- καν μια ικανότητα να σπέρνει διχόνοια και να υπονομεύει τις σχέσεις.
- Η Θαλάνθη, αν και ανθεκτική σε πολλές προκλήσεις, βρέθηκε σε κρίση λόγω των αντιπαραθέσεων μεταξύ των δύο κέντρων εξουσίας.
- Ο άρχοντας του Παλατιού των Επτά Αυλών, αν και αρχικά είχε τη στήριξη του Φάρου, άρχισε να νιώθει φθόνο και αδυναμία, οδηγώντας τον σε λανθασμένες επιλογές.
- Η ιστορία αναδεικνύει πώς η προδοσία και ο φθόνος μπορούν να υπονομεύσουν την αρμονία και την πρόοδο, ακόμα και σε έναν τόπο με πλούσια ιστορία και αντοχή.
Μια ιστορία για την εξουσία, την προδοσία, τον φθόνο και τα συμπλέγματα
Μια φορά κι έναν καιρό, καταμεσής μιας θάλασσας που άλλαζε χρώμα ανάλογα με τον άνεμο, βρισκόταν η Θαλάνθη. Ήταν τόπος πλούσιος, ξακουστός και πανέμορφος. Το Λουλούδι της Θάλασσας, όπως την αποκαλούσαν οι παλιοί. Είχε περάσει πολέμους, πολιορκίες, σεισμούς και μεγάλες φουρτούνες, όμως πάντοτε στεκόταν όρθια. Οι κάτοικοί της συνήθιζαν να λένε πως η Θαλάνθη μπορούσε να αντέξει τα πάντα. Κι όμως! Ήρθε μια περίοδος που τους έκανε να αμφιβάλλουν!
Της Ρένας Παυλάκη – RealVoice99,5
Στη Θαλάνθη υπήρχαν δύο μεγάλα κέντρα εξουσίας. Στο Παλάτι του Φάρου φυλάσσονταν ο Χάρτης του Ορίζοντα και η Σφραγίδα των Μακρινών Αποφάσεων. Εκεί σχεδιαζόταν ό,τι έπρεπε να αντέξει στον χρόνο, να ξεπεράσει τα όρια μιας μόνο εξουσίας και να συνδέσει τη Θαλάνθη με τον κόσμο πέρα από τη θάλασσα.
Στο Παλάτι των Επτά Αυλών φυλασσόταν η παλαιά Σφραγίδα της Εστίας. Εκεί έπρεπε να διατηρείται η εσωτερική αρμονία του τόπου, να συντονίζονται οι συντεχνίες, να επιλύονται οι καθημερινές διαφορές και να εξασφαλίζεται ότι η ζωή κυλούσε με τάξη και συνέχεια.
Το ένα παλάτι κοιτούσε μπροστά και μακρυά προς τον ανοιχτό ορίζοντα. Το άλλο προς την καρδιά της Θαλάνθης.
.Στο Παλάτι του Φάρου κυβερνούσε επί πολλά χρόνια ένας άρχοντας δύσκολος, επίμονος και βέβαιος για τον εαυτό του. Δεν ήταν πάντα ευχάριστος ούτε επιδίωκε να είναι αρεστός σε όλους. Είχε όμως μια συνήθεια όλα όσα ανακοίνωνε να αποκτούσαν σχέδιο, ημερομηνία και, αργά ή γρήγορα, υλική υπόσταση. Να γίνονται πραγματικότητα.
Οι κάτοικοι μπορούσαν να διαφωνούν με τον χαρακτήρα του. Δυσκολεύονταν όμως να διαφωνήσουν με όσα έμεναν πίσω του. Γι’ αυτό, κάθε φορά που έφθανε η ώρα της κρίσης, του παρέδιδαν και πάλι τη Σφραγίδα του Ορίζοντα. Την ικανότητά του αναγνώριζαν ακόμη και οι εχθροί του.
