ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δικαστική ήττα για τη ΔΕΥΑΡ: Η προστασία από τις οφειλές της προς την Περιφέρεια κρέμονται ξεκάθαρα από την πιστή τήρηση της ρύθμισης

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
ΦΡΑΓΜΑ ΓΑΔΟΥΡΑ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Το Γ’ Τμήμα του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τείου Πειραιά απέρ­ριψε το αίτημα της Δημο­τι­κής Επι­χεί­ρη­σης Ύδρευ­σης Απο­χέ­τευ­σης Ρόδου για ανα­δρο­μική άρση των κατα­σχέ­σεων.
  • Η απόφαση ξεκα­θά­ρισε ότι η προ­στα­σία ισχύει μόνο για το μέλλον και παύει αν δια­κο­πεί η εξυ­πη­ρέ­τηση του δια­κα­νο­νι­σμού.
  • Η επι­χεί­ρηση είχε ζητήσει διευ­κρι­νί­σεις σχετικά με την προη­γού­μενη απόφαση, αλλά το δικα­στή­ριο δεν βρήκε καμία ασάφεια στη δια­τύ­πωσή της.
  • Η απο­δέ­σμευση των λογα­ρια­σμών ισχύει μόνο για ποσά που θα πιστω­θούν στο μέλλον και όχι για χρήματα που βρί­σκο­νταν στους λογα­ρια­σμούς πριν από τις κατα­σχέ­σεις.

• Με την υπ’ αριθμόν Α201/2026 απόφασή του το Γ’ Τμήμα του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τείου Πειραιά απέρ­ριψε το αίτημα της δημο­τι­κής επι­χεί­ρη­σης για πλήρη και ανα­δρο­μική άρση των κατα­σχέ­σεων. Το δικα­στή­ριο ξεκα­θά­ρισε ότι το μέτρο που είχε δια­τά­ξει ισχύει μόνο για το μέλλον και παύει αυτο­μά­τως εφόσον δια­κο­πεί η εξυ­πη­ρέ­τηση του δια­κα­νο­νι­σμού

Νέο επει­σό­διο προ­στί­θε­ται στη δικα­στική περι­πέ­τεια της Δημο­τι­κής Επι­χεί­ρη­σης Ύδρευ­σης Απο­χέ­τευ­σης Ρόδου, με κατά­ληξη δυσμενή για την ίδια. Το Γ’ Τμήμα του Διοι­κη­τι­κού Εφε­τείου Πειραιά, σε τριμελή σύνθεση, απέρ­ριψε την αίτηση της επι­χεί­ρη­σης με την οποία επι­δί­ωκε να ερμη­νευ­θεί υπέρ της προη­γού­με­νης από­φα­σης που είχε δια­τά­ξει την απο­δέ­σμευση δεσμευ­μέ­νων τρα­πε­ζι­κών της λογα­ρια­σμών.

Με την υπ’ αριθμόν Α201/2026 απόφαση, το δικα­στή­ριο όχι απλώς δεν διεύ­ρυνε το ευερ­γέ­τημα που είχε χορη­γή­σει, αλλά επα­νέ­λαβε με έμφαση τον όρο που το συνο­δεύει. Η προ­στα­σία δια­τη­ρεί­ται μόνο για όσο διά­στημα η επι­χεί­ρηση τηρεί τη ρύθμιση των οφειλών της προς τη φορο­λο­γική αρχή και εκλεί­πει αυτο­μά­τως μόλις δια­κο­πεί, για οποιον­δή­ποτε λόγο.

Το αίτημα που έφερε ξανά την υπόθεση  ενώπιον του εφε­τείου

Η δημο­τική επι­χεί­ρηση κατέ­θεσε στις 3 Δεκεμ­βρίου 2025 αίτηση διόρ­θω­σης και ερμη­νείας, με βάση τα άρθρα 109 και 110 του Κώδικα Διοι­κη­τι­κής Δικο­νο­μίας, ζητώ­ντας να απο­σα­φη­νι­στεί το δια­τα­κτικό προη­γού­με­νης από­φα­σης του ίδιου δικα­στη­ρίου, της υπ’ αριθμόν Ν35/2025. Η απόφαση εκείνη είχε εκδοθεί επί αιτή­σεως ανα­στο­λής που είχε υπο­βά­λει ο φορέας στις 30 Ιουνίου 2025 και αφο­ρούσε τις προ­σβαλ­λό­με­νες πράξεις για την επίμαχη οφειλή.

