ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ρένα Παυλάκη: Ο σκιώδης άρχοντας της Θαλάνθης

news room 13 λεπτά ανάγνωση
Ο άρχοντας που πολεμούσε τη σκιά του
✦ Σύνοψη ⌄
  • ε μια μονα­δική ικα­νό­τητα να δια­βά­ζει τις προ­θέ­σεις των άλλων και να εκμε­ταλ­λεύ­ε­ται τις αδυ­να­μίες τους.
  • Η Θαλάνθη, παρά την ανθε­κτι­κό­τητά της, βρέθηκε αντι­μέ­τωπη με την εσω­τε­ρική προ­δο­σία και τον φθόνο που απει­λού­σαν την αρμονία της.
  • Η σχέση μεταξύ των δύο παλα­τιών απο­κα­λύ­πτει τις δυνα­μι­κές της εξου­σίας και τη σημασία της συνερ­γα­σίας για την ευη­με­ρία του τόπου.
  • Η ιστορία υπο­γραμ­μί­ζει ότι η αλα­ζο­νεία και η αφέλεια μπορούν να οδη­γή­σουν σε κατα­στρο­φι­κές επι­λο­γές, επη­ρε­ά­ζο­ντας όχι μόνο τον κυβερ­νήτη αλλά και ολό­κληρη την κοι­νό­τητα.

Μια ιστορία για την εξουσία, την προ­δο­σία, τον φθόνο και τα συμπλέγ­ματα

Μια φορά κι έναν καιρό, κατα­με­σής μιας θάλασ­σας που άλλαζε χρώμα ανάλογα με τον άνεμο, βρι­σκό­ταν η Θαλάνθη. Ήταν τόπος πλού­σιος, ξακου­στός και πανέ­μορ­φος.   Το Λου­λούδι της Θάλασ­σας, όπως την απο­κα­λού­σαν οι παλιοί. Είχε περάσει πολέ­μους, πολιορ­κίες, σει­σμούς και μεγάλες φουρ­τού­νες, όμως πάντοτε στε­κό­ταν όρθια. Οι κάτοι­κοί της συνή­θι­ζαν να λένε πως η Θαλάνθη μπο­ρούσε να αντέξει τα πάντα. Κι όμως! Ήρθε μια περί­ο­δος που τους έκανε να αμφι­βάλ­λουν!

Της Ρένας Παυλάκη – RealVoice99,5

Στη Θαλάνθη υπήρχαν δύο μεγάλα κέντρα εξου­σίας. Στο Παλάτι του Φάρου φυλάσ­σο­νταν ο Χάρτης του Ορί­ζο­ντα και η Σφρα­γίδα των Μακρι­νών Απο­φά­σεων. Εκεί σχε­δια­ζό­ταν ό,τι έπρεπε να αντέξει στον χρόνο, να ξεπε­ρά­σει τα όρια μιας μόνο εξου­σίας και να συν­δέ­σει τη Θαλάνθη με τον κόσμο πέρα από τη θάλασσα.

Στο Παλάτι των Επτά Αυλών φυλασ­σό­ταν η παλαιά Σφρα­γίδα της Εστίας. Εκεί έπρεπε να δια­τη­ρεί­ται η εσω­τε­ρική αρμονία του τόπου, να συντο­νί­ζο­νται οι συντε­χνίες, να επι­λύ­ο­νται οι καθη­με­ρι­νές δια­φο­ρές και να εξα­σφα­λί­ζε­ται ότι η  ζωή κυλούσε με τάξη και συνέ­χεια.

Το ένα παλάτι κοι­τούσε μπροστά και μακρυά  προς τον ανοιχτό ορί­ζο­ντα. Το άλλο προς την καρδιά της Θαλάν­θης.

.Στο Παλάτι του Φάρου κυβερ­νούσε επί πολλά χρόνια ένας άρχο­ντας δύσκο­λος, επί­μο­νος και βέβαιος για τον εαυτό του. Δεν ήταν πάντα ευχά­ρι­στος ούτε επι­δί­ωκε να είναι αρεστός σε όλους. Είχε όμως μια συνή­θεια όλα όσα ανα­κοί­νωνε  να απο­κτού­σαν σχέδιο, ημε­ρο­μη­νία και, αργά ή γρήγορα, υλική υπό­σταση. Να γίνο­νται πραγ­μα­τι­κό­τητα.