Κάποτε, στο Παλάτι των Επτά Αυλών ανέβηκε ένας άρχοντας από παλαιό και πλούσιο οίκο. Είχε γνωστό όνομα, μεγάλη περιουσία και την πεποίθηση ότι αυτά αρκούσαν για να κυβερνήσει. Επειδή όμως αγνοούσε τα μυστικά της διοίκησης, ο άρχοντας του Φάρου στάθηκε δίπλα του. Του έδειξε περάσματα που δεν γνώριζε, του άνοιξε πόρτες και τον βοήθησε να αποφύγει παγίδες στις οποίες εύκολα πέφτουν όσοι μπερδεύουν το κύρος της οικογένειάς τους με την ικανότητα να διοικούν.
Στην αρχή ο άρχοντας των Επτά Αυλών ονόμαζε αυτή τη βοήθεια φιλία. Με τον καιρό άρχισε να τη θεωρεί υπενθύμιση της δικής του αδυναμίας.
Κάθε επιτυχία του Φάρου τού φαινόταν ακόμη μεγαλύτερη από όσο πραγματικά ήταν, επειδή τη μετρούσε με όσα ο ίδιος δεν είχε καταφέρει. Άρχισε να πιστεύει ότι για να ψηλώσει το δικό του παλάτι έπρεπε να χαμηλώσει το άλλο. Έτσι, αντί να μάθει πώς χτίζεται ένας πύργος, άρχισε να ποτίζει αγκάθια στους γειτονικούς κήπους, ελπίζοντας ότι κάποτε θα υψώνονταν αρκετά ώστε να κρύψουν τον Φάρο.
Το μεγαλύτερο λάθος του, όμως, δεν ήταν ο φθόνος. Ήταν η αφέλεια.
Ανάμεσα στους αυλικούς του βρισκόταν ένας άνθρωπος χωρίς παλαιό όνομα, χωρίς μεγάλο έργο και χωρίς περιουσία. Διέθετε όμως το χάρισμα να αντιλαμβάνεται προς τα πού φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος. Έσκυβε βαθιά μπροστά σε όποιον κρατούσε τη σφραγίδα και, μόλις εκείνος γύριζε την πλάτη, δοκίμαζε διακριτικά αν η καρέκλα του ήταν σταθερή.
Ο άρχοντας των Επτά Αυλών τον εμπιστεύθηκε. Του έδωσε αξιώματα, κλειδιά και πρόσβαση στις αίθουσες όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις. Ο αυλικός έμαθε γρήγορα κάτι που ο αφέντης του δεν είχε καταλάβει ποτέ. Ότι στις δημόσιες γιορτές, όποιος στέκεται πρώτος στην είσοδο συχνά εισπράττει την ευγνωμοσύνη, ακόμη κι αν το τραπέζι έχει στρωθεί από άλλον.
Έτσι άρχισε να χτίζει, όχι έργα, αλλά γνωριμίες. Δεν τοποθετούσε πέτρες. Τοποθετούσε ανθρώπους. Δεν άνοιγε δρόμους, άνοιγε λογαριασμούς ευγνωμοσύνης. Χαιρετούσε τους πάντες, υποσχόταν σε όλους και φρόντιζε κάθε υπηρεσία της πολιτείας να μοιάζει με προσωπικό του δώρο.
Ο παλαιός άρχοντας παρακολουθούσε ικανοποιημένος. Πίστευε ότι ο αυλικός εργαζόταν για εκείνον.
Λίγο πριν από τη μεγάλη δοκιμασία της κάλπης, ο αυλικός έκρινε ότι είχε έρθει η ώρα. Πέταξε από πάνω του τα ενδύματα της υποταγής, ανέβηκε στην κεντρική αυλή και κατηγόρησε για όλα τον άνθρωπο που τον είχε οδηγήσει στα σκαλοπάτια του παλατιού. Μίλησε με τη γλώσσα των στάβλων και παρουσίασε την αγνωμοσύνη ως ανεξαρτησία, την οργή ως θάρρος και την καταγγελία ως πολιτικό σχέδιο.
Ο κόσμος ήταν κουρασμένος και θύμωνε εύκολα. Μπέρδεψε τη βαριά φωνή με τη δύναμη, τη σκαιότητα με την ειλικρίνεια και την επίθεση με την ικανότητα. Έτσι ο αυλικός πήρε το Παλάτι των Επτά Αυλών.
