- Μικρή βελτίωση παρατηρείται στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στα Μαθηματικά, αλλά η συνολική εικόνα παραμένει ανησυχητική.
- Περίπου 40,9% των μαθητών δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά.
- Η Ελλάδα έχει πολύ μικρό ποσοστό μαθητών που επιτυγχάνουν υψηλές επιδόσεις, με μόλις 1% στα επίπεδα 5 και 6 στις Φυσικές Επιστήμες.
- Η νέα μέτρηση δείχνει ότι η Ελλάδα ανακόπτει την καθοδική πορεία και υπάρχει περιθώριο βελτίωσης για τον επόμενο κύκλο της PISA το 2029.
Μικρή βελτίωση στα Μαθηματικά και συγκράτηση της πτώσης στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών καταγράφει η PISA 2025, χωρίς όμως να αλλάζει η συνολική εικόνα.
Πάντως το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά τους Έλληνες μαθητές, που δεν φτάνουν ούτε στο βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου Παιδείας, 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο που απαιτείται για να ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.
Η εικόνα αυτή είναι πιο σημαντική από οποιαδήποτε διεθνή θέση κατάταξης. Διότι η PISA δεν εξετάζει απλώς αν ένας μαθητής θυμάται έναν τύπο ή έναν ορισμό. Εξετάζει αν μπορεί να κατανοήσει πληροφορίες, να χρησιμοποιήσει γνώσεις σε πραγματικές καταστάσεις, να αξιολογήσει δεδομένα, να σκεφτεί κριτικά και να λύσει προβλήματα.
Πρόβλημα, ωστόσο, εντοπίζεται και στην κορυφή, καθώς την ίδια στιγμή, η Ελλάδα έχει πολύ μικρό ποσοστό μαθητών που φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα επίδοσης: στις Φυσικές Επιστήμες μόλις περίπου 1% βρίσκεται στα επίπεδα 5 και 6, έναντι περίπου 7% στον ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά περίπου 2% φτάνει στα υψηλότερα επίπεδα, έναντι περίπου 8% στον ΟΟΣΑ, ενώ στην Κατανόηση Κειμένου το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου 1%, έναντι περίπου 6% στον ΟΟΣΑ. Κατά συνέπεια, το ελληνικό πρόβλημα έχει δύο όψεις: πολύ μεγάλη βάση χαμηλών επιδόσεων και πολύ μικρή κορυφή υψηλών επιδόσεων.
Η συνολική εικόνα πάντως που προκύπτει από την PISA 2025 για την Ελλάδα είναι μεικτή: οι Έλληνες μαθητές εξακολουθούν να επιτυγχάνουν επιδόσεις αισθητά χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου. Την ίδια στιγμή, όμως, η νέα μέτρηση καταγράφει ένα στοιχείο που το Υπουργείο Παιδείας θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό: για πρώτη φορά μετά από περίπου μία δεκαετία ανακόπτεται η συνεχής διεύρυνση της απόστασης της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε., ενώ στα Μαθηματικά εμφανίζεται τάση σύγκλισης.
Το συμπέρασμα, επομένως, δεν μπορεί να είναι ούτε ότι «όλα πάνε καλά» ούτε ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Οι βαθμολογίες παραμένουν χαμηλές και τα διαρθρωτικά προβλήματα είναι μεγάλα. Ωστόσο, η Ελλάδα δεν ακολουθεί πλέον με τον ίδιο ρυθμό την καθοδική πορεία, που είχε καταγραφεί στους προηγούμενους κύκλους. Αυτό είναι το βασικό σημείο, το οποίο εμπνέει αισιοδοξία, καθώς εκτιμάται ότι υπάρχει περιθώριο να υπάρξει βελτίωση στον επόμενο κύκλο της PISA, το 2029, σύμφωνα με το υπουργείο Παιδείας.
Οι αριθμοί της Ελλάδας
Η μέση επίδοση των Ελλήνων 15χρονων στην PISA 2025 διαμορφώθηκε ως εξής:
Η Ελλάδα βρίσκεται συνεπώς κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τέσσερα πεδία που είναι διαθέσιμα στην παρούσα φάση. Ειδικά στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, η οποία αξιολογήθηκε για πρώτη φορά το 2025, η χώρα μας κατατάσσεται στην 47η θέση μεταξύ 91 χωρών.