Οι κάτοι­κοι μπο­ρού­σαν να δια­φω­νούν με τον χαρα­κτήρα του. Δυσκο­λεύ­ο­νταν όμως να δια­φω­νή­σουν με όσα έμεναν πίσω του. Γι’ αυτό, κάθε φορά που έφθανε η ώρα της κρίσης, του παρέ­δι­δαν και πάλι τη Σφρα­γίδα του Ορί­ζο­ντα. Την ικα­νό­τητά του ανα­γνώ­ρι­ζαν ακόμη και οι εχθροί του.

Κάποτε, στο Παλάτι των Επτά Αυλών ανέβηκε ένας άρχο­ντας από παλαιό και πλούσιο οίκο. Είχε γνωστό όνομα, μεγάλη περιου­σία και την πεποί­θηση ότι αυτά αρκού­σαν για να κυβερ­νή­σει. Επειδή όμως αγνο­ούσε τα μυστικά της διοί­κη­σης, ο άρχο­ντας του Φάρου στάθηκε δίπλα του. Του έδειξε περά­σματα που δεν γνώριζε, του άνοιξε πόρτες και τον βοήθησε να απο­φύ­γει παγίδες στις οποίες εύκολα πέφτουν όσοι μπερ­δεύ­ουν το κύρος της οικο­γέ­νειάς τους με την ικα­νό­τητα να διοι­κούν.

Στην αρχή ο άρχο­ντας των Επτά Αυλών ονόμαζε αυτή τη βοήθεια φιλία. Με τον καιρό άρχισε να τη θεωρεί υπεν­θύ­μιση της δικής του αδυ­να­μίας.

Κάθε επι­τυ­χία του Φάρου τού φαι­νό­ταν ακόμη μεγα­λύ­τερη από όσο πραγ­μα­τικά ήταν, επειδή τη μετρούσε με όσα ο ίδιος δεν είχε κατα­φέ­ρει. Άρχισε να πιστεύει ότι για να ψηλώσει το δικό του παλάτι έπρεπε να χαμη­λώ­σει το άλλο. Έτσι, αντί να μάθει πώς χτί­ζε­ται ένας πύργος, άρχισε να ποτίζει αγκάθια στους γει­το­νι­κούς κήπους, ελπί­ζο­ντας ότι κάποτε θα υψώ­νο­νταν αρκετά ώστε να κρύψουν τον Φάρο.

Το μεγα­λύ­τερο λάθος του, όμως, δεν ήταν ο φθόνος. Ήταν η αφέλεια.

Ανάμεσα στους αυλι­κούς του βρι­σκό­ταν ένας άνθρω­πος χωρίς παλαιό όνομα, χωρίς μεγάλο έργο και χωρίς περιου­σία. Διέθετε όμως το χάρισμα να αντι­λαμ­βά­νε­ται προς τα πού φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος. Έσκυβε βαθιά μπροστά σε όποιον κρα­τούσε τη σφρα­γίδα και, μόλις εκείνος γύριζε την πλάτη, δοκί­μαζε δια­κρι­τικά αν η καρέκλα του ήταν σταθερή.

Ο άρχο­ντας των Επτά Αυλών τον εμπι­στεύ­θηκε. Του έδωσε αξιώ­ματα, κλειδιά και πρό­σβαση στις αίθου­σες όπου λαμ­βά­νο­νταν οι απο­φά­σεις. Ο αυλικός έμαθε γρήγορα κάτι που ο αφέντης του δεν είχε κατα­λά­βει ποτέ. Ότι στις δημό­σιες γιορτές, όποιος στέ­κε­ται πρώτος στην είσοδο συχνά εισπράτ­τει την ευγνω­μο­σύνη, ακόμη κι αν το τραπέζι έχει στρωθεί από άλλον.

Έτσι άρχισε να χτίζει, όχι έργα, αλλά γνω­ρι­μίες. Δεν τοπο­θε­τούσε πέτρες. Τοπο­θε­τούσε ανθρώ­πους. Δεν άνοιγε δρόμους, άνοιγε λογα­ρια­σμούς ευγνω­μο­σύ­νης. Χαι­ρε­τούσε τους πάντες, υπο­σχό­ταν σε όλους και φρό­ντιζε κάθε υπη­ρε­σία της πολι­τείας να μοιάζει με προ­σω­πικό του δώρο.

