- Το Γ’ Τμήμα του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά απέρριψε το αίτημα της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ρόδου για αναδρομική άρση των κατασχέσεων.
- Η απόφαση ξεκαθάρισε ότι η προστασία ισχύει μόνο για το μέλλον και παύει αν διακοπεί η εξυπηρέτηση του διακανονισμού.
- Η επιχείρηση είχε ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με την προηγούμενη απόφαση, αλλά το δικαστήριο δεν βρήκε καμία ασάφεια στη διατύπωσή της.
- Η αποδέσμευση των λογαριασμών ισχύει μόνο για ποσά που θα πιστωθούν στο μέλλον και όχι για χρήματα που βρίσκονταν στους λογαριασμούς πριν από τις κατασχέσεις.
• Με την υπ’ αριθμόν Α201/2026 απόφασή του το Γ’ Τμήμα του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά απέρριψε το αίτημα της δημοτικής επιχείρησης για πλήρη και αναδρομική άρση των κατασχέσεων. Το δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι το μέτρο που είχε διατάξει ισχύει μόνο για το μέλλον και παύει αυτομάτως εφόσον διακοπεί η εξυπηρέτηση του διακανονισμού
Νέο επεισόδιο προστίθεται στη δικαστική περιπέτεια της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Ρόδου, με κατάληξη δυσμενή για την ίδια. Το Γ’ Τμήμα του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, σε τριμελή σύνθεση, απέρριψε την αίτηση της επιχείρησης με την οποία επιδίωκε να ερμηνευθεί υπέρ της προηγούμενης απόφασης που είχε διατάξει την αποδέσμευση δεσμευμένων τραπεζικών της λογαριασμών.
Με την υπ’ αριθμόν Α201/2026 απόφαση, το δικαστήριο όχι απλώς δεν διεύρυνε το ευεργέτημα που είχε χορηγήσει, αλλά επανέλαβε με έμφαση τον όρο που το συνοδεύει. Η προστασία διατηρείται μόνο για όσο διάστημα η επιχείρηση τηρεί τη ρύθμιση των οφειλών της προς τη φορολογική αρχή και εκλείπει αυτομάτως μόλις διακοπεί, για οποιονδήποτε λόγο.
Το αίτημα που έφερε ξανά την υπόθεση ενώπιον του εφετείου
Η δημοτική επιχείρηση κατέθεσε στις 3 Δεκεμβρίου 2025 αίτηση διόρθωσης και ερμηνείας, με βάση τα άρθρα 109 και 110 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ζητώντας να αποσαφηνιστεί το διατακτικό προηγούμενης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, της υπ’ αριθμόν Ν35/2025. Η απόφαση εκείνη είχε εκδοθεί επί αιτήσεως αναστολής που είχε υποβάλει ο φορέας στις 30 Ιουνίου 2025 και αφορούσε τις προσβαλλόμενες πράξεις για την επίμαχη οφειλή.
Με την αίτηση ερμηνείας, η επιχείρηση υποστήριξε ότι η διατύπωση της κρίσιμης σκέψης της προηγούμενης απόφασης δημιουργούσε εύλογες αμφιβολίες ως προς την έκταση και το εύρος του μέτρου που είχε διαταχθεί. Το ερώτημα που έθεσε ήταν διπλό. Αφενός, αν η αποδέσμευση των λογαριασμών ίσχυε για το μέλλον ή αναδρομικά, από τη στιγμή που επιβλήθηκαν οι κατασχέσεις. Αφετέρου, αν αφορούσε μόνο στα ποσά που πιστώνονταν στους λογαριασμούς από την έκδοση της απόφασης Ν35/2025 και έπειτα ή αν επρόκειτο για πλήρη αποδέσμευση, που θα κάλυπτε και τα χρήματα που βρίσκονταν ήδη στους λογαριασμούς πριν από την κατάσχεση.
Η ΔΕΥΑΡ ζητούσε να επιλυθεί η φερόμενη ασάφεια υπέρ της πλήρους αποδέσμευσης, με το επιχείρημα ότι μόνο έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός του μέτρου, δηλαδή η συνέχιση της λειτουργίας της.

Τι έκρινε το δικαστήριο
Το Εφετείο απέρριψε την αίτηση στο σύνολό της. Έκρινε ότι ουδεμία ασάφεια υφίσταται στη διατύπωση της προηγούμενης απόφασης και ότι δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ούτε από το σκεπτικό ούτε από το διατακτικό της, τα οποία, όπως σημείωσε, δεν εμφανίζουν αντίθεση μεταξύ τους. Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι τόσο η διόρθωση όσο και η ερμηνεία μιας απόφασης έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα και επιτρέπονται μόνο εφόσον δεν προστίθενται νέες διατάξεις, δεν αλλοιώνεται η έννοιά της και δεν επιδιώκεται η διεύρυνση των σκέψεων του δικαστηρίου.