Στο διεθνή διαγνωστικό διαγωνισμό PISA συμμετείχαν περίπου 760.000 μαθητές από 91 χώρες, αντιπροσωπεύοντας 33 εκατομμύρια 15χρονους. Κεντρικό αντικείμενο για τη συγκεκριμένη χρονιά (2025) ήταν οι Φυσικές Επιστήμες, ενώ εξετάστηκαν επίσης Μαθηματικά, Κατανόηση Κειμένου και, για πρώτη φορά, η ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακό περιβάλλον.
Στην Ελλάδα πήραν μέρος 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας 101.850 15χρονους, δηλαδή το 95% του πληθυσμού-στόχου. Σύμφωνα με το Υπουργείο, πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής της Ελλάδας από την έναρξη της PISA το 2000 ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη μεγάλη προθυμία των ελληνικών σχολείων να συμμετάσχουν στην έρευνα.
Επισημαίνεται, επίσης, ότι η Ελλάδα συμμετείχε στην PISA 2025 με βελτιωμένους οργανωτικούς και τεχνικούς όρους.
Ειδικότερα, στα σχολεία του δείγματος διατέθηκαν 4.500 laptops και 2.500 ακουστικά, θεσμοθετήθηκε αποζημίωση για τους 549 εκπαιδευτικούς που συμμετείχαν στη διοργάνωση και δημιουργήθηκε η πλατφόρμα Skills4Life, μία τράπεζα θεμάτων δηλαδή, με θέματα αντίστοιχης λογικής με την PISA, ώστε τα σχολεία να εξοικειώνονται με τον συγκεκριμένο τρόπο αξιολόγησης, αφού οι μαθητές θα μπορούσαν να αντλήσουν θέματα από τη συγκεκριμένη δεξαμενή και να προετοιμαστούν καλύτερα για τις εξετάσεις.
Η διεθνής εικόνα: η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική
Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη πριν από οποιαδήποτε αξιολόγηση της Ελλάδας είναι ότι η PISA 2025 καταγράφει μια γενικευμένη διεθνή υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων. Στον ΟΟΣΑ, οι επιδόσεις των 15χρονων στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από την έναρξη της PISA. Στην Κατανόηση Κειμένου η μέση επίδοση του ΟΟΣΑ μειώθηκε κατά 28 μονάδες από το 2015 έως το 2025, ενώ στα Μαθηματικά κατά 22 μονάδες. Στις Φυσικές Επιστήμες η μέση επίδοση μεταξύ 2022 και 2025 παρέμεινε περίπου σταθερή στον ΟΟΣΑ, μετά από μακρότερη περίοδο πτώσης. Περίπου ένας στους πέντε μαθητές του ΟΟΣΑ βρίσκεται πλέον κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας και στα τρία γνωστικά πεδία, έναντι 16% το 2022.
Η κρίση, επομένως, δεν αφορά μόνο χώρες που παραδοσιακά βρίσκονται χαμηλότερα στις διεθνείς κατατάξεις. Ακόμη και εκπαιδευτικά συστήματα με πολύ ισχυρή παράδοση, όπως η Φινλανδία και η Εσθονία στην Ευρώπη ή η Κορέα και η Σιγκαπούρη στην Ασία, εμφάνισαν σημαντικές απώλειες, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου. Στην κορυφή παραμένουν κυρίως συστήματα της Ανατολικής Ασίας, μαζί με την Εσθονία, την Ιαπωνία, την Κορέα, τη Σιγκαπούρη, την Κινεζική Ταϊπέι και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτό δεν αναιρεί το ελληνικό πρόβλημα αλλά το τοποθετεί σε ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, όπου η πανδημία, η αλλαγή του τρόπου μάθησης, η ψηφιακή διάσπαση της προσοχής, αλλά και η ταχεία είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης μεταβάλλουν συνολικά το σχολείο.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα για την Ελλάδα
Η φράση ‘μικρότερη πτώση, αλλά χαμηλή αφετηρία’ θα μπορούσε να συνοψίζει την εικόνα της Ελλάδας στο διαγωνισμό PISA. Όπως γίνεται γνωστό, η χώρα μας σημείωσε μεταξύ 2022 και 2025:
πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά, έναντι 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 12 στην Ε.Ε.27,
πτώση 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 5 στον ΟΟΣΑ-23 και 5 στην Ε.Ε.27,
πτώση 16 μονάδων στην Κατανόηση Κειμένου, έναντι 16 στον ΟΟΣΑ-23 και 18 στην Ε.Ε.27.