Ο παλαιός άρχοντας έμεινε να κοιτάζει από μακριά τον θρόνο που είχε παραδώσει, χωρίς να το καταλάβει, στον άνθρωπο που καθόταν τόσα χρόνια δίπλα του.
Ο νέος άρχοντας φόρεσε αμέσως το στέμμα. Σύντομα διαπίστωσε ότι ήταν πολύ βαρύτερο από όσο φαινόταν όταν το φορούσε κάποιος άλλος.
Τις πρώτες ημέρες περπατούσε στις αίθουσες με αργό, επιβλητικό βήμα. Στεκόταν μπροστά στους καθρέφτες, ίσιωνε το στέμμα του και περίμενε να αισθανθεί τη δύναμη που πίστευε ότι θα του χάριζε ο θρόνος.
Ο θρόνος, όμως, μπορεί να υψώσει το σώμα ενός ανθρώπου. Δεν μπορεί να αυξήσει το ανάστημά του.
Τις νύχτες, όταν οι αυλικοί αποχωρούσαν και οι αίθουσες βυθίζονταν στη σιωπή, ο νέος άρχοντας γνώριζε την αλήθεια. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να διαβάσει τους παλιούς χάρτες, ότι δεν κατανοούσε τη λειτουργία των μηχανισμών του βασιλείου και ότι συχνά δεν ήξερε ποια απόφαση έπρεπε να λάβει. Αυτή η γνώση υπήρχε μέσα του σαν ρωγμή κρυμμένη πίσω από βαρύτιμη ταπισερί.
Η υπερβολική αγάπη για την εικόνα του δεν του επέτρεπε να την παραδεχθεί. Ούτε στους άλλους ούτε στον ίδιο του τον εαυτό.
Έτσι, αντί να αναζητήσει ανθρώπους που θα τον δίδασκαν, αναζήτησε ανθρώπους που δεν θα τον έκαναν να αισθανθεί ανεπαρκής. Δεν επέλεξε τους ικανότερους, τους πιο θαρραλέους ή εκείνους που θα τολμούσαν να διαφωνήσουν μαζί του. Προτίμησε όσους ο ίδιος θεωρούσε λιγότερο ικανούς, περισσότερο εξαρτημένους και ευκολότερους να εντυπωσιαστούν.
Υπήρχε, ωστόσο, ένας κόσμος τον οποίο ο άρχοντας απέφευγε συστηματικά: οι αίθουσες όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι με πραγματική ισχύ, γνώση και κύρος. Εκεί δεν μπορούσε να επιβληθεί υψώνοντας τη φωνή ούτε να εντυπωσιάσει με εύκολα συνθήματα.
Ανάμεσά τους φοβόταν ότι θα φαινόταν το κενό πίσω από το στέμμα του. Γι’ αυτό μετέτρεψε την αμηχανία του σε πολιτική στάση. Παρουσιαζόταν ως «παιδί του λαού», ισχυριζόταν ότι περιφρονούσε τα σαλόνια της εξουσίας και καυχιόταν πως δεν είχε θέση ανάμεσα στους μεγάλους.
Στην πραγματικότητα, δεν περιφρονούσε εκείνον τον κόσμο· λαχταρούσε να γίνει δεκτός σ’ αυτόν. Δεν σνόμπαρε την εξουσία, αλλά τη ζήλευε, επειδή άλλοι την ασκούσαν με μια φυσικότητα που ο ίδιος δεν διέθετε. Ήταν ευκολότερο να απαξιώνει μια πόρτα που φοβόταν να περάσει, παρά να παραδεχθεί πόσο πολύ επιθυμούσε μια θέση στο τραπέζι όπου οι αποφάσεις είχαν βάρος και ο λόγος των ανθρώπων ταξίδευε πολύ μακρύτερα από τις επτά αυλές του παλατιού του.
Δεν άντεχε τους ανθρώπους που στέκονταν όρθιοι. Ένιωθε ασφαλής ανάμεσα σε εκείνους που έσκυβαν πριν ακόμη τους ζητηθεί.
Ανάμεσα σε ίσους θα έπρεπε κάθε ημέρα να αποδεικνύει την αξία του. Ανάμεσα σε ανθρώπους που ο ίδιος υποτιμούσε, αρκούσε να ανεβαίνει σε ένα βάθρο.
