Συνεντεύξεις

Βασίλης Κορκίδης: «Η πραγματική οικονομία χρειάζεται χαμηλότερο κόστος και όχι μόνο χαμηλότερο πληθωρισμό»

Κορκίδης Βασίλης
Σύνοψη
  • Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη είναι θετική, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλότερο πληθωρισμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επηρεάζοντας την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
  • Το επιχειρηματικό κόστος στην Ελλάδα παραμένει αυξημένο, κυρίως λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους και των μεταφορών, με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να απορροφούν τις ανατιμήσεις για να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
  • Η ουσιαστική αποκλιμάκωση του κόστους παραγωγής και λειτουργίας είναι κρίσιμη για την ενίσχυση των επενδύσεων και της κατανάλωσης, πέρα από τη μείωση του γενικού δείκτη πληθωρισμού.
  • Απαιτείται μόνιμο πλαίσιο πολιτικών για τη μείωση του επιχειρηματικού κόστους, με έμφαση στη μείωση των επιβαρύνσεων στην ενέργεια και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια, το υψηλό κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και οι διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την οικονομία, ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ κ. Βασίλης Κορκίδης, καταθέτει τη δική του ανάλυση για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αγορά.
• Με αφορμή τις πρόσφατες ανακοινώσεις σχετικά με τα στοιχεία της Eurostat για τον πληθωρισμό, θα ήθελα το σχόλιό σας.
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη αποτελεί μια θετική εξέλιξη, καθώς δείχνει ότι, οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσαν οι ενεργειακές αναταράξεις αρχίζουν να υποχωρούν. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat ο πληθωρισμός για την Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,9% τον Ιούνιο, από 4,9% τον Μάιο και έναντι 3,6% τον Ιούνιο του 2025. Η ευρωπαϊκή στατιστική αρχή εκτιμά τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη στο 2,8%, έναντι 3,2% τον Μάιο.
Η χώρα μας συνεχίζει να εμφανίζει υψηλότερο πληθωρισμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που περιορίζει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και διατηρεί αυξημένο το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στο λιανεμπόριο, στις υπηρεσίες και στη μεταποίηση. Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να επηρεάζεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις μεταφορές, τα ενοίκια και τις υπηρεσίες, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις απορροφούν σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων, προκειμένου να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τις τιμές τους.
Για τον επιχειρηματικό κόσμο, το ζητούμενο, πλέον, δεν είναι μόνο η μείωση του γενικού δείκτη πληθωρισμού, αλλά η ουσιαστική αποκλιμάκωση του κόστους παραγωγής και λειτουργίας τους.
Μόνο έτσι θα μπορέσουν να ενισχυθούν οι επενδύσεις, να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και να δημιουργηθεί χώρος για σταθερή αύξηση της κατανάλωσης. Ο ΔΤΚ που παρακολουθεί η EΛΣΤΑΤ για την αναπροσαρμογή των μακροοικονομικών μεγεθών και βασικά του ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να κλείσει το α’ εξάμηνο στο 4%.
Ως εκ τούτου, η αποκλιμάκωση και σταθεροποίηση του πληθωρισμού κοντά στα ευρωπαϊκά επίπεδα το β’ εξάμηνο αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας. Όμως, η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μειωθεί το κόστος ζωής και το κόστος του επιχειρείν ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της αγοράς και να ενισχυθεί η κατανάλωση.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς θεωρεί ότι, απαιτείται ένα μόνιμο πλαίσιο πολιτικών που θα μειώνει το επιχειρηματικό κόστος, με χαμηλότερες επιβαρύνσεις στην ενέργεια, ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αλυσίδες εφοδιασμού, ταχύτερο ψηφιακό μετασχηματισμό και φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις.
Τέλος, είναι αναγκαία η ενίσχυση των εισοδημάτων εργοδοτών και εργαζομένων μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας και όχι μέσω προσωρινών μέτρων. Η πραγματική οικονομία χρειάζεται χαμηλότερο κόστος και όχι μόνο χαμηλότερο πληθωρισμό.
• Κατά την εκτίμησή σας, οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης για αποκλιμάκωση των τιμών από τον Σεπτέμβριο, είναι αρκετά για να βοηθήσουν την αγορά; Θα μπορούσαν να ισχύσουν άμεσα ώστε να μην περιμένουμε ακόμη δύο μήνες;
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ελέγχους και σε πρόστιμα, ούτε και σε κρατικές παρεμβάσεις με πλαφόν. Απαιτείται μια ευρύτερη «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία» μεταξύ Πολιτείας, προμηθευτών, βιομηχανίας, εμπορίου και λιανεμπορίου, με κοινό στόχο τη συγκράτηση των τιμών και την προστασία της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι, η εμπιστοσύνη του καταναλωτή αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιό τους. Σε μια περίοδο που το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να πιέζεται, οφείλουμε να περιορίσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τα περιθώρια κέρδους, όπου αυτό είναι εφικτό και να «προεξοφλήσουμε» τη μείωση του κόστους αντικατάστασης στις τελικές τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης προς όφελος όλων. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας και η ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών απαιτούν υπευθυνότητα, συνεννόηση και μια ουσιαστική εθνική και κοινωνική συμφωνία.
