ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Διεκόπη η δίκη του 26χρονου που “έσφαξε” την μητέρα του στο Γεννάδι

Δαμιανός Αθανασίου 5 λεπτά ανάγνωση
Ιεροβασίλη σπίτι 2

Για την 20η Νοεμ­βρίου 2015 διεκόπη από το Μικτό Ορκωτό Δικα­στή­ριο της Κω η εκδί­καση της υπό­θε­σης με κατη­γο­ρού­μενο για ανθρω­πο­κτο­νία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατά­σταση της 61χρονης μητέρας του Ευαγ­γε­λίας (Αντζε­λας) Ιερο­βα­σίλη του Γεωρ­γίου, το από­γευμα της 19ης Ιουνίου 2012, στο σπίτι της, στο Γεννάδι, τον Νικόλαο Μπα­τζα­κάκη του Ιωάννη, 26 ετών και για απλή συνέρ­γεια σε ανθρω­πο­κτο­νία από πρόθεση την 36χρονη Ρωσίδα, πρώην σύντροφό του, Ιakouleva Irini του Οleg.

Ως συνή­γο­ροι πολι­τι­κής αγωγής στην υπόθεση παρί­στα­νται οι δικη­γό­ροι κ.κ. Βασίλης Καβου­ριού και Ούνα Χεϊλη και ως συνή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σης της Ρωσίδας ο δικη­γό­ρος κ. Στέλιος Αλε­ξαν­δρής.

Η υπόθεση διεκόπη διότι ο συνή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σης του 26χρονου, δικη­γό­ρος Αθηνών ασθέ­νησε.

Η έκβαση της δίκης για την υπόθεση, που απα­σχό­λησε την δικαιο­σύνη για μεγάλο χρονικό διά­στημα, ανα­μέ­νε­ται με ενδια­φέ­ρον.

Ο Νικό­λαος Μπα­τζα­νά­κης, ήδη από την εφηβεία του, αντι­με­τώ­πιζε σοβαρό πρό­βλημα με τη λήψη δια­φό­ρων ναρ­κω­τι­κών ουσιών.

Η μητέρα του προ­σπα­θούσε, μάταια, να τον βοη­θή­σει να απε­ξαρ­τη­θεί, με συνέ­πεια να υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους. Επι­πλέον, είχε να αντι­με­τω­πί­σει από τον γιο της τη συνεχή ανα­ζή­τηση χρη­μά­των, καθόσον γνώριζε ότι η μητέρα του είχε απο­κτή­σει, κατά τη διάρ­κεια της ζωής της, σημα­ντική ακίνητη περιου­σία αλλά και μετρητά, με απο­τέ­λε­σμα οι καβγά­δες να είναι συνε­χείς, δεδο­μέ­νου ότι αυτή αρνείτο να τον συν­δρά­μει οικο­νο­μικά, και οι σχέσεις τους να έχουν κλο­νι­στεί.

Μάλιστα, την Πέμπτη 14.06.2012 ο γιος της την επι­σκέ­φτηκε στο Γεννάδι, ζητώ­ντας της επι­τα­κτικά χρήματα, πράγμα που του αρνή­θηκε, με συνέ­πεια να ακο­λου­θή­σει έντονος καβγάς μεταξύ τους και οι ήδη τετα­μέ­νες σχέσεις τους να οξυν­θούν ακόμη περισ­σό­τερο.

Το γεγονός αυτό επη­ρέ­ασε τη μητέρα ιδιαί­τερα και το εκμυ­στη­ρεύ­τηκε σε φίλη της, όπως και η ίδια κατέ­θεσε.

Ο γιος είχε πλέον εμμονή με τα χρήματα της μητέρας του και τη συνεχή άρνησή της να τον συν­δρά­μει οικο­νο­μικά, επι­πλέον θεω­ρούσε ότι είχε αδι­κη­θεί σε σχέση με την αδελφή του, την οποία η μητέρα του, όπως πίστευε, είχε βοη­θή­σει, σε αντί­θεση με αυτόν.