Το ίδιο έκανε και με το κοινό στο οποίο επέλεξε να απευθυνθεί. Δεν αναζήτησε πολίτες που θα ζητούσαν επιχειρήματα, σχέδιο και αποδείξεις. Αναζήτησε όσους πίστευε ότι μπορούσαν να πειστούν με φωνές, εύκολες υποσχέσεις, πρόχειρα θεάματα και έναν καινούργιο εχθρό κάθε εβδομάδα.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν κατώτεροί του. Εκείνος χρειαζόταν να τους θεωρεί κατώτερους, γιατί μόνο μέσα σε ένα περιβάλλον που πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει ένιωθε ανώτερος και ασφαλής.
Τους αποκαλούσε «λαό», αλλά τους αντιμετώπιζε σαν όχλο. Απλοποιούσε κάθε ζήτημα μέχρι να γίνει σύνθημα, χώριζε τη Θαλάνθη σε πιστούς και προδότες και παρουσίαζε κάθε ερώτηση ως εχθρική πράξη. Δεν προσπαθούσε να ανυψώσει εκείνους που τον άκουγαν. Προσπαθούσε να χαμηλώσει τον δημόσιο λόγο αρκετά, ώστε να μπορεί να δεσπόζει πάνω του.
Εκεί ακριβώς φανερωνόταν και η βαθύτερη αδυναμία του. Όσο περισσότερο διακήρυσσε τη δύναμή του, τόσο περισσότερο συγκρινόταν με τον άρχοντα του Φάρου. Όσο απαιτούσε να τον αποκαλούν μεγάλο, τόσο περισσότερο τον απασχολούσε το ύψος του άλλου.
Αν ο Φάρος κέρδιζε έναν έπαινο, ο νέος άρχοντας περνούσε τη νύχτα αναζητώντας τρόπο να τον μειώσει. Αν ολοκληρωνόταν ένα έργο, εκείνος ρωτούσε ποιο ελάττωμα μπορούσαν να του βρουν. Αν κάποιος μιλούσε με σεβασμό για τον άρχοντα του Φάρου, το πρόσωπό του σκοτείνιαζε.
Δεν μπορούσε να κρύψει τον φόβο της σύγκρισης, γιατί η σύγκριση είχε γίνει ολόκληρη η διακυβέρνησή του.
Δεν γνώριζε πώς χτίζονται έργα, πώς οργανώνονται υπηρεσίες ή πώς μια υπόσχεση γίνεται πράξη. Γνώριζε όμως να δημιουργεί αντιπάλους. Και επειδή ήταν ευκολότερο να κυβερνά έναν εχθρό παρά μια πολιτεία, αποφάσισε ότι ο μεγάλος εχθρός της Θαλάνθης κατοικούσε στο Παλάτι του Φάρου.
Από εκείνη την ημέρα, κάθε πρωί δεν ρωτούσε τι χρειαζόταν ο τόπος. Ρωτούσε τι είχε κάνει ο άρχοντας του Φάρου.
Όταν ένας μηχανισμός της κοινής ζωής σταματούσε να λειτουργεί, ήθελε πρώτα να μάθει ποιος θα έπαιρνε τον έπαινο αν επισκευαζόταν. Όταν οι συντεχνίες ζητούσαν αποφάσεις, συγκαλούσε συμβούλια για να εξετάσει αν ο Φάρος επιχειρούσε να τον επισκιάσει. Όταν οι κάτοικοι ζητούσαν έργο, οι γραφείς του συνέτασσαν ανακοινώσεις. Όταν ζητούσαν λύσεις, οι αυλικοί τούς παρέδιδαν καταγγελίες.

Σύντομα, το Παλάτι των Επτά Αυλών γέμισε με παράξενους ανθρώπους.