Οι επιχειρήσεις, οι επαγγελματίες, οι αγρότες, οι βιοτέχνες και όλοι όσοι παράγουν πλούτο και δημιουργούν θέσεις εργασίας αποτελούν βασικό πυλώνα οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ένα συνεκτικό πλέγμα παρεμβάσεων, τόσο για το πάγωμα τιμών του επόμενου διμήνου, όσο και για τις μειώσεις από τον Σεπτέμβριο, που θα ενισχύει τη λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών. Η μείωση των έμμεσων φόρων στα βασικά αγαθά και στην ενέργεια, η περιστολή του μη μισθολογικού κόστους, που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και, κυρίως, η διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά, αποτελούν ουσιαστικές παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων και στη συγκράτηση των τιμών. Η Πολιτεία καλείται να διασφαλίσει ένα φιλικό φορολογικό περιβάλλον, να μειώσει το ενεργειακό και διοικητικό κόστος και να αποτρέψει αθέμιτες πρακτικές. Μια φορολογική μεταρρύθμιση με «δύο συντελεστές ΦΠΑ» θα μπορέσει να διατηρήσει τα δημόσια έσοδα στα ίδια επίπεδα και παράλληλα, να πάψει η ελληνική αγορά να είναι ακριβή για τους Έλληνες και φθηνή για τους τουρίστες.
• Το τέλος των 3 ευρώ στα μικροδέματα από τις δημοφιλείς πλατφόρμες, μπορεί να δώσει ουσιαστικές λύσεις στον αθέμιτο ανταγωνισμό που δημιουργείται;
Η επιβολή τέλους περίπου 3 ευρώ στα μικροδέματα χαμηλής αξίας από πλατφόρμες, όπως η Temu, η Shein και άλλοι ασιατικοί πωλητές στοχεύει, κυρίως, στη μείωση ενός ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που είχαν έναντι των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Το τέλος των 3 ευρώ είναι περισσότερο διορθωτικό, παρά προστατευτικό μέτρο. Δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει τις κινεζικές πλατφόρμες από την ευρωπαϊκή αγορά, αλλά στο να καλύψει μέρος του κόστους των τελωνειακών ελέγχων και να περιορίσει μια στρέβλωση που ευνοούσε τις πολύ χαμηλής αξίας εισαγωγές. Εάν εφαρμοστεί μαζί με αποτελεσματικούς ελέγχους και συνεπή επιβολή των κανόνων, μπορεί να συμβάλει σε πιο ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Από μόνο του, όμως, είναι απίθανο να αλλάξει ριζικά το επιχειρηματικό μοντέλο των μεγάλων διεθνών πλατφορμών ή να ανατρέψει τη σημαντική διαφορά τιμών που συχνά εξακολουθούν να προσφέρουν.
• Βρισκόμαστε ήδη στον Ιούλιο και μετά το σοκ που προκάλεσε η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, μπορούμε να μιλάμε για επιστροφή της παγκόσμιας οικονομίας, στην κανονικότητα; Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση σήμερα;
Στο ερώτημα «Μπορούμε να μιλάμε για επιστροφή στην κανονικότητα» η απάντηση είναι ναι, αλλά με επιφυλάξεις. Η παγκόσμια οικονομία έχει απομακρυνθεί από τη διαδοχή σοκ, που χαρακτήρισε την περίοδο 2020–2024 (πανδημία, ενεργειακή κρίση, εκτίναξη του πληθωρισμού, επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων).
Ωστόσο, η «νέα κανονικότητα» διαφέρει από εκείνη πριν από το 2020:
-οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλότεροι,
-οι αλυσίδες εφοδιασμού είναι πιο διαφοροποιημένες αλλά και ακριβότερες,
-οι κυβερνήσεις επενδύουν περισσότερο στην ενεργειακή και τεχνολογική ασφάλεια,
-οι επιχειρήσεις λειτουργούν με μεγαλύτερη έμφαση στην ανθεκτικότητα παρά μόνο στη μείωση του κόστους.
Με άλλα λόγια, η οικονομία δεν βρίσκεται πλέον σε κατάσταση κρίσης, αλλά ούτε έχει επιστρέψει στο σχετικά προβλέψιμο περιβάλλον της δεκαετίας του 2010. Η σημερινή περίοδος χαρακτηρίζεται από χαμηλότερο πληθωρισμό και σταθερότερες αγορές, αλλά και από μια μόνιμα αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα που οι επενδυτές και οι κυβερνήσεις έχουν μάθει να ενσωματώνουν στις αποφάσεις τους.
• Μιλήστε μας για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028–2034. Πώς μπορεί να τον αξιοποιήσει η Ελλάδα;
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον νέο Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2028–2034, ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, σηματοδοτεί αλλαγή στις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίνοντας έμφαση στις στρατηγικές επενδύσεις, αντί των παραδοσιακών επιδοτήσεων. Βασικοί στόχοι είναι η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, η ενεργειακή ασφάλεια, η ενίσχυση της άμυνας, η ανταγωνιστικότητα και η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, ο νέος προϋπολογισμός δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες στους τομείς της ναυτιλίας, των λιμανιών, της ενέργειας, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της αμυντικής βιομηχανίας. Παράλληλα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να επωφεληθούν από προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού, καινοτομίας και τεχνητής νοημοσύνης.
Η χώρα έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους, αρκεί να τους αξιοποιήσει αποτελεσματικά, μετατρέποντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα σε ανάπτυξη, επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται στρατηγικός σχεδιασμός, κατάλληλες υποδομές και ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας απέναντι σε εξωτερικές προκλήσεις.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.