• Το Κακουργιοδικείο έκρινε χθες ότι δεν αποδείχθηκε δόλος, αθωώνοντας τον ημεδαπό επί κακουργηματικών κατηγοριών που αφορούσαν εκτιμώμενη ζημία άνω των 869.000 ευρώ σε βάρος κορυφαίων οίκων μόδας
Πέντε χρόνια μετά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 28 Αυγούστου 2019, η υπόθεση των 1.710 απομιμητικών προϊόντων που εντοπίστηκαν σε κατάστημα της Ρόδου έλαβε χθες οριστικό δικαστικό τέλος με αθωωτική απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ο απαιτούμενος δόλος εκ μέρους του κατηγορουμένου, αποδεχόμενο την υπεράσπιση που ανέπτυξε στο ακροατήριο ο συνήγορός του, κ. Μανώλης Κουτσούκος.
Η αφετηρία της υπόθεσης εντοπίζεται στο καλοκαίρι του 2019. Ελεγκτές του ΣΔΟΕ Αττικής εισήλθαν στο κατάστημα ημεδαπού εμπόρου στη Ρόδο και εντόπισαν εμπορεύματα που έφεραν διακριτικά γνωρίσματα κορυφαίων οίκων μόδας, τα οποία κατά τα αναφερόμενα διατίθεντο ως γνήσια. Τα κατασχεθέντα είδη κάλυπταν ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα κατηγοριών.
Στις τσάντες, οι ελεγκτές κατέγραψαν 179 τεμάχια με σήμα Michael Kors, 123 με σήμα Chanel, 102 με σήμα Gucci, 39 με σήμα TSL, 33 με σήμα Fendi, 25 με σήμα Hermès, 17 με σήμα Dior και 7 με σήμα Prada. Στα πορτοφόλια καταγράφηκαν 12 τεμάχια Michael Kors, 6 Fendi και 5 Dior. Παράλληλα, κατασχέθηκαν 43 ζευγάρια παπουτσιών Chanel, 27 ζευγάρια παντόφλες Hermès, 29 φουλάρια Chanel, 45 ζευγάρια γυαλιών Dior, 53 γυαλιά Gucci και 32 γυαλιά Prada.
Στις ζώνες, η ποικιλία σημάτων ήταν εξίσου εντυπωσιακή: 82 τεμάχια Gucci, 16 Hermès, 9 Fendi, 5 Armani και 3 Calvin Klein. Εκτενής ήταν και η λίστα του ρουχισμού, με 200 μπλούζες Boss και 42 Ralph Lauren, 100 πουκάμισα Boss και 30 Ralph Lauren, δεκάδες T-shirts επώνυμων οίκων όπως Calvin Klein, Moncler, Kenzo, Supreme, Givenchy, Levi’s, Dsquared και Adidas, φούτερ πολλαπλών σημάτων, καθώς και 13 φορέματα Gucci. Συνολικά, τα κατασχεθέντα ανήλθαν σε 1.710 τεμάχια αγνώστου κατασκευής και προέλευσης.
Βάσει των ευρημάτων της επιχείρησης ελέγχου, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου εξέδωσε βούλευμα με το οποίο παρέπεμπε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων. Το κρίσιμο στοιχείο που ανέβασε τη βαρύτητα της κατηγορίας από το επίπεδο πλημμελήματος σε αυτό κακουργήματος ήταν το εκτιμώμενο ύψος της ζημίας. Σύμφωνα με το βούλευμα, η συνολική οικονομική βλάβη που φέρεται να υπέστησαν οι δικαιούχες εταιρείες ανερχόταν σε τουλάχιστον 869.876 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 120.000 ευρώ πέραν του οποίου η πράξη χαρακτηρίζεται κακουργηματική.
Το κατηγορητήριο διατείνονταν ότι ο ημεδαπός έμπορος είχε πλήρη γνώση της μη γνησιότητας των προϊόντων και τα διέθετε στο καταναλωτικό κοινό παρουσιάζοντάς τα ως αυθεντικά, εκμεταλλευόμενος την εμπορική φήμη και τα κατοχυρωμένα εμπορικά σήματα των εν λόγω εταιρειών. Η ζημία, κατά τα αναφερόμενα, αφορούσε τόσο το χρηματικό αντίτιμο των γνήσιων προϊόντων όσο και τον αντίκτυπο στη φήμη και το μερίδιο αγοράς των δικαιούχων.