Στην ουσία, διευκρίνισε ότι η αποδέσμευση είχε διαταχθεί για το εφεξής χρονικό διάστημα και όχι αναδρομικά, αφορώντας στα ποσά που κατατίθενται στους λογαριασμούς της επιχείρησης μετά την έκδοση της απόφασης. Έτσι, το αίτημα για πλήρη και αναδρομική άρση των δεσμεύσεων δεν βρήκε έρεισμα. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η επιχείρηση εσφαλμένα απέδιδε ουσιαστική αντίφαση στη δικανική κρίση, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ασυμφωνία ανάμεσα σε εκείνο που θέλησε το δικαστήριο και σε εκείνο που διατύπωσε.
Ο όρος που κρατά ζωντανή την προστασία
Το κρισιμότερο σημείο της απόφασης είναι η επαναβεβαίωση του όρου υπό τον οποίο ισχύει το μέτρο. Το δικαστήριο τόνισε ότι σε περίπτωση που η επιχείρηση σταματήσει, για οποιονδήποτε λόγο, να εξυπηρετεί τη ρύθμιση που είχε συμφωνήσει με τη φορολογική υπηρεσία στις 19 Ιουνίου 2025, παύει αυτομάτως και η ισχύς του μέτρου. Από τη στιγμή εκείνη, όλα τα ποσά που θα κατατίθενται στους λογαριασμούς θα δεσμεύονται εκ νέου, χωρίς η ΔΕΥΑΡ να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει.
Με τη διατύπωση αυτή, η προστασία που απολαμβάνει η επιχείρηση δεν είναι ούτε άνευ όρων ούτε διαρκής. Λειτουργεί ως αντιστάθμισμα και τελεί σε άμεση εξάρτηση από τη συνέπεια του φορέα απέναντι στον διακανονισμό. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, ο όρος αυτός συμπεριλήφθηκε σκοπίμως ως διαρκής υπόμνηση, ώστε να ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της κύριας διαφοράς.
Οι κατασχέσεις και τα ποσά που έχουν ήδη εισπραχθεί
Από το ιστορικό που αποτυπώνεται στην απόφαση προκύπτει ότι η οφειλή είχε ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση, την οποία η επιχείρηση εξυπηρετούσε κανονικά, καταβάλλοντας 151.968,04 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν διάδικο. Παράλληλα, παρέμεναν σε ισχύ κατασχέσεις που είχε επιβάλει η περιφερειακή αρχή στις 18 Ιουνίου 2025 σε λογαριασμούς που τηρεί ο φορέας σε τέσσερις τράπεζες, παρά την ύπαρξη της ρύθμισης.
Το δικαστήριο κατέγραψε ότι, λόγω της μερικής ευδοκίμησης των κατασχέσεων, της εξυπηρέτησης της ρύθμισης και άλλων καταβολών, η περιφερειακή αρχή είχε ήδη εισπράξει ποσό άνω των 2.000.000 ευρώ. Στο πλαίσιο της στάθμισης των αντιτιθέμενων συμφερόντων, αξιολόγησε ως βάσιμο τον ισχυρισμό ότι δεν επαπειλείται βλάβη της επιχείρησης, καθώς οι ισολογισμοί της εμφανίζονταν κερδοφόροι κάθε χρόνο την τελευταία πενταετία. Ως απόδειξη της οικονομικής της δυνατότητας, σημειώθηκε ότι η πρώτη δόση της ρύθμισης καταβλήθηκε παρότι, μέσω των κατασχέσεων, είχαν εισπραχθεί από δύο τράπεζες τα ποσά των 507.644,35 ευρώ και 536.161,24 ευρώ αντίστοιχα.
Από την άλλη πλευρά, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό της περιφερειακής αρχής ότι η ίδια επαπειλείται με μείζονα βλάβη, καθώς καταβάλλει από ίδια κεφάλαια τα ποσά των εργολαβικών συμβάσεων στον ανάδοχο και αναμένει να τα εισπράξει από τη ΔΕΥΑΡ. Η συνεχιζόμενη μη καταβολή, υποστηρίχθηκε, δημιουργεί τεράστιο κενό στον προϋπολογισμό της. Με αυτά τα δεδομένα, το εφετείο είχε προκρίνει μια εξισορροπητική λύση, που επέτρεπε στην επιχείρηση να συνεχίζει τις συναλλαγές της με τρίτους μέσω των λογαριασμών της, διατηρώντας ταυτόχρονα τον όρο της τήρησης της ρύθμισης.