Βάσει των προαναφερθέντων, το υπουργείο Παιδείας υπογραμμίζει ότι εμφανίζεται ανακοπή της πολυετούς απόκλισης. Ειδικά στα Μαθηματικά, η ελληνική επίδοση υποχώρησε λιγότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Έτσι, ενώ ο απόλυτος ελληνικός βαθμός παραμένει χαμηλός, η σχετική απόσταση από τον διεθνή μέσο όρο περιορίστηκε. Πρακτικά, αυτό οδηγεί σε μία ουσιαστική διάκριση: η Ελλάδα δεν βελτιώθηκε απόλυτα, αλλά σε ορισμένους δείκτες έχασε λιγότερο έδαφος από τον μέσο όρο. Αυτό είναι θετικό ως ένδειξη σταθεροποίησης, όχι όμως ακόμη ως απόδειξη ουσιαστικής ανάκαμψης.
Η σωστή ‘ανάγνωση’ της PISA 2025
Για να ‘διαβαστεί’ σωστά η PISA 2025, χρειάζεται να κοιτάξει κανείς προς τα πίσω. Όπως τονίζουν οι ειδικοί, τα στοιχεία της PISA 2022 είχαν ήδη δείξει ότι την περίοδο 2012-2022 οι ελληνικές επιδόσεις είχαν μειωθεί κατά περισσότερες από 20 μονάδες και στα τρία γνωστικά πεδία. Η υποχώρηση της περιόδου 2018-2022 δεν ήταν επομένως ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά επιβεβαίωσε μια πολύ μεγαλύτερη τάση.
Η PISA 2025 δεν ανατρέπει αυτή την εικόνα. Οι σημερινές επιδόσεις παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες προηγούμενων κύκλων. Αυτό σημαίνει ότι το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να «μην πέσει άλλο», αλλά να μπορέσει να περάσει από τη σταθεροποίηση στην πραγματική βελτίωση.
Φυσικές Επιστήμες: το βασικό πεδίο της PISA 2025
Οι Φυσικές Επιστήμες ήταν το βασικό αντικείμενο της PISA 2025. Όπως προαναφέρθηκε, η Ελλάδα συγκέντρωσε 434 μονάδες, έναντι 482 στον ΟΟΣΑ. Το 2022 η Ελλάδα είχε 441 μονάδες, άρα η φετινή επίδοση είναι χαμηλότερη κατά 7 μονάδες. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η μεταβολή αυτή δεν είναι στατιστικά σημαντική. Το ουσιαστικό πρόβλημα βρίσκεται στο επίπεδο επάρκειας: περίπου 59% των Ελλήνων μαθητών φτάνουν τουλάχιστον στο Level 2 – δηλαδή, στο επίπεδο του λειτουργικού εγγραμματισμού – έναντι περίπου 74% στον ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές που φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα παραμένουν ελάχιστοι. Η PISA 2025 εξετάζει πλέον όχι μόνο την απομνημόνευση επιστημονικής γνώσης, αλλά την ικανότητα του μαθητή να χρησιμοποιεί στοιχεία και δεδομένα, να αξιολογεί επιστημονικούς ισχυρισμούς και να παίρνει τεκμηριωμένες αποφάσεις. Αυτό είναι κρίσιμο για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θέλει να προετοιμάσει πολίτες σε έναν κόσμο όπου η επιστημονική πληροφορία, η παραπληροφόρηση, η κλιματική κρίση και η τεχνολογία συνυπάρχουν καθημερινά.
Μαθηματικά: η πρώτη πραγματική ένδειξη σύγκλισης
Στα Μαθηματικά η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες, έναντι 463 στον ΟΟΣΑ. Η επίδοση είναι χαμηλότερη από το 2022, όταν είχε φτάσει τις 430 μονάδες. Ωστόσο, η ελληνική πτώση των 6 μονάδων είναι σαφώς μικρότερη από την πτώση του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Εδώ βρίσκεται και το σημαντικότερο θετικό στοιχείο καθώς η απόσταση της Ελλάδας από τον ΟΟΣΑ μειώθηκε. Όπως αναγνωρίζει και το υπουργείο, διακρίνεται σαφής τάση σύγκλισης στα Μαθηματικά και ανακοπή της δεκαετούς πορείας απόκλισης. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο αλλά ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η σχετική απόσταση δεν διευρύνεται με τον ίδιο τρόπο.