Πρώτοι εγκαταστάθηκαν οι Τεχνίτες της Ηχούς. Δεν διέθεταν δική τους φωνή, αλλά επέστρεφαν κάθε λέξη του άρχοντα δυνατότερη και αγριότερη. Αν εκείνος ψιθύριζε πως ο Φάρος ήταν αντίπαλος, αυτοί διακήρυσσαν πως ήταν εχθρός. Αν εξέφραζε δυσαρέσκεια, εκείνοι κατασκεύαζαν πόλεμο. Αν κάποιος τολμούσε να διαφωνήσει, οι Τεχνίτες της Ηχούς τον κατέτασσαν αμέσως στους υπονομευτές του θρόνου.
Ύστερα ήρθαν οι Γελωτοποιοί με τα Χρυσά Κουδούνια.
Στα παλαιά βασίλεια, οι γελωτοποιοί είχαν το δικαίωμα να λένε στον βασιλιά αλήθειες που κανείς άλλος δεν τολμούσε να ξεστομίσει. Στο Παλάτι των Επτά Αυλών συνέβαινε το αντίθετο. Οι γελωτοποιοί δεν επιτρεπόταν ποτέ να σατιρίζουν τον άρχοντα. Αποστολή τους ήταν να χλευάζουν τους εχθρούς του, να παρουσιάζουν κάθε αποτυχία ως θρίαμβο και να μετατρέπουν κάθε αδέξια πράξη του σε ιστορία σοφίας και γενναιότητας.
Δεν ήταν ιδιαίτερα αστείοι. Γελούσαν όμως πάντοτε πρώτοι, ώστε να γνωρίζει η υπόλοιπη αυλή πότε όφειλε να γελάσει.
Μετά εμφανίστηκαν οι Συλλέκτες των Ψιθύρων. Κυκλοφορούσαν στις αγορές, στα καπηλειά και στα στενά περάσματα. Δεν αναζητούσαν κινδύνους για τη Θαλάνθη. Άκουγαν ποιος επαινούσε τον άρχοντα, ποιος μιλούσε καλά για τον Φάρο και ποιος είχε τολμήσει να πει ότι το Παλάτι των Επτά Αυλών παρέμενε βυθισμένο στην αδράνεια.
Κάθε βράδυ επέστρεφαν με σακούλες γεμάτες μισές φράσεις, παραποιημένες κουβέντες και υποψίες. Ένας μορφασμός γινόταν συνωμοσία. Μια ερώτηση παρουσιαζόταν ως προσβολή. Μια διαφωνία μετατρεπόταν σε προδοσία.
Ο άρχοντας αγαπούσε πολύ τους Συλλέκτες των Ψιθύρων. Χάρη σε αυτούς μπορούσε να πιστεύει ότι για κάθε αποτυχία του υπήρχε κάποιος κρυφός εχθρός. Δεν χρειαζόταν πλέον να αναρωτιέται τι είχε κάνει λάθος. Αρκούσε να αναζητεί ποιος έφταιγε.
Αλλά το μεγαλύτερο καμάρι του παλατιού ήταν οι γιορτές.
Όσο λιγότερα έργα γίνονταν στη Θαλάνθη, τόσο περισσότερα γλέντια οργανώνονταν στις αίθουσες του θρόνου. Κρεμούσαν πολύχρωμα λάβαρα πάνω από τους ραγισμένους τοίχους, άναβαν εκατοντάδες κεριά για να μη φαίνεται το σκοτάδι και καλούσαν μουσικούς να παίζουν τόσο δυνατά, ώστε να πνίγονται οι φωνές όσων περίμεναν έξω από τις πύλες.
Κάθε εβδομάδα υπήρχε καινούργια αφορμή για πανηγύρι. Γιόρταζαν την ανακοίνωση ενός σχεδίου, την πρόθεση μιας απόφασης, την έναρξη μιας συζήτησης ή την υπόσχεση μιας μελλοντικής συμφωνίας. Αν δεν υπήρχε καμία αφορμή, γιόρταζαν την επιτυχία της προηγούμενης γιορτής.
Στα τραπέζια έρεε άφθονο κρασί. Οι αυλικοί σήκωναν τα κύπελλά τους και διακήρυσσαν ότι η Θαλάνθη δεν είχε γνωρίσει ποτέ ενδοξότερη εποχή. Οι γελωτοποιοί χόρευαν, οι Τεχνίτες της Ηχούς χειροκροτούσαν και οι Συλλέκτες των Ψιθύρων παρατηρούσαν ποιος δεν γελούσε αρκετά.