Το ιστορικό της οφειλής των 6,5 εκατομμυρίων ευρώ
Στον πυρήνα της συνολικής αντιδικίας βρίσκεται βεβαιωμένη οφειλή ύψους 6.537.312,36 ευρώ, που καταλογίστηκε σε βάρος της δημοτικής επιχείρησης. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται προσαυξήσεις 153.218,26 ευρώ, ενώ το κεφάλαιο διαμορφώνεται στα 6.384.094,10 ευρώ. Η επιχείρηση, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με μοναδικό μέτοχο τον οικείο δήμο, εντόπισε τη βεβαίωση μέσω του ηλεκτρονικού φορολογικού συστήματος και, αφού ζήτησε διευκρινίσεις, προχώρησε σε άσκηση προσφυγής ανακοπής κατά της περιφερειακής αρχής και της φορολογικής διοίκησης.
Η ρίζα της διαφοράς ανάγεται σε προγραμματική σύμβαση που υπεγράφη στις 6 Ιουνίου 2022 και αφορούσε την οργάνωση και ανάθεση της λειτουργίας, συντήρησης και παρακολούθησης των έργων ύδρευσης για διάστημα 5 ετών. Στη συνέχεια η περιφερειακή αρχή συνήψε εργολαβική σύμβαση παροχής υπηρεσιών με ανάδοχο εταιρεία, ύψους 18.344.717 ευρώ πλέον ΦΠΑ, με το κόστος να μετακυλίεται στη δημοτική επιχείρηση μέσω περιοδικών λογαριασμών. Από την πρώτη στιγμή ο φορέας αμφισβήτησε τον τρόπο υπολογισμού των χρεώσεων, διατεινόμενος ότι επιβαρυνόταν με ποσά μεγαλύτερα από τα πραγματικά κόστη λειτουργίας, και καταψήφισε διαδοχικά τους λογαριασμούς μέσω των εκπροσώπων του στην επιτροπή παρακολούθησης, χωρίς ωστόσο να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις του από την πλειοψηφία. Από την πλευρά της, η περιφερειακή αρχή έχει καταγγείλει δημόσια την επιχείρηση για ασυνέπεια και έχει υποστηρίξει ότι η ένδικη διαφορά δημιουργήθηκε τεχνητά, προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή των οφειλομένων.
Η επιχείρηση στηρίζει το αίτημά της για ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων σε 4 αυτοτελείς νομικούς λόγους. Ο πρώτος αφορά την αοριστία των πράξεων, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν προσδιορίζονται η αιτία της οφειλής, ο χρόνος γένεσής της και ο τρόπος υπολογισμού της. Ο δεύτερος αναφέρεται στη μη οριστικοποίηση του νόμιμου τίτλου, με τον φορέα να διατείνεται ότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε καταλογιστική πράξη. Ο τρίτος θέτει ζήτημα μη νόμιμης χρέωσης, με το επιχείρημα ότι η εργολαβική σύμβαση χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από δημόσιους επενδυτικούς πόρους και, επομένως, τα καταβληθέντα ποσά είναι αχρεωστήτως καταβληθέντα. Ο τέταρτος επικαλείται παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, καθώς και κατάχρηση εξουσίας. Σε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς η περιφερειακή αρχή έχει τοποθετηθεί απορρίπτοντάς τους.
Η εκκρεμής κύρια διαφορά
Η ουσιαστική αναμέτρηση παραμένει ανοιχτή. Η αποδέσμευση των λογαριασμών είχε διαταχθεί ως κατάλληλο μέτρο, με βάση το άρθρο 205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ώστε να ισχύει μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κύριας διαφοράς. Η συζήτηση της κύριας υπόθεσης ενώπιον του αρμόδιου τριμελούς εφετείου έχει προσδιοριστεί για την 26η Μαρτίου 2027, ύστερα από αναβολή που προκλήθηκε λόγω της αποχής του δικηγορικού σώματος που βρισκόταν σε εξέλιξη κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο.
Μέχρι τότε, η εικόνα για τη ΔΕΥΑΡ είναι πλέον σαφέστερη αλλά και πιο απαιτητική. Η πρόσφατη απόρριψη της αίτησης ερμηνείας δεν προδικάζει την έκβαση της κύριας διαφοράς, καθορίζει όμως τους όρους με τους οποίους η επιχείρηση θα φτάσει σε αυτή. Η δυνατότητα να κινεί ελεύθερα τα ποσά των τραπεζικών της λογαριασμών παραμένει ενεργή μόνο για όσο εξυπηρετεί τον διακανονισμό με τη φορολογική αρχή, και κάθε διακοπή ισοδυναμεί με άμεση επαναφορά των δεσμεύσεων.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