Ο παλαιός άρχο­ντας παρα­κο­λου­θούσε ικα­νο­ποι­η­μέ­νος. Πίστευε ότι ο αυλικός εργα­ζό­ταν για εκείνον.

Λίγο πριν από τη μεγάλη δοκι­μα­σία της κάλπης, ο αυλικός έκρινε ότι είχε έρθει η ώρα. Πέταξε από πάνω του τα ενδύ­ματα της υπο­τα­γής, ανέβηκε στην κεντρική αυλή και κατη­γό­ρησε για όλα τον άνθρωπο που τον είχε οδη­γή­σει στα σκα­λο­πά­τια του παλα­τιού. Μίλησε με τη γλώσσα των στάβλων και παρου­σί­ασε την αγνω­μο­σύνη ως ανε­ξαρ­τη­σία, την οργή ως θάρρος και την καταγ­γε­λία ως πολι­τικό σχέδιο.

Ο κόσμος ήταν κου­ρα­σμέ­νος και θύμωνε εύκολα. Μπέρ­δεψε τη βαριά φωνή με τη δύναμη, τη σκαιό­τητα με την ειλι­κρί­νεια και την επίθεση με την ικα­νό­τητα. Έτσι ο αυλικός πήρε το Παλάτι των Επτά Αυλών.

Ο παλαιός άρχο­ντας έμεινε να κοι­τά­ζει από μακριά τον θρόνο που είχε παρα­δώ­σει, χωρίς να το κατα­λά­βει, στον άνθρωπο που καθόταν τόσα χρόνια δίπλα του.

Ο νέος άρχο­ντας φόρεσε αμέσως το στέμμα. Σύντομα δια­πί­στωσε ότι ήταν πολύ βαρύ­τερο από όσο φαι­νό­ταν όταν το φορούσε κάποιος άλλος.

Τις πρώτες ημέρες περ­πα­τούσε στις αίθου­σες με αργό, επι­βλη­τικό βήμα. Στε­κό­ταν μπροστά στους καθρέ­φτες, ίσιωνε το στέμμα του και περί­μενε να αισθαν­θεί τη δύναμη που πίστευε ότι θα του χάριζε ο θρόνος.

Ο θρόνος, όμως, μπορεί να υψώσει το σώμα ενός ανθρώ­που. Δεν μπορεί να αυξήσει το ανά­στημά του.

Τις νύχτες, όταν οι αυλικοί απο­χω­ρού­σαν και οι αίθου­σες βυθί­ζο­νταν στη σιωπή, ο νέος άρχο­ντας γνώριζε την αλήθεια. Ήξερε ότι δεν μπο­ρούσε να δια­βά­σει τους παλιούς χάρτες, ότι δεν κατα­νο­ούσε τη λει­τουρ­γία των μηχα­νι­σμών του βασι­λείου και ότι συχνά δεν ήξερε ποια απόφαση έπρεπε να λάβει. Αυτή η γνώση υπήρχε μέσα του σαν ρωγμή κρυμ­μένη πίσω από βαρύ­τιμη ταπι­σερί.

Η υπερ­βο­λική αγάπη για την εικόνα του δεν του επέ­τρεπε να την παρα­δε­χθεί. Ούτε στους άλλους ούτε στον ίδιο του τον εαυτό.

Έτσι, αντί να ανα­ζη­τή­σει ανθρώ­πους που θα τον δίδα­σκαν, ανα­ζή­τησε ανθρώ­πους που δεν θα τον έκαναν να αισθαν­θεί ανε­παρ­κής. Δεν επέλεξε τους ικα­νό­τε­ρους, τους πιο θαρ­ρα­λέ­ους ή εκεί­νους που θα τολ­μού­σαν να δια­φω­νή­σουν μαζί του. Προ­τί­μησε όσους ο ίδιος θεω­ρούσε λιγό­τερο ικανούς, περισ­σό­τερο εξαρ­τη­μέ­νους και ευκο­λό­τε­ρους να εντυ­πω­σια­στούν.

Υπήρχε, ωστόσο, ένας κόσμος τον οποίο ο άρχο­ντας απέ­φευγε συστη­μα­τικά: οι αίθου­σες όπου συγκε­ντρώ­νο­νταν άνθρω­ποι με πραγ­μα­τική ισχύ, γνώση και κύρος. Εκεί δεν μπο­ρούσε να επι­βλη­θεί υψώ­νο­ντας τη φωνή ούτε να εντυ­πω­σιά­σει με εύκολα συν­θή­ματα.