Με την αίτηση ερμη­νείας, η επι­χεί­ρηση υπο­στή­ριξε ότι η δια­τύ­πωση της κρί­σι­μης σκέψης της προη­γού­με­νης από­φα­σης δημιουρ­γούσε εύλογες αμφι­βο­λίες ως προς την έκταση και το εύρος του μέτρου που είχε δια­τα­χθεί. Το ερώτημα που έθεσε ήταν διπλό. Αφενός, αν η απο­δέ­σμευση των λογα­ρια­σμών ίσχυε για το μέλλον ή ανα­δρο­μικά, από τη στιγμή που επι­βλή­θη­καν οι κατα­σχέ­σεις. Αφε­τέ­ρου, αν αφο­ρούσε μόνο στα ποσά που πιστώ­νο­νταν στους λογα­ρια­σμούς από την έκδοση της από­φα­σης Ν35/2025 και έπειτα ή αν επρό­κειτο για πλήρη απο­δέ­σμευση, που θα κάλυπτε και τα χρήματα που βρί­σκο­νταν ήδη στους λογα­ρια­σμούς πριν από την κατά­σχεση.

Η ΔΕΥΑΡ ζητούσε να επι­λυ­θεί η φερό­μενη ασάφεια υπέρ της πλήρους απο­δέ­σμευ­σης, με το επι­χεί­ρημα ότι μόνο έτσι εξυ­πη­ρε­τεί­ται ο σκοπός του μέτρου, δηλαδή η συνέ­χιση της λει­τουρ­γίας της.

ΦΡΑΓΜΑ ΓΑΔΟΥΡΑ

Τι έκρινε το δικα­στή­ριο

Το Εφετείο απέρ­ριψε την αίτηση στο σύνολό της. Έκρινε ότι ουδεμία ασάφεια υφί­στα­ται στη δια­τύ­πωση της προη­γού­με­νης από­φα­σης και ότι δεν δημιουρ­γεί­ται καμία αμφι­βο­λία ούτε από το σκε­πτικό ούτε από το δια­τα­κτικό της, τα οποία, όπως σημεί­ωσε, δεν εμφα­νί­ζουν αντί­θεση μεταξύ τους. Το δικα­στή­ριο υπεν­θύ­μισε ότι τόσο η διόρ­θωση όσο και η ερμη­νεία μιας από­φα­σης έχουν εξαι­ρε­τικό χαρα­κτήρα και επι­τρέ­πο­νται μόνο εφόσον δεν προ­στί­θε­νται νέες δια­τά­ξεις, δεν αλλοιώ­νε­ται η έννοιά της και δεν επι­διώ­κε­ται η διεύ­ρυνση των σκέψεων του δικα­στη­ρίου.

Στην ουσία, διευ­κρί­νισε ότι η απο­δέ­σμευση είχε δια­τα­χθεί για το εφεξής χρονικό διά­στημα και όχι ανα­δρο­μικά, αφο­ρώ­ντας στα ποσά που κατα­τί­θε­νται στους λογα­ρια­σμούς της επι­χεί­ρη­σης μετά την έκδοση της από­φα­σης. Έτσι, το αίτημα για πλήρη και ανα­δρο­μική άρση των δεσμεύ­σεων δεν βρήκε έρεισμα. Όπως ανα­φέ­ρε­ται στην απόφαση, η επι­χεί­ρηση εσφαλ­μένα απέδιδε ουσια­στική αντί­φαση στη δικα­νική κρίση, ενώ στην πραγ­μα­τι­κό­τητα δεν υπήρχε ασυμ­φω­νία ανάμεσα σε εκείνο που θέλησε το δικα­στή­ριο και σε εκείνο που δια­τύ­πωσε.