Κατόπιν, λοιπόν,  της τελευ­ταίας άρνησής της για παροχή οικο­νο­μι­κής βοή­θειας, σε συν­δυα­σμό και με την παντελή έλλειψη χρη­μά­των, άρχισε να οργα­νώ­νει στο μυαλό του το σχέδιο εξό­ντω­σής της, προ­κει­μέ­νου έτσι να κατα­στεί κλη­ρο­νό­μος της περιου­σίας της.

Μάλιστα, εμπόδιο στα σχέδιά του δεν ήταν ούτε η Λ. Λ., υπε­ρή­λι­κας και πάσχουσα από Αλτσχάι­μερ, της οποίας τη φρο­ντίδα είχε ανα­λά­βει η μητέρα του, και η οποία συμ­βί­ωνε μαζί της, καθόσον αυτή, ακόμη και αυτό­πτης μάρ­τυ­ρας της πράξης του να ήταν, δεν θα μπο­ρούσε, λόγω της υγείας της, να κατα­θέ­σει οτι­δή­ποτε για το συμβάν.

Οι κατη­γο­ρού­με­νοι δανεί­στη­καν μια μοτο­συ­κλέτα και μετέ­βη­σαν στο Γεννάδι. Αφού την έκρυψαν, προ­χώ­ρη­σαν στην οικία της. Εκείνη την ώρα, αυτή βρι­σκό­ταν στην αυλή του σπιτιού και πότιζε τον κήπο.

Ο κατη­γο­ρού­με­νος, της γνω­στο­ποί­ησε το λόγο της επί­σκε­ψής τους, ζητώ­ντας της χρήματα, εκείνη, όμως, αρνή­θηκε, λέγο­ντάς του ότι δεν είχε λάβει ακόμη τη σύνταξή της. Η άρνηση της ήταν ανα­με­νό­μενη για τον ίδιο, κι έτσι ακο­λου­θώ­ντας το σχέδιο του, της ζήτησε να του φτιάξει καφέ, όπως κι έγινε.

Η μητέρα του δεν έκλεισε τη βρύση της αυλής, αφού δεν θεώρησε σκόπιμο να το πράξει, μιας και, ούσα ανυ­πο­ψί­α­στη, εισήλθε εντός της οικίας, προ­κει­μέ­νου να ετοι­μά­σει τον καφέ του υιού της και να εξέλθει στην αυλή για να συζη­τή­σει μαζί τους.

Οι δύο την ακο­λού­θη­σαν, με τη δεύτερη να στέ­κε­ται πλησίον της εξώ­θυ­ρας. Ο υιός της την πλη­σί­ασε αρκετά, ώστε να βρί­σκε­ται   σε   ικανή   από­σταση   και   κατάλ­ληλη   θέση   για   να εκτε­λέ­σει το προ­με­λε­τη­μένο σχέδιό του, και συγκε­κρι­μένα να αιφ­νι­διά­σει αυτήν και να την πλήξει από πίσω με το μαχαίρι που έφερε πάνω του.

Έτσι, τη στιγμή που η μητέρα του, έχοντας γυρίσει την πλάτη της προς αυτόν, έβγαλε στον πάγκο της κου­ζί­νας το δοχείο με τη ζάχαρη, τον καφέ, το σέικερ και το κου­τα­λάκι, κι ενώ ετοι­μα­ζό­ταν να βγάλει το μπου­κάλι με το νερό από το ψυγείο, αυτός την έπληξε επα­νει­λημ­μέ­νως  στην πλάτη και δη άρχισε να την καρ­φώ­νει με το μαχαίρι σε διάφορα σημεία.

Το  μένος  του   ήταν  ανε­ξέ­λεγ­κτο. Παρά ταύτα η μητέρα του, έχοντας ακόμη τις αισθή­σεις της, σφάδαζε και βογ­γούσε από τον υπερ­βο­λικό πόνο.