Ανάμεσά τους φοβόταν ότι θα φαι­νό­ταν το κενό πίσω από το στέμμα του. Γι’ αυτό μετέ­τρεψε την αμη­χα­νία του σε πολι­τική στάση. Παρου­σια­ζό­ταν ως «παιδί του λαού», ισχυ­ρι­ζό­ταν ότι περι­φρο­νούσε τα σαλόνια της εξου­σίας και καυ­χιό­ταν πως δεν είχε θέση ανάμεσα στους μεγά­λους.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, δεν περι­φρο­νούσε εκείνον τον κόσμο· λαχτα­ρούσε να γίνει δεκτός σ’ αυτόν. Δεν σνό­μπαρε την εξουσία, αλλά τη ζήλευε, επειδή άλλοι την ασκού­σαν με μια φυσι­κό­τητα που ο ίδιος δεν διέθετε. Ήταν ευκο­λό­τερο να απα­ξιώ­νει μια πόρτα που φοβόταν να περάσει, παρά να παρα­δε­χθεί πόσο πολύ επι­θυ­μούσε μια θέση στο τραπέζι όπου οι απο­φά­σεις είχαν βάρος και ο λόγος των ανθρώ­πων ταξί­δευε πολύ μακρύ­τερα από τις επτά αυλές του παλα­τιού του.

 

Δεν άντεχε τους ανθρώ­πους που στέ­κο­νταν όρθιοι. Ένιωθε ασφαλής ανάμεσα σε εκεί­νους που έσκυβαν πριν ακόμη τους ζητηθεί.

Ανάμεσα σε ίσους θα έπρεπε κάθε ημέρα να απο­δει­κνύει την αξία του. Ανάμεσα σε ανθρώ­πους που ο ίδιος υπο­τι­μούσε, αρκούσε να ανε­βαί­νει σε ένα βάθρο.

Το ίδιο έκανε και με το κοινό στο οποίο επέλεξε να απευ­θυν­θεί. Δεν ανα­ζή­τησε πολίτες που θα ζητού­σαν επι­χει­ρή­ματα, σχέδιο και απο­δεί­ξεις. Ανα­ζή­τησε όσους πίστευε ότι μπο­ρού­σαν να πει­στούν με φωνές, εύκολες υπο­σχέ­σεις, πρό­χειρα θεάματα και έναν και­νούρ­γιο εχθρό κάθε εβδο­μάδα.

Οι άνθρω­ποι αυτοί δεν ήταν κατώ­τε­ροί του. Εκείνος χρεια­ζό­ταν να τους θεωρεί κατώ­τε­ρους, γιατί μόνο μέσα σε ένα περι­βάλ­λον που πίστευε ότι μπο­ρούσε να ελέγξει ένιωθε ανώ­τε­ρος και ασφαλής.

Τους απο­κα­λούσε «λαό», αλλά τους αντι­με­τώ­πιζε σαν όχλο. Απλο­ποιούσε κάθε ζήτημα μέχρι να γίνει σύνθημα, χώριζε τη Θαλάνθη σε πιστούς και προ­δό­τες και παρου­σί­αζε κάθε ερώτηση ως εχθρική πράξη. Δεν προ­σπα­θούσε να ανυ­ψώ­σει εκεί­νους που τον άκουγαν. Προ­σπα­θούσε να χαμη­λώ­σει τον δημόσιο λόγο αρκετά, ώστε να μπορεί να δεσπό­ζει πάνω του.

Εκεί ακριβώς φανε­ρω­νό­ταν και η βαθύ­τερη αδυ­να­μία του. Όσο περισ­σό­τερο δια­κή­ρυσσε τη δύναμή του, τόσο περισ­σό­τερο συγκρι­νό­ταν με τον άρχοντα του Φάρου. Όσο απαι­τούσε να τον απο­κα­λούν μεγάλο, τόσο περισ­σό­τερο τον απα­σχο­λούσε το ύψος του άλλου.

Αν ο Φάρος κέρδιζε έναν έπαινο, ο νέος άρχο­ντας περ­νούσε τη νύχτα ανα­ζη­τώ­ντας τρόπο να τον μειώσει. Αν ολο­κλη­ρω­νό­ταν ένα έργο, εκείνος ρωτούσε ποιο ελάτ­τωμα μπο­ρού­σαν να του βρουν. Αν κάποιος μιλούσε με σεβασμό για τον άρχοντα του Φάρου, το πρόσωπό του σκο­τεί­νιαζε.