Γενική πτώση στην Κατανόηση Κειμένου
Στην Κατανόηση Κειμένου η Ελλάδα συγκέντρωσε 423 μονάδες, έναντι 461 στον ΟΟΣΑ. Η επίδοση ήταν 438 μονάδες το 2022, καταγράφοντας συνεπώς πτώση 15 περίπου μονάδων. Το πρόβλημα χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα σοβαρό, επειδή η κατανόηση κειμένου αποτελεί θεμέλιο σχεδόν όλων των υπόλοιπων μαθησιακών δραστηριοτήτων. Η διεθνής εικόνα είναι εξίσου αρνητική: η μέση επίδοση του ΟΟΣΑ στην ανάγνωση έχει υποχωρήσει κατά 28 μονάδες από το 2015. Η ελληνική εικόνα, συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα σε μια διεθνή κρίση αναγνωστικού γραμματισμού, αλλά και με δεδομένο ότι η χώρα ξεκινά από ήδη χαμηλότερο επίπεδο.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό στοιχείο, είναι το γεγονός ότι τα κορίτσια τα πάνε καλύτερα στην κατανόηση κειμένου. Μάλιστα, όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού PISA, ο Εθνικός Συντονιστής Καθηγητής Κώστας Δημόπουλος, «αν συμμετείχαν μόνο κορίτσια στο διαγωνισμό, η πτώση στην Κατανόηση Κειμένου θα ήταν περίπου 5% έναντι του τωρινού 16% κατά μ.ο.».
Σχετικά με τις επιδόσεις των μαθητών στη νέα δοκιμασία – Μπορούν οι μαθητές να λύνουν προβλήματα στον ψηφιακό κόσμο;
Η PISA 2025 εισήγαγε για πρώτη φορά την Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα (Computational Problem Solving).
Η Ελλάδα συγκέντρωσε 461 μονάδες, έναντι 500 στον ΟΟΣΑ, και κατατάχθηκε στην 47η θέση μεταξύ 91 χωρών. Η συγκεκριμένη αξιολόγηση δεν μετρά απλώς αν οι μαθητές χρησιμοποιούν υπολογιστές. Εξετάζει αν μπορούν να χρησιμοποιούν ψηφιακά εργαλείαγια να διερευνούν, να χτίζουν γνώση και να «σπάνε» σύνθετα προβλήματα σε επιμέρους βήματα που μπορούν να λυθούν.
Όπως προέκυψε, η ψηφιακή επάρκεια δεν ταυτίζεται με την εξοικείωση με μια οθόνη. Αντίθετα, χρειάζονται πρώτα ισχυρές βάσεις σε Μαθηματικά, Γλώσσα και Επιστήμες και στη συνέχεια η ικανότητα εφαρμογής τους στον ψηφιακό κόσμο.
Τα σχολεία που ξεχωρίζουν
Η εθνική εικόνα αναφορικά με τις σχολικές επιδόσεις στο διεθνή διαγωνισμό δεν είναι ομοιόμορφη. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου, περίπου 38 σχολεία του δείγματος, από τα οποία 32 είναι δημόσια, πέτυχαν στα επιμέρους αντικείμενα επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το εύρημα είναι σημαντικό, αφού δείχνει ότι μέσα στο ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα υπάρχουν σχολικές μονάδες που μπορούν να επιτυγχάνουν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα.
Ποια είναι τα σημεία αισιοδοξίας
Κωδικοποιώντας τα αποτελέσματα του PISA 2025, τα σημεία τα οποία αναδεικνύουν τις θετικές τάσεις από τη συμμετοχή των ελληνόπουλων είναι τα ακόλουθα:
1. Ανακόπτεται η απόκλιση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ: Το βασικό θετικό εύρημα που αναδεικνύει το Υπουργείο είναι ότι η Ελλάδα σταματά, για πρώτη φορά μετά από περίπου δέκα χρόνια, να διευρύνει την απόστασή της από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Ιδιαίτερα στα Μαθηματικά καταγράφεται τάση σύγκλισης. Μπορεί να αποτελεί μία σχετική και όχι απόλυτη βελτίωση, αλλά δεν παύει να είναι σημαντική.