Ο όρος που κρατά ζωντανή την προ­στα­σία

Το κρι­σι­μό­τερο σημείο της από­φα­σης είναι η επα­να­βε­βαί­ωση του όρου υπό τον οποίο ισχύει το μέτρο. Το δικα­στή­ριο τόνισε ότι σε περί­πτωση που η επι­χεί­ρηση στα­μα­τή­σει, για οποιον­δή­ποτε λόγο, να εξυ­πη­ρε­τεί τη ρύθμιση που είχε συμ­φω­νή­σει με τη φορο­λο­γική υπη­ρε­σία στις 19 Ιουνίου 2025, παύει αυτο­μά­τως και η ισχύς του μέτρου. Από τη στιγμή εκείνη, όλα τα ποσά που θα κατα­τί­θε­νται στους λογα­ρια­σμούς θα δεσμεύ­ο­νται εκ νέου, χωρίς η ΔΕΥΑΡ να μπορεί να τα χρη­σι­μο­ποι­ή­σει.

Με τη δια­τύ­πωση αυτή, η προ­στα­σία που απο­λαμ­βά­νει η επι­χεί­ρηση δεν είναι ούτε άνευ όρων ούτε διαρκής. Λει­τουρ­γεί ως αντι­στάθ­μι­σμα και τελεί σε άμεση εξάρ­τηση από τη συνέ­πεια του φορέα απέ­να­ντι στον δια­κα­νο­νι­σμό. Όπως προ­κύ­πτει από το σκε­πτικό, ο όρος αυτός συμπε­ρι­λή­φθηκε σκο­πί­μως ως διαρκής υπό­μνηση, ώστε να ισχύει μέχρι την έκδοση ορι­στι­κής από­φα­σης επί της ουσίας της κύριας δια­φο­ράς.

Οι κατα­σχέ­σεις και τα ποσά που έχουν ήδη εισπρα­χθεί

Από το ιστο­ρικό που απο­τυ­πώ­νε­ται στην απόφαση προ­κύ­πτει ότι η οφειλή είχε ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση, την οποία η επι­χεί­ρηση εξυ­πη­ρε­τούσε κανο­νικά, κατα­βάλ­λο­ντας 151.968,04 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που δεν αμφι­σβη­τή­θηκε από κανέναν διάδικο. Παράλ­ληλα, παρέ­με­ναν σε ισχύ κατα­σχέ­σεις που είχε επι­βά­λει η περι­φε­ρειακή αρχή στις 18 Ιουνίου 2025 σε λογα­ρια­σμούς που τηρεί ο φορέας σε τέσ­σε­ρις τρά­πε­ζες, παρά την ύπαρξη της ρύθ­μι­σης.

Το δικα­στή­ριο κατέ­γραψε ότι, λόγω της μερικής ευδο­κί­μη­σης των κατα­σχέ­σεων, της εξυ­πη­ρέ­τη­σης της ρύθ­μι­σης και άλλων κατα­βο­λών, η περι­φε­ρειακή αρχή είχε ήδη εισπρά­ξει ποσό άνω των 2.000.000 ευρώ. Στο πλαίσιο της στάθ­μι­σης των αντι­τι­θέ­με­νων συμ­φε­ρό­ντων, αξιο­λό­γησε ως βάσιμο τον ισχυ­ρι­σμό ότι δεν επα­πει­λεί­ται βλάβη της επι­χεί­ρη­σης, καθώς οι ισο­λο­γι­σμοί της εμφα­νί­ζο­νταν κερ­δο­φό­ροι κάθε χρόνο την τελευ­ταία πεντα­ε­τία. Ως από­δειξη της οικο­νο­μι­κής της δυνα­τό­τη­τας, σημειώ­θηκε ότι η πρώτη δόση της ρύθ­μι­σης κατα­βλή­θηκε παρότι, μέσω των κατα­σχέ­σεων, είχαν εισπρα­χθεί από δύο τρά­πε­ζες τα ποσά των 507.644,35 ευρώ και 536.161,24 ευρώ αντί­στοιχα.