Δεν μπο­ρούσε να κρύψει τον φόβο της σύγκρι­σης, γιατί η σύγκριση είχε γίνει ολό­κληρη η δια­κυ­βέρ­νησή του.

Δεν γνώριζε πώς χτί­ζο­νται έργα, πώς οργα­νώ­νο­νται υπη­ρε­σίες ή πώς μια υπό­σχεση γίνεται πράξη. Γνώριζε όμως να δημιουρ­γεί αντι­πά­λους. Και επειδή ήταν ευκο­λό­τερο να κυβερνά έναν εχθρό παρά μια πολι­τεία, απο­φά­σισε ότι ο μεγάλος εχθρός της Θαλάν­θης κατοι­κούσε στο Παλάτι του Φάρου.

Από εκείνη την ημέρα, κάθε πρωί δεν ρωτούσε τι χρεια­ζό­ταν ο τόπος. Ρωτούσε τι είχε κάνει ο άρχο­ντας του Φάρου.

Όταν ένας μηχα­νι­σμός της κοινής ζωής στα­μα­τούσε να λει­τουρ­γεί, ήθελε πρώτα να μάθει ποιος θα έπαιρνε τον έπαινο αν επι­σκευα­ζό­ταν. Όταν οι συντε­χνίες ζητού­σαν απο­φά­σεις, συγκα­λούσε συμ­βού­λια για να εξε­τά­σει αν ο Φάρος επι­χει­ρούσε να τον επι­σκιά­σει. Όταν οι κάτοι­κοι ζητού­σαν έργο, οι γραφείς του συνέ­τασ­σαν ανα­κοι­νώ­σεις. Όταν ζητού­σαν λύσεις, οι αυλικοί τούς παρέ­δι­δαν καταγ­γε­λίες.

Ο άρχοντας που πολεμούσε τη σκιά του

Σύντομα, το Παλάτι των Επτά Αυλών γέμισε με παρά­ξε­νους ανθρώ­πους.

Πρώτοι εγκα­τα­στά­θη­καν οι Τεχνί­τες της Ηχούς. Δεν διέ­θε­ταν δική τους φωνή, αλλά επέ­στρε­φαν κάθε λέξη του άρχοντα δυνα­τό­τερη και αγριό­τερη. Αν εκείνος ψιθύ­ριζε πως ο Φάρος ήταν αντί­πα­λος, αυτοί δια­κή­ρυσ­σαν πως ήταν εχθρός. Αν εξέ­φραζε δυσα­ρέ­σκεια, εκείνοι κατα­σκεύ­α­ζαν πόλεμο. Αν κάποιος τολ­μούσε να δια­φω­νή­σει, οι Τεχνί­τες της Ηχούς τον κατέ­τασ­σαν αμέσως στους υπο­νο­μευ­τές του θρόνου.

Ύστερα ήρθαν οι Γελω­το­ποιοί με τα Χρυσά Κου­δού­νια.

Στα παλαιά βασί­λεια, οι γελω­το­ποιοί είχαν το δικαί­ωμα να λένε στον βασιλιά αλή­θειες που κανείς άλλος δεν τολ­μούσε να ξεστο­μί­σει. Στο Παλάτι των Επτά Αυλών συνέ­βαινε το αντί­θετο. Οι γελω­το­ποιοί δεν επι­τρε­πό­ταν ποτέ να σατι­ρί­ζουν τον άρχοντα. Απο­στολή τους ήταν να χλευά­ζουν τους εχθρούς του, να παρου­σιά­ζουν κάθε απο­τυ­χία ως θρίαμβο και να μετα­τρέ­πουν κάθε αδέξια πράξη του σε ιστορία σοφίας και γεν­ναιό­τη­τας.

Δεν ήταν ιδιαί­τερα αστείοι. Γελού­σαν όμως πάντοτε πρώτοι, ώστε να γνω­ρί­ζει η υπό­λοιπη αυλή πότε όφειλε να γελάσει.