2. Η Ελλάδα ‘έπεσε’ λιγότερο από πολλές ισχυρές χώρες: Η πτώση των ελληνικών επιδόσεων ήταν μικρότερη από εκείνη αρκετών εκπαιδευτικών συστημάτων που παραδοσιακά βρίσκονται ψηλότερα στις διεθνείς κατατάξεις, όπως η Φινλανδία, η Δανία, η Σουηδία και η Νορβηγία. Επομένως, η διεθνής κρίση είναι βαθύτερη και ευρύτερη από την ελληνική περίπτωση.
3. Growth mindset: Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τον μέσο όρο την πεποίθηση ότι οι ικανότητες μπορούν να αναπτύσσονται μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής. Το 74% εμφανίζει growth mindset, έναντι περίπου 69% στον ΟΟΣΑ.
4. Στοχοθεσία και προγραμματισμός: παρά τις γενικότερα πιο αρνητικές στάσεις απέναντι στη μάθηση, οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν καλύτερη στοχοθεσία και πιο συνεπή προγραμματισμό της προσπάθειάς τους από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
5. Το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν βελτιώνεται: όπως επισημαίνει το υπουργείο, καταγράφεται βελτίωση σε σχέση με το 2022 στο αίσθημα ασφάλειας και στο αίσθημα ότι οι μαθητές ανήκουν στο σχολείο. Συνολικά, περίπου 79% των Ελλήνων μαθητών δηλώνουν αίσθημα σχολικού ανήκειν, έναντι περίπου 76% στον ΟΟΣΑ.
6. Καλύτερες ψηφιακές υποδομές: Παρότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ΟΟΣΑ σε υλικοτεχνικές και ψηφιακές υποδομές, το Υπουργείο επισημαίνει σημαντική βελτίωση μετά το 2018. Ο διαθέσιμος αριθμός ηλεκτρονικών υπολογιστών για εκπαιδευτική χρήση ανά μαθητή αυξήθηκε την περίοδο 2018-2025 με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
7. Υψηλές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες: Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αυτό αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα θετικό εύρημα, αν και οι προσδοκίες διαφοροποιούνται έντονα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση και τον τύπο σχολείου.
8. Η οικογένεια παραμένει σημαντικό στήριγμα: Οι μαθητές στην Ελλάδα δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη.
Περιέργεια και επιμονή – το «παράδοξο» της ελληνικής εικόνας
Οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν γενικά λιγότερο θετικές στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, διαθέτουν σχετικά ισχυρή πεποίθηση ότι μπορούν να βελτιώσουν τις ικανότητές τους μέσω προσπάθειας. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι υπάρχει ένα εκπαιδευτικό κεφάλαιο που μπορεί να αξιοποιηθεί: οι μαθητές δεν θεωρούν απαραίτητα ότι οι ικανότητές τους είναι προκαθορισμένες.
Το σχολικό κλίμα
Η PISA αναδεικνύει ένα σοβαρό πρόβλημα στο καθημερινό περιβάλλον μάθησης.
Στην Ελλάδα:
37% των μαθητών δηλώνουν ότι δεν μπορούν να εργαστούν καλά στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα, έναντι 19% στον ΟΟΣΑ.
46% αναφέρουν ότι ο θόρυβος και η αταξία επηρεάζουν τα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 31%.
45% δηλώνουν ότι οι συμμαθητές τους δεν ακούν τον εκπαιδευτικό, έναντι 29%.
Το Υπουργείο επισημαίνει ότι οι απουσίες, οι καθυστερήσεις και τα προβλήματα πειθαρχίας εμφανίζονται συχνότερα στην Ελλάδα και έχουν επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία. Αξίζει να αναφερθεί, όμως, μία σημαντική διαφοροποίηση: τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται περίπου στα επίπεδα του διεθνούς μέσου όρου.
