- Το ζευγάρι κατάφερε να ανατρέψει τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ακινήτου τους, επικαλούμενοι ασάφεια στον προσδιορισμό του ποσού κατάσχεσης από την επισπεύδουσα εταιρεία.
- Το δικαστήριο έκρινε ότι η αδυναμία προσδιορισμού της ακριβούς απαίτησης καθιστούσε άκυρη την εκτέλεση, καθώς επηρεάζει την ικανότητα των ανακόπτοντων να αμυνθούν.
- Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με τους ανακόπτοντες να εκπροσωπούνται από τον δικηγόρο Φώτιο Ρωμαίο.
- Η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων είχε επιβάλει κατάσχεση ύψους 50.000 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζει ποια ακριβώς ποσά περιλαμβάνονται στην απαίτηση, προκαλώντας σύγχυση.
Ενα ζευγάρι που είδε το ακίνητό του να οδηγείται σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 1η Ιουλίου 2026 κατάφερε να ανατρέψει τη διαδικασία στο τελευταίο στάδιο, βρίσκοντας δίκιο σε ένα σημείο που συχνά περνά απαρατήρητο: τον τρόπο με τον οποίο η επισπεύδουσα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων προσδιόρισε το ποσό για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση. Το δικαστήριο έκρινε ότι η ασάφεια αυτή ήταν αρκετή για να καταστήσει άκυρη ολόκληρη την πράξη εκτέλεσης.
Η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Αντικείμενό της ήταν ανακοπή κατά της εκτέλεσης, την οποία κατέθεσε ένα ζευγάρι, ημεδαπός και ημεδαπή, κάτοικοι Ρόδου, κατά εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων εταιρείας ειδικού σκοπού με έδρα την Ιρλανδία.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», οι ανακόπτοντες ζητούσαν να ακυρωθεί η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, που είχε συνταχθεί στις 24 Νοεμβρίου 2025 από δικαστικό επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου, καθώς και η σχετική περίληψη, βάσει των οποίων είχε δρομολογηθεί δημόσιος αναγκαστικός ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ανοικτού πλειοδοτικού τύπου για την 1 Ιουλίου 2026. Παράλληλα, ζητούσαν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αντίδικης πλευράς.
Τους ανακόπτοντες εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος κ. Φώτιος Ρωμαίος.
Το κεντρικό επιχείρημα της πλευράς που προσέφυγε εστίαζε στο ποσό της κατάσχεσης. Όπως υποστήριξαν οι ανακόπτοντες, στην προσβαλλόμενη έκθεση είχε επιβληθεί κατάσχεση επί του ακινήτου για το ποσό των 50.000 ευρώ και μόνο, με ρητή σημείωση ότι αυτό γινόταν προς περιορισμό των εξόδων εκτελέσεως της επισπεύδουσας. Η εταιρεία διατηρούσε ταυτόχρονα ρητή επιφύλαξη για την είσπραξη του υπολοίπου του επιταχθέντος ποσού, εντόκως και μέχρι την πλήρη εξόφληση, με άλλη αναγκαστική εκτέλεση ή με αναγγελία στον ίδιο ή σε άλλο πλειστηριασμό.
Το πρόβλημα, κατά τους ανακόπτοντες, ήταν ότι αυτός ο περιορισμός δεν αποσαφήνιζε σε τι ακριβώς συνίστατο. Με δεδομένο ότι το συνολικά επιταχθέν ποσό με την επιταγή έφτανε τις 191.266,53 ευρώ, η αναφορά στο ποσό των 50.000 ευρώ άφηνε ανοιχτό το ερώτημα αν αυτό αφορούσε μέρος του κεφαλαίου, τόκους, τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους, έξοδα ή κάποιον συνδυασμό τους. Όπως υποστήριξαν, το ποσό της κατάσχεσης δεν ταυτιζόταν με κανένα από τα επιμέρους κονδύλια, ούτε υπήρχε αίτημα για κατά ποσοστό επιδίκαση του καθενός.
Η συνέπεια, διατείνονταν, ήταν ουσιαστική και όχι τυπική. Από τη στιγμή που δεν προσδιοριζόταν ποια ακριβώς απαίτηση καλούνταν να εξοφλήσουν, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ποια οφείλουν και ποια δικαιούνται να αμφισβητήσουν. Και επειδή οι προϋποθέσεις γένεσης, τοκοφορίας και παραγραφής διαφέρουν ανάλογα με το είδος κάθε κονδυλίου, η σύγχυση αυτή έπληττε ευθέως τη δυνατότητά τους να αμυνθούν.
Το δικαστήριο έκανε δεκτό το επιχείρημα. Δέχθηκε ότι ο πρώτος λόγος της ανακοπής ήταν νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος, καταλήγοντας ότι ο αόριστος αυτός περιορισμός μετέτρεψε στην ουσία την παροχή σε ανεκκαθάριστη.
Στο σκεπτικό του τονίζεται ότι ο περιορισμός της κατάσχεσης σε μικρότερο ποσό δεν καθιστά από μόνος του ανεκκαθάριστη την απαίτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, καθώς η επισπεύδουσα χαρακτήριζε στην έκθεση το σύνολο των ποσών ως «επιταχθέν ποσό» και στη συνέχεια περιόριζε την απαίτησή της χωρίς να διευκρινίζει αν αυτό αφορούσε κεφάλαιο, τόκους ή έξοδα, καθίστατο ασαφές για ποιο κονδύλιο διενεργείτο πλέον η εκτέλεση. Έτσι, σύμφωνα με την απόφαση, έμενε απροσδιόριστο το ακριβές ποσό που έπρεπε να αναφέρεται κατά τις οικείες διατάξεις και για το οποίο γινόταν η κατάσχεση.
Η κρίση αυτή στηρίχθηκε στην αρχή ότι αναγκαία προϋπόθεση για την εγκυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός, στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει. Προϋπόθεση που, όπως σημειώθηκε, δεν πληρούται όταν δεν διευκρινίζεται αν ο περιορισμός αφορά το κεφάλαιο ή κάποιο άλλο κονδύλιο. Επί του σημείου αυτού, το δικαστήριο παρέπεμψε και σε πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου.
Με την παραδοχή του βάσιμου λόγου της ανακοπής, το δικαστήριο ακύρωσε την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της 24 Νοεμβρίου 2025 και τη σχετική με αυτή περίληψη.
Πρακτικά, η ακύρωση της κατάσχεσης σημαίνει ότι η βάση πάνω στην οποία στηριζόταν ο πλειστηριασμός της 1 Ιουλίου 2026 καταρρέει, αφού η περίληψη που τον προκήρυσσε ακολουθεί την τύχη της πράξης από την οποία απορρέει.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)















