεν μπόρεσε να αντιδράσει εγκαίρως.
Η πορεία της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στη σημερινή δίκη. Ο 44χρονος έχει συλληφθεί και κρατείται προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί μετά την ανακριτική του απολογία, με τις δικαστικές εκκρεμότητες να εξελίσσονται πλέον παράλληλα.
Η κύρια υπόθεση του θανατηφόρου τροχαίου παραμένει ανοιχτή, με την πραγματογνωμοσύνη επί του οχήματος και του ηλεκτρονικού καταγραφέα, του σιωπηλού μάρτυρα που κρατά τα δεδομένα των τελευταίων δευτερολέπτων πριν από τη σύγκρουση, να αναμένεται να αποτελέσει το κρισιμότερο αποδεικτικό στοιχείο για τη διακρίβωση των αιτίων της τραγωδίας που στοίχισε τη ζωή σε μητέρα και κόρη.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)
