Από την άλλη πλευρά, το δικα­στή­ριο έλαβε υπόψη και τον ισχυ­ρι­σμό της περι­φε­ρεια­κής αρχής ότι η ίδια επα­πει­λεί­ται με μείζονα βλάβη, καθώς κατα­βάλ­λει από ίδια κεφά­λαια τα ποσά των εργο­λα­βι­κών συμ­βά­σεων στον ανάδοχο και ανα­μέ­νει να τα εισπρά­ξει από τη ΔΕΥΑΡ. Η συνε­χι­ζό­μενη μη κατα­βολή, υπο­στη­ρί­χθηκε, δημιουρ­γεί τερά­στιο κενό στον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό της. Με αυτά τα δεδο­μένα, το εφετείο είχε προ­κρί­νει μια εξι­σορ­ρο­πη­τική λύση, που επέ­τρεπε στην επι­χεί­ρηση να συνε­χί­ζει τις συναλ­λα­γές της με τρίτους μέσω των λογα­ρια­σμών της, δια­τη­ρώ­ντας ταυ­τό­χρονα τον όρο της τήρησης της ρύθ­μι­σης.

Το ιστο­ρικό της οφειλής των 6,5 εκα­τομ­μυ­ρίων ευρώ

Στον πυρήνα της συνο­λι­κής αντι­δι­κίας βρί­σκε­ται βεβαιω­μένη οφειλή ύψους 6.537.312,36 ευρώ, που κατα­λο­γί­στηκε σε βάρος της δημο­τι­κής επι­χεί­ρη­σης. Στο ποσό αυτό περι­λαμ­βά­νο­νται προ­σαυ­ξή­σεις 153.218,26 ευρώ, ενώ το κεφά­λαιο δια­μορ­φώ­νε­ται στα 6.384.094,10 ευρώ. Η επι­χεί­ρηση, νομικό πρόσωπο ιδιω­τι­κού δικαίου με μονα­δικό μέτοχο τον οικείο δήμο, εντό­πισε τη βεβαί­ωση μέσω του ηλε­κτρο­νι­κού φορο­λο­γι­κού συστή­μα­τος και, αφού ζήτησε διευ­κρι­νί­σεις, προ­χώ­ρησε σε άσκηση προ­σφυ­γής ανα­κο­πής κατά της περι­φε­ρεια­κής αρχής και της φορο­λο­γι­κής διοί­κη­σης.

Η ρίζα της δια­φο­ράς ανά­γε­ται σε προ­γραμ­μα­τική σύμβαση που υπε­γράφη στις 6 Ιουνίου 2022 και αφο­ρούσε την οργά­νωση και ανάθεση της λει­τουρ­γίας, συντή­ρη­σης και παρα­κο­λού­θη­σης των έργων ύδρευ­σης για διά­στημα 5 ετών. Στη συνέ­χεια η περι­φε­ρειακή αρχή συνήψε εργο­λα­βική σύμβαση παροχής υπη­ρε­σιών με ανάδοχο εται­ρεία, ύψους 18.344.717 ευρώ πλέον ΦΠΑ, με το κόστος να μετα­κυ­λί­ε­ται στη δημο­τική επι­χεί­ρηση μέσω περιο­δι­κών λογα­ρια­σμών. Από την πρώτη στιγμή ο φορέας αμφι­σβή­τησε τον τρόπο υπο­λο­γι­σμού των χρε­ώ­σεων, δια­τει­νό­με­νος ότι επι­βα­ρυ­νό­ταν με ποσά μεγα­λύ­τερα από τα πραγ­μα­τικά κόστη λει­τουρ­γίας, και κατα­ψή­φισε δια­δο­χικά τους λογα­ρια­σμούς μέσω των εκπρο­σώ­πων του στην επι­τροπή παρα­κο­λού­θη­σης, χωρίς ωστόσο να γίνουν δεκτές οι αντιρ­ρή­σεις του από την πλειο­ψη­φία. Από την πλευρά της, η περι­φε­ρειακή αρχή έχει καταγ­γεί­λει δημόσια την επι­χεί­ρηση για ασυ­νέ­πεια και έχει υπο­στη­ρί­ξει ότι η ένδικη διαφορά δημιουρ­γή­θηκε τεχνητά, προ­κει­μέ­νου να απο­φευ­χθεί η κατα­βολή των οφει­λο­μέ­νων.