Μετά εμφα­νί­στη­καν οι Συλ­λέ­κτες των Ψιθύρων. Κυκλο­φο­ρού­σαν στις αγορές, στα καπη­λειά και στα στενά περά­σματα. Δεν ανα­ζη­τού­σαν κιν­δύ­νους για τη Θαλάνθη. Άκουγαν ποιος επαι­νούσε τον άρχοντα, ποιος μιλούσε καλά για τον Φάρο και ποιος είχε τολ­μή­σει να πει ότι το Παλάτι των Επτά Αυλών παρέ­μενε βυθι­σμένο στην αδρά­νεια.

Κάθε βράδυ επέ­στρε­φαν με σακού­λες γεμάτες μισές φράσεις, παρα­ποι­η­μέ­νες κου­βέ­ντες και υποψίες. Ένας μορ­φα­σμός γινόταν συνω­μο­σία. Μια ερώτηση παρου­σια­ζό­ταν ως προ­σβολή. Μια δια­φω­νία μετα­τρε­πό­ταν σε προ­δο­σία.

Ο άρχο­ντας αγα­πούσε πολύ τους Συλ­λέ­κτες των Ψιθύρων. Χάρη σε αυτούς μπο­ρούσε να πιστεύει ότι για κάθε απο­τυ­χία του υπήρχε κάποιος κρυφός εχθρός. Δεν χρεια­ζό­ταν πλέον να ανα­ρω­τιέ­ται τι είχε κάνει λάθος. Αρκούσε να ανα­ζη­τεί ποιος έφταιγε.

Αλλά το μεγα­λύ­τερο καμάρι του παλα­τιού ήταν οι γιορτές.

Όσο λιγό­τερα έργα γίνο­νταν στη Θαλάνθη, τόσο περισ­σό­τερα γλέντια οργα­νώ­νο­νταν στις αίθου­σες του θρόνου. Κρε­μού­σαν πολύ­χρωμα λάβαρα πάνω από τους ραγι­σμέ­νους τοίχους, άναβαν εκα­το­ντά­δες κεριά για να μη φαί­νε­ται το σκοτάδι και καλού­σαν μου­σι­κούς να παίζουν τόσο δυνατά, ώστε να πνί­γο­νται οι φωνές όσων περί­με­ναν έξω από τις πύλες.

Κάθε εβδο­μάδα υπήρχε και­νούρ­για αφορμή για πανη­γύρι. Γιόρ­τα­ζαν την ανα­κοί­νωση ενός σχεδίου, την πρόθεση μιας από­φα­σης, την έναρξη μιας συζή­τη­σης ή την υπό­σχεση μιας μελ­λο­ντι­κής συμ­φω­νίας. Αν δεν υπήρχε καμία αφορμή, γιόρ­τα­ζαν την επι­τυ­χία της προη­γού­με­νης γιορτής.

Στα τρα­πέ­ζια έρεε άφθονο κρασί. Οι αυλικοί σήκωναν τα κύπελλά τους και δια­κή­ρυσ­σαν ότι η Θαλάνθη δεν είχε γνω­ρί­σει ποτέ ενδο­ξό­τερη εποχή. Οι γελω­το­ποιοί χόρευαν, οι Τεχνί­τες της Ηχούς χει­ρο­κρο­τού­σαν και οι Συλ­λέ­κτες των Ψιθύρων παρα­τη­ρού­σαν ποιος δεν γελούσε αρκετά.

Ο άρχο­ντας στε­κό­ταν στο κέντρο της αίθου­σας ευτυ­χι­σμέ­νος. Τα χει­ρο­κρο­τή­ματα τού φαί­νο­νταν από­δειξη λαϊκής αγάπης. Δεν είχε κατα­λά­βει ότι, μέσα σε ένα κλειστό παλάτι, κάθε χει­ρο­κρό­τημα ακού­γε­ται μεγα­λύ­τερο.

Έξω από τις πύλες, όμως, η Θαλάνθη περί­μενε. Οι άνθρω­ποι περί­με­ναν.

Όσο πιο άδεια έμεναν τα εργα­στή­ρια της πολι­τείας, τόσο περισ­σό­τερο θόρυβο παρήγαν οι αίθου­σες του παλα­τιού. Κι αν κάποιος ρωτούσε πότε θα άρχιζε επι­τέ­λους το έργο, οι γελω­το­ποιοί τον κορόι­δευαν, οι Τεχνί­τες της Ηχούς τον κατήγ­γελ­λαν και οι Συλ­λέ­κτες των Ψιθύρων σημεί­ω­ναν τα λόγια του.