Ο άρχοντας στεκόταν στο κέντρο της αίθουσας ευτυχισμένος. Τα χειροκροτήματα τού φαίνονταν απόδειξη λαϊκής αγάπης. Δεν είχε καταλάβει ότι, μέσα σε ένα κλειστό παλάτι, κάθε χειροκρότημα ακούγεται μεγαλύτερο.
Έξω από τις πύλες, όμως, η Θαλάνθη περίμενε. Οι άνθρωποι περίμεναν.
Όσο πιο άδεια έμεναν τα εργαστήρια της πολιτείας, τόσο περισσότερο θόρυβο παρήγαν οι αίθουσες του παλατιού. Κι αν κάποιος ρωτούσε πότε θα άρχιζε επιτέλους το έργο, οι γελωτοποιοί τον κορόιδευαν, οι Τεχνίτες της Ηχούς τον κατήγγελλαν και οι Συλλέκτες των Ψιθύρων σημείωναν τα λόγια του.

Μια νύχτα, ενώ στο παλάτι διεξαγόταν το μεγαλύτερο γλέντι που είχε γνωρίσει η Θαλάνθη, παρουσιάστηκε στην πύλη ένας ηλικιωμένος πετράς. Κρατούσε στα χέρια του μία μεγάλη, ακατέργαστη πέτρα.
Οι φρουροί προσπάθησαν να τον εμποδίσουν, αλλά εκείνος μπήκε στη μεγάλη αίθουσα και προχώρησε ανάμεσα στους χορευτές. Η μουσική σταμάτησε. Τα κουδούνια των γελωτοποιών σώπασαν.
Ο πετράς ακούμπησε την πέτρα μπροστά στον θρόνο.
«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε ο άρχοντας.
«Ο πρώτος λίθος της βασιλείας σας», απάντησε ο γέροντας.
Η αυλή πάγωσε.
«Και γιατί τον έφερες εδώ;»
«Επειδή τόσον καιρό δεν τον τοποθέτησε κανείς».
Οι Τεχνίτες της Ηχούς άρχισαν αμέσως να φωνάζουν ότι ο πετράς ήταν πράκτορας του Φάρου. Οι γελωτοποιοί επιχείρησαν να τον γελοιοποιήσουν. Οι Συλλέκτες των Ψιθύρων έψαξαν να ανακαλύψουν με ποιον είχε μιλήσει πριν περάσει την πύλη.
Ο γέροντας έμεινε ακίνητος.
«Δεν σας την έφερα για να χτίσετε», είπε. «Σας την έφερα για να υπάρχει κάτι αληθινό μέσα σ’ ένα παλάτι γεμάτο λόγια. Όταν σωπάσουν τα όργανα και φύγουν οι αυλικοί, οι άρχοντες δεν κρίνονται από τον θόρυβο που έκαναν, αλλά από ό,τι άφησαν όρθιο πίσω τους».
Έπειτα γύρισε την πλάτη στον θρόνο και έφυγε.
Ο άρχοντας δεν βρήκε λόγια για να του απαντήσει, θύμωσε όμως πολύ. Βρήκε αμέσως τρόπο να τον τιμωρήσει.
«Καλέστε τον Μεγάλο Γραφέα των Κατηγοριών!» διέταξε. «Ο γέροντας θα οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Προσβεβλημένης Μεγαλοπρέπειας».
Οι αυλικοί έτρεξαν να συντάξουν το κατηγορητήριο. Ο πετράς κατηγορήθηκε για διατάραξη βασιλικού γλεντιού, προσβολή του θρόνου και δημόσια έκθεση μιας πέτρας ικανής να βλάψει την εικόνα του άρχοντα. Το κατηγορητήριο απλωνόταν σε σαράντα περγαμηνές! Όταν το επιχείρημα είναι μικρό, χρειάζεται πολύ χαρτί για να μη φαίνεται.
Μόλις ο Γραφέας άνοιξε την περγαμηνή του, οι αυλικοί πλησίασαν ανήσυχοι τον θρόνο.