Οι απουσίες και οι καθυστερήσεις
Το ζήτημα της μαθητικής παρουσίας καταγράφεται ως σημαντικό. Συγκεκριμένα, περίπου:
31% των Ελλήνων μαθητών δήλωσαν ότι απουσίασαν τουλάχιστον μία ημέρα από το σχολείο τις δύο προηγούμενες εβδομάδες, έναντι 22% στον ΟΟΣΑ.
49% δήλωσαν ότι έχασαν τουλάχιστον ένα μάθημα, έναντι 24%.
62% δήλωσαν ότι έφτασαν αργοπορημένοι στο σχολείο, έναντι 50%.
Τα ανωτέρω αποτελέσματα υπογραμμίζεται, ότι πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη καθώς η εμπλοκή του μαθητή στη μαθησιακή διαδικασία, δεν είναι μόνο ζήτημα διδακτικών μεθόδων αλλά συνολικά και ζήτημα παρουσίας, πειθαρχίας και σχέσης με το σχολείο.
Σχετικά με τους εκπαιδευτικούς
Το Υπουργείο αναγνωρίζει ότι οι διευθυντές εξακολουθούν να αναφέρουν ελλείψεις προσωπικού μεγαλύτερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδιαίτερα σε κοινωνικά ευάλωτες και περιφερειακές σχολικές μονάδες. Υπάρχει όμως μια ακόμη σημαντική διάσταση στο ζήτημα, που πρέπει να αναδειχθεί: επειδή η Ελλάδα έχει χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό και μικρότερο μέγεθος τάξης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα, φαίνεται πως αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τον συνολικό αριθμό εκπαιδευτικών. Για το λόγο αυτό, η νέα πλατφόρμα του υπουργείου Παιδείας, EduPlan, αναμένεται να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη καταγράφοντας άμεσα τις ανάγκες σε εκπαιδευτικούς – πού χρειάζονται περισσότερο, με ποιες ειδικότητες κλπ.
Αναφορικά με την υποστήριξη μέσα στην τάξη, οι μαθητές περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον από εκείνο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Μόλις 49% δηλώνουν ότι ο εκπαιδευτικός δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση κάθε μαθητή στα περισσότερα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ. Το 53% δηλώνει ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν οι μαθητές, έναντι 66%, ενώ 61% αναφέρει ότι ο εκπαιδευτικός προσφέρει πρόσθετη βοήθεια όταν χρειάζεται, έναντι 73%.
Κινητά, οθόνες και τεχνητή νοημοσύνη
Ένα από τα νέα και πιο επίκαιρα στοιχεία της PISA 2025 αφορά τη σχέση μαθητών και ψηφιακής τεχνολογίας. Στην Ελλάδα οι μαθητές χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές στο σχολείο για μαθησιακούς σκοπούς περίπου 1,1 ώρα την ημέρα, έναντι 1,7 ώρας στον ΟΟΣΑ. Για ψυχαγωγία η χρήση είναι περίπου 1,2 ώρα, περίπου στα επίπεδα του ΟΟΣΑ. Ταυτόχρονα, 33% των Ελλήνων μαθητών δηλώνουν ότι οι συμμαθητές τους αποσπώνται από ψηφιακές συσκευές στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 28% στον ΟΟΣΑ. Και στην Ελλάδα η διαφορά επίδοσης είναι ιδιαίτερα έντονη: οι μαθητές που αναφέρουν ψηφιακή διάσπαση προσοχής από συμμαθητές εμφανίζουν περίπου 30 μονάδες χαμηλότερη επίδοση στις Φυσικές Επιστήμες.
Όσο για την απαγόρευση των κινητών, το Υπουργείο Παιδείας αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένα σαφές θετικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τις δηλώσεις των μαθητών, το μέτρο απαγόρευσης της χρήσης κινητών στα σχολεία έχει λειτουργήσει, καθώς σε σχέση με το 2022 έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δεν χρησιμοποιούν καθόλου ή χρησιμοποιούν πολύ λίγο το κινητό στο σχολείο. Ενδεικτικά, 98% των Ελλήνων μαθητών φοιτούν σε σχολεία όπου υπάρχει απαγόρευση κινητών, έναντι περίπου 49% στον ΟΟΣΑ.
