- Η ελληνική οικονομία εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις όπως αυξημένο λειτουργικό κόστος και περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
- Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, κριτικάρει την κυβερνητική πολιτική, χαρακτηρίζοντας ανεπαρκή τη ρύθμιση των 72 δόσεων και προειδοποιεί για την απειλή της βιωσιμότητας χιλιάδων επαγγελματιών λόγω έλλειψης ρευστότητας.
- Η αύξηση του ακατάσχετου ορίου στα 1600 ευρώ αφορά μόνο φυσικά πρόσωπα και δεν προσφέρει λύσεις στις ανάγκες των επιχειρήσεων, με τους επαγγελματίες να ζητούν να συμπεριληφθούν στις ρυθμίσεις.
- Η οικονομική πολιτική πρέπει να εστιάσει ξανά στη στήριξη της μικρής επιχειρηματικότητας, καθώς οι επιπτώσεις των προηγούμενων κρίσεων παραμένουν έντονες στην ελληνική αγορά.
• Η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως η εικόνα που καταγράφεται στην πραγματική αγορά παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο λειτουργικό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις και σοβαρές προκλήσεις που συνδέονται με την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ασκεί έντονη κριτική στην κυβερνητική πολιτική για τις μικρές επιχειρήσεις, χαρακτηρίζει ανεπαρκή την νέα ρύθμιση των 72 δόσεων, μιλά για αποκλεισμό των μικρομεσαίων από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και προειδοποιεί ότι η έλλειψη ρευστότητας απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων επαγγελματιών. Παράλληλα, αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η εστίαση και ο τουρισμός, ενώ επισημαίνει ότι η οικονομική πολιτική οφείλει να επαναφέρει στο επίκεντρο τη μικρή επιχειρηματικότητα.
• Κύριε Καββαθά, παρά τις θετικές διεθνείς εξελίξεις και τα μηνύματα σταθεροποίησης στην παγκόσμια οικονομία, ποια είναι η εικόνα που βλέπετε σήμερα στην ελληνική αγορά;
Είναι προφανές ότι κάθε εξέλιξη που συμβάλλει στη μείωση της διεθνούς αβεβαιότητας λειτουργεί θετικά για την οικονομία. Ωστόσο, οι επιπτώσεις των προηγούμενων κρίσεων δεν εξαφανίζονται από τη μία μέρα στην άλλη. Στην Ελλάδα εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα, τόσο σε επίπεδο νοικοκυριών όσο και επιχειρήσεων. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν δει το λειτουργικό τους κόστος να αυξάνεται δραματικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία μας, η αύξηση ξεπερνά το 37% κατά μέσο όρο. Την ίδια στιγμή καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ψηφιακής μετάβασης και της πράσινης οικονομίας χωρίς τους αναγκαίους πόρους και χωρίς ουσιαστική στήριξη.
• Η κυβέρνηση προωθεί τη ρύθμιση των 72 δόσεων. Εκτιμάτε ότι κινείται προς την σωστή κατεύθυνση για τους φορολογούμενους;
Πρόκειται για μια ρύθμιση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της αγοράς. Καλύπτει οφειλές μέχρι το τέλος του 2023 και αφήνει εκτός ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σχεδόν δυόμισι ετών, κατά το οποίο δημιουργήθηκαν νέες υποχρεώσεις.
Επιπλέον, δεν προβλέπει ουσιαστική μείωση προσαυξήσεων και επιβαρύνσεων, ώστε να γίνει πραγματικά βιώσιμη για τον οφειλέτη. Όταν ένας επαγγελματίας αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σημερινές του υποχρεώσεις, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια ρύθμιση που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες.
• Ανακοινώθηκε επίσης αύξηση του ακατάσχετου ορίου στα 1600 ευρώ. Ισχύει μόνον για τα φυσικά πρόσωπα αλλά δεν βοηθάει τις επιχειρήσεις. Πώς το σχολιάζετε;
Περιμένουμε να δούμε τις τελικές διευκρινίσεις, γιατί μέχρι σήμερα οι σχετικές προβλέψεις αφορούσαν κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους. Εμείς ζητούμε ρητά να συμπεριληφθούν και οι επαγγελματίες, οι έμποροι και οι βιοτέχνες. Αλλά ακόμα κι έτσι, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ύψος του ακατάσχετου. Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια ζητούμε τη δημιουργία ενός ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού. Ενός λογαριασμού μέσα από τον οποίο θα εξυπηρετούνται οι υποχρεώσεις προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους εργαζόμενους και τους προμηθευτές. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται η πρακτική των μαζικών δεσμεύσεων τραπεζικών λογαριασμών.