Η επι­χεί­ρηση στη­ρί­ζει το αίτημά της για ακύρωση των προ­σβαλ­λό­με­νων πράξεων σε 4 αυτο­τε­λείς νομι­κούς λόγους. Ο πρώτος αφορά την αορι­στία των πράξεων, καθώς, κατά τους ισχυ­ρι­σμούς της, δεν προσ­διο­ρί­ζο­νται η αιτία της οφειλής, ο χρόνος γένεσής της και ο τρόπος υπο­λο­γι­σμού της. Ο δεύ­τε­ρος ανα­φέ­ρε­ται στη μη ορι­στι­κο­ποί­ηση του νόμιμου τίτλου, με τον φορέα να δια­τεί­νε­ται ότι ουδέ­ποτε του κοι­νο­ποι­ή­θηκε κατα­λο­γι­στική πράξη. Ο τρίτος θέτει ζήτημα μη νόμιμης χρέωσης, με το επι­χεί­ρημα ότι η εργο­λα­βική σύμβαση χρη­μα­το­δο­τεί­ται εξ ολο­κλή­ρου από δημό­σιους επεν­δυ­τι­κούς πόρους και, επο­μέ­νως, τα κατα­βλη­θέ­ντα ποσά είναι αχρε­ω­στή­τως κατα­βλη­θέ­ντα. Ο τέταρ­τος επι­κα­λεί­ται παρα­βί­αση των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοί­κη­σης, καθώς και κατά­χρηση εξου­σίας. Σε όλους αυτούς τους ισχυ­ρι­σμούς η περι­φε­ρειακή αρχή έχει τοπο­θε­τη­θεί απορ­ρί­πτο­ντάς τους.

Η εκκρε­μής  κύρια διαφορά

Η ουσια­στική ανα­μέ­τρηση παρα­μέ­νει ανοιχτή. Η απο­δέ­σμευση των λογα­ρια­σμών είχε δια­τα­χθεί ως κατάλ­ληλο μέτρο, με βάση το άρθρο 205 του Κώδικα Διοι­κη­τι­κής Δικο­νο­μίας, ώστε να ισχύει μέχρι την έκδοση ορι­στι­κής από­φα­σης επί της κύριας δια­φο­ράς. Η συζή­τηση της κύριας υπό­θε­σης ενώπιον του αρμό­διου τρι­με­λούς εφε­τείου έχει προσ­διο­ρι­στεί για την 26η Μαρτίου 2027, ύστερα από αναβολή που προ­κλή­θηκε λόγω της αποχής του δικη­γο­ρι­κού σώματος που βρι­σκό­ταν σε εξέλιξη κατά την αρχικά ορι­σθείσα δικά­σιμο.

Μέχρι τότε, η εικόνα για τη ΔΕΥΑΡ είναι πλέον σαφέ­στερη αλλά και πιο απαι­τη­τική. Η πρό­σφατη απόρ­ριψη της αίτησης ερμη­νείας δεν προ­δι­κά­ζει την έκβαση της κύριας δια­φο­ράς, καθο­ρί­ζει όμως τους όρους με τους οποίους η επι­χεί­ρηση θα φτάσει σε αυτή. Η δυνα­τό­τητα να κινεί ελεύ­θερα τα ποσά των τρα­πε­ζι­κών της λογα­ρια­σμών παρα­μέ­νει ενεργή μόνο για όσο εξυ­πη­ρε­τεί τον δια­κα­νο­νι­σμό με τη φορο­λο­γική αρχή, και κάθε διακοπή ισο­δυ­να­μεί με άμεση επα­να­φορά των δεσμεύ­σεων.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.