Η τεχνητή νοημοσύνη στο σχολείο
Η PISA 2025 είναι η πρώτη μεγάλη διεθνής μέτρηση που αποτυπώνει τόσο καθαρά την παρουσία της τεχνητής νοημοσύνης στη μαθητική καθημερινότητα. Στην Ελλάδα περίπου 34% των μαθητών χρησιμοποιούν τουλάχιστον εβδομαδιαία AI chatbots για να βοηθηθούν στη μάθηση, έναντι 46% στον ΟΟΣΑ.
Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι μαθητές που χρησιμοποιούν AI για συγκεκριμένες σχολικές εργασίες, όπως περίληψη, σύνταξη κειμένου ή έρευνα, εμφανίζουν κατά μέσο όρο χαμηλότερες επιδόσεις. Αντίθετα, η χρήση AI για μαθησιακή υποστήριξη, όταν συνοδεύεται από εκπαίδευση στην αξιολόγηση της ποιότητας των απαντήσεων που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη, συνδέεται με καλύτερες επιδόσεις μεταξύ συχνών χρηστών.
Οι κοινωνικές ανισότητες
Η επίδραση του κοινωνικοοικονομικού παράγοντα στις επιδόσεις στην Ελλάδα εμφανίζεται σχετικά μικρότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στις Φυσικές Επιστήμες το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξηγεί περίπου 10% της διακύμανσης των επιδόσεων στην Ελλάδα, έναντι περίπου 12% στον ΟΟΣΑ. Η διαφορά μεταξύ του ανώτερου και του κατώτερου κοινωνικοοικονομικού τεταρτημορίου είναι περίπου 76 μονάδες, έναντι περίπου 84-85 στον ΟΟΣΑ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η κοινωνική ανισότητα δεν αποτελεί πρόβλημα. Το ίδιο το Υπουργείο επισημαίνει ότι η σχετικά μικρότερη επίδραση οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι ελληνικές επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, οι μαθητές μεταναστευτικού υπόβαθρου αντιμετωπίζουν πρόσθετες δυσκολίες: συχνά προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και πάνω από τους μισούς δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
Τα μεγάλα προβλήματα παραμένουν
Η εικόνα της PISA 2025 δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η πρώτη μεγάλη πρόκληση, είναι οι βασικές δεξιότητες: σχεδόν οι μισοί μαθητές στα Μαθηματικά δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο. Επιπλέον, στην Κατανόηση Κειμένου, η πτώση είναι ιδιαίτερα έντονη και σε έναν κόσμο υπερπληροφόρησης η αδυναμία κατανόησης και αξιολόγησης ενός κειμένου είναι κρίσιμη – όχι μόνο για μαθήματα γλώσσας αλλά συνολικά για όλα τα μαθήματα. Ως πρόβλημα αναδεικνύεται και το γεγονός, ότι η Ελλάδα έχει πολύ μικρό ποσοστό μαθητών υψηλών επιδόσεων. Με αρνητικό πρόσημο, ξεχωρίζει και το ζήτημα του μαθησιακού περιβάλλοντος: πειθαρχία, απουσίες, καθυστερήσεις και διάσπαση προσοχής επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα του σχολείου. Σε αυτά, θα πρέπει να προστεθεί το θέμα της υποστήριξης από τους εκπαιδευτικούς – η σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή και η χρήση ενεργητικών διδακτικών πρακτικών παραμένουν πεδία που χρειάζονται ενίσχυση. Σχετικά με την αξιοποίηση της τεχνολογίας, αν και η Ελλάδα έχει βελτιώσει τις υποδομές, η χρήση ψηφιακών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να γίνει περισσότερο παιδαγωγική και λιγότερο απλώς τεχνική. Τέλος, κρίνεται απαραίτητη η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων ομάδων: το μεταναστευτικό υπόβαθρο, η κοινωνικοοικονομική θέση, ο τύπος σχολείου και η γεωγραφική περιοχή εξακολουθούν να επηρεάζουν τις ευκαιρίες των μαθητών.
Η θέση του υπουργείου Παιδείας σχετικά με το τι πρέπει να αλλάξει
Η κεντρική εκτίμηση του υπουργείου Παιδείας με βάση τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA, είναι ότι οι επόμενες παρεμβάσεις πρέπει να αφορούν περισσότερο την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Συγκεκριμένα, αναφέρονται σε καλύτερη κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας, μεγαλύτερη γνωστική ενεργοποίηση των μαθητών, ουσιαστικότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης, βελτίωση της πειθαρχίας και της μαθητικής εμπλοκής, στοχευμένη στήριξη μαθητών μεταναστευτικού και κοινωνικά ευάλωτου υπόβαθρου.
