Οι δημοσκοπήσεις των δύο πρώτων εβδομάδων της προεκλογικής περιόδου για την αναμέτρηση της 20ής Σεπτεμβρίου αποτυπώνουν μια ουσιώδη μεταβολή στις πολιτικές εξελίξεις σε σχέση με αυτό που συνηθίσαμε να βλέπουμε τους τελευταίους έξι μήνες: η διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. συρρικνώθηκε δραματικά ή και εξαφανίστηκε.

Από το δημοσκοπικό τοπίο του κυρίαρχου κόμματος, επιστρέψαμε στην πραγματικότητα του ασθενούς μεν, υπαρκτού δε, δικομματισμού. Η μεταβολή αυτή των όρων του κομματικού ανταγωνισμού αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις συσπειρώσεις των κομμάτων και στις δηλούμενες μετακινήσεις των εκλογέων αυτή τη στιγμή. Βεβαίως, για άλλη μία φορά οφείλουμε να υπενθυμίσουμε πως οι δημοσκοπήσεις αποτελούν ευαίσθητη φωτογραφία της στιγμής και όχι εκτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος και πως οι δύο εβδομάδες που απομένουν μέχρι την ημέρα των εκλογών είναι ικανό διάστημα για να δούμε κάθε είδους ανατροπή της σημερινής εικόνας.

Σε όλες τις έρευνες η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ κινείται κοντά στο 60%, αρκετά χαμηλά για την παρούσα φάση. Ενα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, περίπου το 10% των ψηφοφόρων του Ιανουαρίου (3% του εκλογικού σώματος), δηλώνει σε αυτή τη φάση πως θα απόσχει από τις εκλογές, γεγονός που θα δυσκολέψει την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ αν οι ψηφοφόροι αυτοί επιμείνουν μέχρι το τέλος στην απόφασή τους.

Σε ό,τι αφορά τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, αυτές κατευθύνονται κυρίως προς τη Λαϊκή Ενότητα του Π. Λαφαζάνη, η οποία εισπράττει προς το παρόν περίπου το 10% των εκλογέων του ΣΥΡΙΖΑ που δηλώνουν πως θα συμμετάσχουν στις εκλογές. Επιπλέον, ένα 5%-7% δηλώνει πως θα ψηφίσει Ν.Δ., ενώ μικρότερα ποσοστά μετακινούνται προς την Ενωση Κεντρώων ή το Ποτάμι. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται εισροές ψηφοφόρων κυρίως από το Ποτάμι, το ΚΚΕ και τους ΑΝΕΛ, εισροές που προς το παρόν δεν ισοσκελίζουν τις απώλειές του.

Αντίθετα από τον ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει μια εντυπωσιακή συσπείρωση της εκλογικής της βάσης της τάξης του 80%. Η παρουσία του Β. Μεϊμαράκη φαίνεται πως λειτούργησε συσπειρωτικά, ιδιαίτερα μετά την εικόνα βαθιάς αποσυσπείρωσης που παρουσίαζε το προηγούμενο εξάμηνο υπό τον Αντ. Σαμαρά. Οι απώλειες της Ν.Δ. είναι μικρές και κατευθύνονται κυρίως προς το Ποτάμι και την Ενωση Κεντρώων του Β. Λεβέντη.

Αντίθετα, η Ν.Δ. υποδέχεται ψηφοφόρους από τη Χρυσή Αυγή (20% των ψηφοφόρων της), από τους ΑΝΕΛ (18%), το ΠΑΣΟΚ (20%) και το Ποτάμι (14%), και βεβαίως από τον ΣΥΡΙΖΑ (7%).

Τα μικρότερα κόμματα

Παρά το γεγονός πως το βασικό σενάριο δείχνει ότι θα έχουμε μια Βουλή 8 κομμάτων, η επανάκαμψη του δικομματισμού αποτελεί εμπόδιο στις φιλοδοξίες των μικρότερων κομμάτων για αύξηση της δύναμής τους. Βέβαια, η ήπια (προς το παρόν) πόλωση δεν λειτουργεί σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, η Χ.Α. και το ΚΚΕ έχουν ποσοστά συσπείρωσης της τάξης του 80%, γεγονός που τους επιτρέπει να προσδοκούν εύλογα μια αύξηση των δυνάμεών τους ή έστω σταθεροποίηση. Σχετικά καλή εικόνα δείχνει και το ΠΑΣΟΚ που παρουσιάζει γύρω στο 60% συσπείρωση, όχι εντυπωσιακό μεν ποσοστό, αλλά αρκετά υψηλό για το ΠΑΣΟΚ των τελευταίων χρόνων. Σημάδι ανησυχίας για το ΠΑΣΟΚ είναι το γεγονός πως, με εξαίρεση την «αιμοδοσία» που του προσφέρουν οι πρώην ψηφοφόροι του ΚΙΔΗΣΟ, προς το παρόν δεν έχει άλλη σοβαρή πηγή άντλησης ψήφων.

Αντίθετα με την εικόνα των τριών παραπάνω κομμάτων, η εικόνα μπορεί να χαρακτηριστεί σχετικά προβληματική για το Ποτάμι (μόλις 45% συσπείρωση), που ακόμη δεν δείχνει να έχει πείσει περίπου τους μισούς από τους ψηφοφόρους του των τελευταίων εκλογών. Βέβαια το Ποτάμι είχε δείξει ανάλογη τάση και τον Ιανουάριο, όταν η συσπείρωσή του σε σχέση με τις Ευρωεκλογές παρουσίαζε παρόμοια χαρακτηριστικά. Με άλλα λόγια, οι ψηφοφόροι του δείχνουν μεγάλη κινητικότητα και ρευστότητα, πράγμα που άλλοτε είναι καλό αλλά άλλοτε μπορεί να αποβεί ζημιογόνο για την εκλογική του επίδοση. Η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για τους ΑΝΕΛ. Με ποσοστό συσπείρωσης λίγο πάνω από 30% και με απώλειες τόσο προς τη Ν.Δ. όσο και προς τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το καμπανάκι του συναγερμού για πιθανό αποκλεισμό του κόμματος του Π. Καμμένου από την επόμενη Βουλή έχει χτυπήσει.

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΣ**

*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
** Ο κ. Γιώργος Σιάκας είναι πολιτικός επιστήμονας και επιστημονικός συνεργάτης της Μονάδας Ερευνών Κοινής Γνώμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Καθημερινή

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