«Μεγαλειότατε», του ψιθύρισαν, «ο γέροντας είναι γνωστός και αγαπητός. Αν τον τιμωρήσετε για λίγες λέξεις, ο κόσμος μπορεί να θυμώσει. Και τότε η πέτρα του θα γίνει μνημείο».
Ο άρχοντας συνοφρυώθηκε. Δεν τον απασχολούσε αν η τιμωρία ήταν άδικη. Τον απασχολούσε αν θα ήταν δημοφιλής.
«Τότε αφήστε τον ελεύθερο», είπε τελικά. «Αλλά φροντίστε να μάθει πως την επόμενη φορά δεν θα δείξω την ίδια επιείκεια».
Οι αυλικοί υποκλίθηκαν ανακουφισμένοι και ο άρχοντας διέταξε να απομακρυνθεί αμέσως η πέτρα από την αίθουσα. Κανείς όμως από τους αυλικούς δεν ήξερε πώς να τη σηκώσει. Είχαν εκπαιδευτεί να μεταφέρουν απειλές, όχι βάρη.
Το γλέντι συνεχίστηκε, αλλά τίποτε δεν ήταν πια το ίδιο. Η πέτρα έμενε στη μέση της αίθουσας. Οι χορευτές αναγκάζονταν να την αποφεύγουν. Οι γελωτοποιοί σκόνταφταν πάνω της και οι υπηρέτες την κάλυπταν με λουλούδια για να μη φαίνεται. Όσο περισσότερο προσπαθούσαν να την κρύψουν, τόσο περισσότερο όλοι την κοιτούσαν.
Το παλάτι ονόμασε την υποχώρηση μεγαλοψυχία. Οι κάτοικοι όμως κατάλαβαν πως ο άρχοντας δεν είχε συγχωρήσει τον γέροντα. Είχε απλώς φοβηθεί μήπως χάσει το ακροατήριό του.

Στο μεταξύ, ο Φάρος εξακολουθούσε να ανάβει κάθε βράδυ. Ο άρχοντάς του συνέχιζε να σχεδιάζει και να εργάζεται. Ήξερε ότι στο Παλάτι των Επτά Αυλών τον κατηγορούσαν σχεδόν για τα πάντα. Είχε καταλάβει, όμως, ότι αν απαντούσε σε κάθε κραυγή, στο τέλος θα εγκατέλειπε και ο ίδιος το έργο, για να υπηρετήσει τον καβγά.
Οι εποχές περνούσαν και η Θαλάνθη άρχισε να χάνει τη λάμψη της. Όχι επειδή της έλειπαν οι δυνατότητες, αλλά επειδή η διοίκησή της είχε μετατραπεί σε αυλή και η αυλή σε διαρκές γλέντι, όπου η κολακεία παρουσιαζόταν ως αφοσίωση, η καταγγελία ως έργο και η προσωπική εμμονή ενός άρχοντα ως υπόθεση ολόκληρης της πολιτείας.
Οι κάτοικοι έβλεπαν το Παλάτι των Επτά Αυλών να μικραίνει, ενώ ο άρχοντάς του διακήρυσσε καθημερινά ότι σύντομα θα γκρέμιζε τη σκιά του Φάρου.
Ώσπου ένα απόγευμα στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη του και παρατήρησε ότι η σκιά του είχε γίνει τεράστια. Κάλεσε τους αυλικούς, τους γελωτοποιούς και τους Συλλέκτες των Ψιθύρων για να θαυμάσουν το μεγαλείο του.
«Κοιτάξτε!» φώναξε. «Επιτέλους ξεπέρασα όλους τους άλλους!»
Η αυλή χειροκρότησε. Τα κύπελλα υψώθηκαν. Τα κουδούνια ήχησαν και οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν.
Κανείς δεν τόλμησε να του πει ότι δεν ήταν αυτός που ψήλωσε. Ήταν ο ήλιος που έδυε…
Και μια σημείωση
Κάθε ομοιότητα προσώπων, τόπων ή καταστάσεων με πραγματικά γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική. Το παρόν παραμύθι είναι έργο καθαρής φαντασίας, όποιος , όμως, έχει τη μύγα, μυγιάζεται.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)





