Πιο απλά, η μεγάλη πρόκληση μετατοπίζεται από το «πόσα έχουμε» στο «τι κάνουμε με αυτά που έχουμε».
Πώς επηρεάζουν τα αποτελέσματα το μέλλον: Νέα Προγράμματα Σπουδών, Πολλαπλό Βιβλίο και Εθνικό Απολυτήριο
Το Υπουργείο συνδέει την επόμενη φάση με μια σειρά μεταρρυθμίσεων: το Εθνικό Απολυτήριο, τα νέα Προγράμματα Σπουδών, το σύστημα του Πολλαπλού Βιβλίου, την περαιτέρω ψηφιακή σύγκλιση και κυρίως στην ενσωμάτωση της «λογικής PISA» στην καθημερινή λειτουργία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Αυτό σημαίνει ότι η PISA δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια εξέταση που γίνεται κάθε τρία χρόνια και απλώς παράγει έναν πίνακα κατάταξης. Η φιλοσοφία της είναι να μεταφέρει το ενδιαφέρον από την αποστήθιση στην κατανόηση, εφαρμογή, επίλυση προβλημάτων, κριτική σκέψη και χρήση της γνώσης σε πραγματικές καταστάσεις. Αν αυτή η λογική περάσει στην καθημερινή διδασκαλία, τότε η PISA μπορεί να λειτουργήσει όχι ως «στόχος βαθμολογίας», αλλά ως εργαλείο αλλαγής της ίδιας της μαθησιακής εμπειρίας.
Η Ελλάδα του 2029
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υπουργείου Παιδείας, οι πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης που καταγράφηκαν το 2025 μπορούν να γίνουν περισσότερο ορατές στον επόμενο κύκλο, το 2029, εφόσον συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, για να αρχίσει πραγματικά η Ελλάδα να ακολουθεί μία ανοδική πορεία, δεν είναι προφανώς αρκετή η σχετική σύγκλιση στα Μαθηματικά, που εντοπίζεται σήμερα αλλά χρειάζεται να μειωθεί δραστικά το ποσοστό των μαθητών που δεν διαθέτουν βασικές δεξιότητες, να ενισχυθεί η Κατανόηση Κειμένου, να αυξηθεί η κορυφή των υψηλών επιδόσεων και να βελτιωθεί το καθημερινό μαθησιακό περιβάλλον. Αλλά και τα σχολεία που σήμερα ξεχωρίζουν, θα έπρεπε να αξιοποιηθούν ως πηγή καλών πρακτικών για ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα.
Τα συμπεράσματα του PISA 2025
Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα του PISA 2025, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Οι επιδόσεις παραμένουν χαμηλές και σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν κατακτά το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά. Η Κατανόηση Κειμένου αποτελεί ιδιαίτερη πηγή ανησυχίας, ενώ η χώρα δυσκολεύεται να δημιουργήσει μια μεγάλη ομάδα μαθητών υψηλών επιδόσεων.
Από την άλλη πλευρά, η PISA 2025 δίνει και ορισμένα σημεία που δεν πρέπει να αγνοηθούν: η Ελλάδα φαίνεται να ανακόπτει την πολυετή απόκλιση από τον ΟΟΣΑ, στα Μαθηματικά εμφανίζεται τάση σύγκλισης, οι ψηφιακές υποδομές έχουν βελτιωθεί, το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν ενισχύεται, οι μαθητές εμφανίζουν ισχυρότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες και υπάρχουν σχολεία –στην πλειονότητά τους δημόσια– που καταφέρνουν να πλησιάσουν ή ακόμη και να ξεπεράσουν σημαντικά τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στόχος της εκπαιδευτικής πολιτικής πλέον, είναι αυτές οι μικρές αλλά υπαρκτές ενδείξεις σταθεροποίησης να μετατραπούν σε πραγματική μαθησιακή ανάκαμψη.
Πηγή: protothema.gr
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε



.gif)



