Τότε η δεύτερη κατη­γο­ρού­μενη,  η οποία όχι μόνο γνώριζε, από τον ίδιο, εξ αρχής το απάν­θρωπο σχέδιο, αλλά τον είχε ενι­σχύ­σει και ενθαρ­ρύ­νει, του είπε να την απο­τε­λειώ­σει γιατί δεν άντεχε τις κραυγές.

Έτσι αυτός, σε αντα­πό­κριση των παρο­τρύν­σεών της, συνέ­χισε να καρ­φώ­νει το ανή­μπορο σώμα της μητέρας του, κατα­φέ­ρο­ντάς της και άλλα τραύ­ματα. Συνο­λικά δε της κατά­φερε δεκα­τέσ­σερα τραύ­ματα.

Η μητέρα του ξεψύ­χησε εντός ολίγων λεπτών μπροστά στα μάτια τους, ενώ κεί­το­νταν μέσα σε λίμνη αίματος. Κατά την ένταση δε των πληγ­μά­των, ο πρώτος κατη­γο­ρού­με­νος αυτο­τραυ­μα­τί­στηκε στον αρι­στερό του μηρό.

Ακο­λού­θως, μετα­κί­νη­σαν το πτώμα στα αρι­στερά της κου­ζί­νας, και, κατ’ εφαρ­μογή του σχεδίου, άρχισαν να ανοί­γουν τα ντου­λά­πια και τα συρ­τά­ρια των υπνο­δω­μα­τίων και να πετούν δεξιά κι αρι­στερά ό,τι  υπήρχε εντός αυτών,  ώστε να  δοθεί,  σε εκεί­νους, που  θα εύρι­σκαν το πτώμα, η εντύ­πωση ότι επρό­κειτο για ληστεία.

Στο μεταξύ η δεύτερη κατη­γο­ρού­μενη, η οποία είχε ψύχωση με την καθα­ριό­τητα,   όπως   χαρα­κτη­ρι­στικά   κατέ­θεσε   η   αδελφή   του πρώτου,  καθά­ρισε με χλωρίνη επι­με­λώς και με κάθε λεπτο­μέ­ρεια τόσο το πάτωμα, όπου υπήρχε διάχυτο το αίμα της θανού­σης,   όσο   και   τα   λοιπά   σημεία   που   τυχόν   υπήρχαν  απο­τυ­πώ­ματα  και ίχνη τους.

Ακο­λού­θως, άλλαξαν τα ρούχα τους που ήταν λερω­μένα με κηλίδες αίματος και αφού άφησαν την εξώθυρα του σπιτιού μισά­νοι­χτη, τοπο­θε­τώ­ντας ένα έπιπλο έμπρο­σθεν αυτής, προ­φα­νώς για να μην  κλείσει  η πόρτα  από τον αέρα,  και να δώσουν έτσι  την εντύ­πωση ότι επρό­κειτο για ληστεία, διέ­φυ­γαν με προ­ο­ρι­σμό την οικία   της   δεύ­τε­ρης   κατη­γο­ρού­με­νης,   όπου   τους   ανέμενε ο φίλος τους.

Στη δια­δρομή πέταξαν σε διά­φο­ρους κάδους των παρα­κεί­με­νων χωριών τα ρούχα τους αλλά και το όπλο του εγκλή­μα­τος.

Η ζωή τους από εκεί και πέρα φάνηκε να συνε­χί­ζε­ται κανο­νικά. Ο πρώτος στις αρχές Αυγού­στου 2012, ενώ νοση­λευό­ταν στο Βενι­ζέ­λειο Νοσο­κο­μείο περι­θαλ­πό­με­νος από την μετέ­πειτα σύζυγο του πατέρα του, σε μια έκρηξη ειλι­κρί­νειας, προ­φα­νώς λόγω της βαρύ­τα­της κατά­στα­σης της υγείας του και της σκέψης ότι ίσως δεν κατα­φέ­ρει να αναρ­ρώ­σει, ένιωσε την ανάγκη να της εκμυ­στη­ρευ­τεί τα όσα είχαν συμβεί.

Την υπόθεση χει­ρί­ζε­ται ο δικη­γό­ρος κ. Στέλιος Αλε­ξαν­δρής.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.