Ο άρχοντας που πολεμούσε τη σκιά του

Μια νύχτα, ενώ στο παλάτι διε­ξα­γό­ταν το μεγα­λύ­τερο γλέντι που είχε γνω­ρί­σει η Θαλάνθη, παρου­σιά­στηκε στην πύλη ένας ηλι­κιω­μέ­νος πετράς. Κρα­τούσε στα χέρια του μία μεγάλη, ακα­τέρ­γα­στη πέτρα.

Οι φρουροί προ­σπά­θη­σαν να τον εμπο­δί­σουν, αλλά εκείνος μπήκε στη μεγάλη αίθουσα και προ­χώ­ρησε ανάμεσα στους χορευ­τές. Η μουσική στα­μά­τησε. Τα κου­δού­νια των γελω­το­ποιών σώπασαν.

Ο πετράς ακού­μπησε την πέτρα μπροστά στον θρόνο.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε ο άρχο­ντας.

«Ο πρώτος λίθος της βασι­λείας σας», απά­ντησε ο γέρο­ντας.

Η αυλή πάγωσε.

«Και γιατί τον έφερες εδώ;»

«Επειδή τόσον καιρό δεν τον τοπο­θέ­τησε κανείς».

Οι Τεχνί­τες της Ηχούς άρχισαν αμέσως να φωνά­ζουν ότι ο πετράς ήταν πρά­κτο­ρας του Φάρου. Οι γελω­το­ποιοί επι­χεί­ρη­σαν να τον γελοιο­ποι­ή­σουν. Οι Συλ­λέ­κτες των Ψιθύρων έψαξαν να ανα­κα­λύ­ψουν με ποιον είχε μιλήσει πριν περάσει την πύλη.

Ο γέρο­ντας έμεινε ακί­νη­τος.

«Δεν σας την έφερα για να χτίσετε», είπε. «Σας την έφερα για να υπάρχει κάτι αληθινό μέσα σ’ ένα παλάτι γεμάτο λόγια. Όταν σωπά­σουν τα όργανα και φύγουν οι αυλικοί, οι άρχο­ντες δεν κρί­νο­νται από τον θόρυβο που έκαναν, αλλά από ό,τι άφησαν όρθιο πίσω τους».

Έπειτα γύρισε την πλάτη στον θρόνο και έφυγε.

Ο άρχο­ντας δεν βρήκε λόγια για να του απα­ντή­σει, θύμωσε όμως πολύ.  Βρήκε αμέσως τρόπο να τον τιμω­ρή­σει.

«Καλέστε τον Μεγάλο Γραφέα των Κατη­γο­ριών!» διέταξε. «Ο γέρο­ντας θα οδη­γη­θεί ενώπιον του Δικα­στη­ρίου της Προ­σβε­βλη­μέ­νης Μεγα­λο­πρέ­πειας».

Οι αυλικοί έτρεξαν να συντά­ξουν το κατη­γο­ρη­τή­ριο. Ο πετράς κατη­γο­ρή­θηκε για δια­τά­ραξη βασι­λι­κού γλε­ντιού, προ­σβολή του θρόνου και δημόσια έκθεση μιας πέτρας ικανής να βλάψει την εικόνα του άρχοντα. Το κατη­γο­ρη­τή­ριο απλω­νό­ταν σε σαράντα περ­γα­μη­νές! Όταν το επι­χεί­ρημα είναι μικρό, χρειά­ζε­ται πολύ χαρτί για να μη φαί­νε­ται.

Μόλις ο  Γραφέας άνοιξε την περ­γα­μηνή του, οι αυλικοί πλη­σί­α­σαν ανή­συ­χοι τον θρόνο.

«Μεγα­λειό­τατε», του ψιθύ­ρι­σαν, «ο γέρο­ντας είναι γνωστός και αγα­πη­τός. Αν τον τιμω­ρή­σετε για λίγες λέξεις, ο κόσμος μπορεί να θυμώσει. Και τότε η πέτρα του θα γίνει μνημείο».

Ο άρχο­ντας συνο­φρυώ­θηκε. Δεν τον απα­σχο­λούσε αν η τιμωρία ήταν άδικη. Τον απα­σχο­λούσε αν θα ήταν δημο­φι­λής.

«Τότε αφήστε τον ελεύ­θερο», είπε τελικά. «Αλλά φρο­ντί­στε να μάθει πως την επόμενη φορά δεν θα δείξω την ίδια επιεί­κεια».

