Ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια υπόθεση που μετρά πάνω από 15 χρόνια δικαστικών διαδρομών έγραψε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου Β’ Βαθμού, αποδεχόμενο το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής που είχε επιβληθεί σε αλλοδαπή, ηλικίας 54 ετών, αλβανικής υπηκοότητας, για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση.
Η απόφαση φέρει αυξημένο ενδιαφέρον, καθώς αφορά μια υπόθεση που είχε καταγραφεί στα δικαστικά χρονικά της Δωδεκανήσου με ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό αποτύπωμα και είχε δοκιμαστεί επανειλημμένα σε διάφορους βαθμούς κρίσης.
Η ποινή και το πλαίσιο της αναστολής
Η κατηγορούμενη είχε καταδικαστεί σε ποινή καθείρξεως πέντε ετών και έξι μηνών για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση, που, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, φέρεται τελεσθείσα στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από 4 Αυγούστου 2003 έως 4 Μαΐου 2006 και συνίστατο στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της.
Η υπεράσπιση, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνών κ. Κωνσταντίνου Β. Ντάλτα, κατέθεσε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής παράλληλα με το ένδικο μέσο της αναίρεσης που έχει ήδη ασκηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το δικαστήριο, αξιολογώντας τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, υπό τον όρο της απαγόρευσης εξόδου της κατηγορουμένης από τη χώρα, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αναιρέσεως.
Οι λόγοι που επικαλέστηκε η υπεράσπιση
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε σωρεία λόγων που, κατά τους ισχυρισμούς της, καθιστούν την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα. Μεταξύ αυτών αναπτύχθηκε ζήτημα σχετικής ακυρότητας ως προς την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, με τη θέση ότι κατά την επίδοση δεν αναζητήθηκαν τα πρόσωπα που ρητώς προβλέπει το άρθρο 155 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ στο αποδεικτικό επιδόσεως, όπως υποστηρίχθηκε, δεν αναγραφόταν η διεύθυνση κατοικίας του προσληφθέντος μάρτυρα.
Παράλληλα, προβλήθηκε ζήτημα υπέρβασης εξουσίας, με τον ισχυρισμό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο φέρεται να καταδίκασε την κατηγορούμενη για πράξη βαρύτερη από εκείνη για την οποία είχε πρωτοδίκως κηρυχθεί ένοχη, δεχόμενο ότι τα επίμαχα τιμολόγια εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους και όχι για μερικώς εικονικές συναλλαγές, όπως είχε γίνει δεκτό σε πρώτο βαθμό. Επιπροσθέτως, η υπεράσπιση επικαλέστηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με αναφορά στην εξέταση μάρτυρος που, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν είχε γνωστοποιηθεί προηγουμένως και δεν είχε άμεση και προσωπική γνώση επί της επίμαχης έκθεσης ελέγχου, η οποία είχε συνταχθεί το 2008 από υπαλλήλους που πλέον δεν υπηρετούν στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου.
Σημαντική θέση στους λόγους κατέλαβε και το ζήτημα της απόρριψης των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου σύννομου βίου, της μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, με την υπεράσπιση να κάνει λόγο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθώς και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Η μακρά διαδρομή της υπόθεσης
Η υπόθεση είχε οδηγήσει το 2011 σε καταδικαστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την επιβολή ποινής κάθειρξης 7 ετών εις βάρος της κατηγορουμένης, που εκδικάστηκε ερήμην. Με απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου τον Μάιο του 2024, ομοφώνως και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, ανεστάλη η εκτέλεση της εν λόγω ποινής, ενώ ακολούθησε η υπ’ αριθμ. 1136/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε προηγούμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παρέπεμψε εκ νέου την υπόθεση προς εκδίκαση. Η νέα κρίση που εξήχθη στις 19 Ιανουαρίου 2026 με προεδρική διαδικασία, κατέληξε στην επιβολή της σημερινής ποινής, η εκτέλεση της οποίας τελεί πλέον υπό αναστολή.
Το οικονομικό αποτύπωμα της υπόθεσης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, στο επίκεντρο βρέθηκε ατομική επιχείρηση που είχε κάνει έναρξη εργασιών στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, με δηλωθέν αντικείμενο την παροχή κατασκευαστικών υπηρεσιών. Από τους ελέγχους που είχαν διενεργηθεί, καταγράφηκαν επεκτάσεις δραστηριότητας σε διάφορες Δ.Ο.Υ. της χώρας, με αντικείμενα που, σύμφωνα με τα ευρήματα, δεν συνδέονταν με την αρχική έναρξη, ενώ δεν εντοπίστηκε πραγματική έδρα επιχείρησης. Η δικογραφία είχε αποδώσει στην επίμαχη δραστηριότητα τη διακίνηση πλαστών και εικονικών τιμολογίων επί τετραετία, συνολικής αξίας 2.203.000 ευρώ, ενώ τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί φέρονται να ανήλθαν συνολικά σε 4.400.000 ευρώ.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της υπόθεσης είχε καταγραφεί και εμπλοκή δύο μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων της Μυκόνου, οι οποίες, σύμφωνα με τις πληροφορίες, φέρονται να έκαναν χρήση τιμολογίων συνολικής αξίας 973.000 ευρώ, με το επιβληθέν πρόστιμο στους συγκεκριμένους παραλήπτες να ανέρχεται σε 1.720.000 ευρώ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών ελεγκτικών υπηρεσιών, η επίμαχη επιχείρηση φέρεται να αποτελούσε τμήμα ευρύτερου σχήματος με πελατολόγιο ξενοδοχειακές μονάδες, στις οποίες αποδιδόταν χρήση παράνομων τιμολογίων για αιτιολόγηση αναπτυξιακών επιδοτήσεων και επιστροφή επενδυτικού Φ.Π.Α.
Στο σκεπτικό της αιτήσεως αναστολής, η υπεράσπιση επικαλέστηκε ζητήματα ανεπανόρθωτης βλάβης τόσο για την ίδια όσο και για τα μέλη της οικογένειάς της, με ιδιαίτερη αναφορά στην ύπαρξη ανήλικου τέκνου που, όπως υποστηρίχθηκε, εξαρτάται ουσιωδώς από την παρουσία της μητέρας του. Η οριστική κρίση επί των λόγων αναιρέσεως αναμένεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ έως τότε η εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής τελεί υπό αναστολή, με τον όρο της απαγόρευσης εξόδου της κατηγορουμένης από τη χώρα.
Ανεστάλη η ποινή κάθειρξης 5 ετών και 6 μηνών σε αλλοδαπή για κακουργηματική φοροδιαφυγή με απαγόρευση εξόδου από τη χώρα