Οι αυλικοί υπο­κλί­θη­καν ανα­κου­φι­σμέ­νοι και ο άρχο­ντας διέταξε να απο­μα­κρυν­θεί αμέσως η πέτρα από την αίθουσα. Κανείς όμως από τους αυλι­κούς δεν ήξερε πώς να τη σηκώσει. Είχαν εκπαι­δευ­τεί να μετα­φέ­ρουν απειλές, όχι βάρη.

Το γλέντι συνε­χί­στηκε, αλλά τίποτε δεν ήταν πια το ίδιο. Η πέτρα έμενε στη μέση της αίθου­σας. Οι χορευ­τές ανα­γκά­ζο­νταν να την απο­φεύ­γουν. Οι γελω­το­ποιοί σκό­ντα­φταν πάνω της και οι υπη­ρέ­τες την κάλυ­πταν με λου­λού­δια για να μη φαί­νε­ται. Όσο περισ­σό­τερο προ­σπα­θού­σαν να την κρύψουν, τόσο περισ­σό­τερο όλοι την κοι­τού­σαν.

Το παλάτι ονόμασε την υπο­χώ­ρηση μεγα­λο­ψυ­χία. Οι κάτοι­κοι όμως κατά­λα­βαν πως ο άρχο­ντας δεν είχε συγ­χω­ρή­σει τον γέροντα. Είχε απλώς φοβηθεί μήπως χάσει το ακρο­α­τή­ριό του.

Ο άρχοντας που πολεμούσε τη σκιά του

Στο μεταξύ, ο Φάρος εξα­κο­λου­θούσε να ανάβει κάθε βράδυ. Ο άρχο­ντάς του συνέ­χιζε να σχε­διά­ζει και να εργά­ζε­ται. Ήξερε ότι στο Παλάτι των Επτά Αυλών τον κατη­γο­ρού­σαν σχεδόν για τα πάντα. Είχε κατα­λά­βει, όμως, ότι αν απα­ντούσε σε κάθε κραυγή, στο τέλος θα εγκα­τέ­λειπε και ο ίδιος το έργο, για να υπη­ρε­τή­σει τον καβγά.

Οι εποχές περ­νού­σαν και η Θαλάνθη άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Όχι επειδή της έλειπαν οι δυνα­τό­τη­τες, αλλά επειδή η διοί­κησή της είχε μετα­τρα­πεί σε αυλή και η αυλή σε διαρκές γλέντι, όπου η κολα­κεία παρου­σια­ζό­ταν ως αφο­σί­ωση, η καταγ­γε­λία ως έργο και η προ­σω­πική εμμονή ενός άρχοντα ως υπόθεση ολό­κλη­ρης της πολι­τείας.

Οι κάτοι­κοι έβλεπαν το Παλάτι των Επτά Αυλών να μικραί­νει, ενώ ο άρχο­ντάς του δια­κή­ρυσσε καθη­με­ρινά ότι σύντομα θα γκρέ­μιζε τη σκιά του Φάρου.

Ώσπου ένα από­γευμα στάθηκε μπροστά στον καθρέ­φτη του και παρα­τή­ρησε ότι η σκιά του είχε γίνει τερά­στια. Κάλεσε τους αυλι­κούς, τους γελω­το­ποιούς και τους Συλ­λέ­κτες των Ψιθύρων για να θαυ­μά­σουν το μεγα­λείο του.

«Κοι­τάξτε!» φώναξε. «Επι­τέ­λους ξεπέ­ρασα όλους τους άλλους!»

Η αυλή χει­ρο­κρό­τησε. Τα κύπελλα υψώ­θη­καν. Τα κου­δού­νια ήχησαν και οι μου­σι­κοί άρχισαν να παίζουν.

Κανείς δεν τόλμησε να του πει ότι  δεν ήταν αυτός που ψήλωσε. Ήταν ο ήλιος  που έδυε…

 

Και μια σημεί­ωση

Κάθε ομοιό­τητα προ­σώ­πων, τόπων ή κατα­στά­σεων με πραγ­μα­τικά γεγο­νότα είναι εντελώς συμ­πτω­μα­τική. Το παρόν παρα­μύθι είναι έργο καθαρής φαντα­σίας, όποιος , όμως, έχει τη μύγα, μυγιά­ζε­ται.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.