• Πόσο εκτεταμένο είναι σήμερα αυτό το φαινόμενο;
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σήμερα υπάρχουν περίπου 1,75 εκατομμύρια δεσμευμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί. Αυτό δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για χιλιάδες επιχειρήσεις.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η παραοικονομία και δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων που προσπαθούν να λειτουργήσουν νόμιμα και εκείνων που αναγκάζονται να κινηθούν εκτός του επίσημου οικονομικού κυκλώματος για να επιβιώσουν.
• Ένα από τα βασικά παράπονα της αγοράς είναι η δυσκολία να βρεθεί χρηματοδότηση από το τραπεζικό σύστημα και φυσικά, η ρευστότητα. Πώς είναι η κατάσταση;
Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, μόλις 65.000 έως 70.000 επιχειρήσεις έχουν ουσιαστική πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα. Όταν στη χώρα λειτουργούν περίπου 950.000 επιχειρήσεις, αντιλαμβάνεστε ότι μιλάμε για ένα ποσοστό που δεν ξεπερνά το 7%. Με απλά λόγια, το 93% των επιχειρήσεων παραμένει εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης. Αυτό είναι ένα τεράστιο αναπτυξιακό πρόβλημα.
• Αυτό σημαίνει ότι μια μικρή επιχείρηση, χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαια δεν μπορεί να ακολουθήσει την νέα εποχή ούτε και να έχει περιθώρια ανάπτυξης.
Είναι πράγματι πολύ δύσκολο. Οι επιχειρήσεις κατανοούν την ανάγκη για ψηφιακό μετασχηματισμό και πράσινες επενδύσεις. Σύμφωνα με τις έρευνες του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ, περίπου οι μισές έχουν προσπαθήσει να επενδύσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως οι περισσότερες το κάνουν με ίδιους πόρους και σε πολύ περιορισμένη κλίμακα. Μιλάμε για επενδύσεις της τάξης των 10.000 ή 15.000 ευρώ, ποσά που δεν επαρκούν για να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες ανταγωνιστικότητας.
• Έχουμε ακούσει ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης δεν έφτασαν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Για ποιον λόγο;
Αυτό είναι απολύτως σαφές. Το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης διοχετεύθηκε κυρίως σε επιχειρήσεις που ήδη διέθεταν πρόσβαση σε χρηματοδότηση και επαρκή ρευστότητα. Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έμειναν ουσιαστικά εκτός. Το ίδιο συνέβη και σε αρκετές δράσεις του ΕΣΠΑ, όπου οι προϋποθέσεις συμμετοχής λειτούργησαν ως φίλτρα αποκλεισμού για χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους και ατομικές επιχειρήσεις. Αποτέλεσμα είναι να διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στις μεγάλες και τις μικρές επιχειρήσεις.
• Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίοι;
Χωρίς αμφιβολία η έλλειψη ρευστότητας. Τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ δείχνουν ότι μία στις δύο επιχειρήσεις είτε δεν διαθέτει καθόλου ταμειακά αποθέματα είτε διαθέτει πόρους που επαρκούν μόλις για έναν μήνα λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες επιχειρήσεις βρίσκονται διαρκώς στο όριο της επιβίωσης. Δεν μπορούν να σχεδιάσουν επενδύσεις, δεν μπορούν να αναπτυχθούν και πολλές φορές δυσκολεύονται ακόμη και να καλύψουν τις τρέχουσες υποχρεώσεις τους.
• Ποια πολιτική χρειάζεται κατά τη γνώμη σας;
Πρέπει να εφαρμοστεί στην πράξη η ευρωπαϊκή αρχή «Σκέψου πρώτα σε μικρή κλίμακα». Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 99,8% των επιχειρήσεων στην Ευρώπη και τον βασικό πυλώνα της απασχόλησης και της ανάπτυξης. Δεν μπορεί η οικονομική πολιτική να σχεδιάζεται με γνώμονα μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αν δεν στηριχθεί η μικρή επιχειρηματικότητα, δεν μπορεί να υπάρξει ισόρροπη ανάπτυξη.
• Ενώ βρισκόμαστε ήδη στον Ιούνιο και παρακολουθούμε την εξέλιξη της φετινής τουριστικής περιόδου, ποια εικόνα έχετε από τον κλάδο της εστίασης;
Ο τουρισμός παραμένει ένας ισχυρός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο υπάρχουν σοβαρές προκλήσεις. Στον κλάδο της εστίασης καταγράφεται για ακόμη μία χρονιά αρνητική πορεία στον κύκλο εργασιών. Το πρόβλημα σχετίζεται άμεσα με το διαθέσιμο εισόδημα. Οι Έλληνες καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους λόγω ακρίβειας, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με πολλούς Ευρωπαίους επισκέπτες που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες πιέσεις στις χώρες τους. Παρατηρούμε μικρότερη διάρκεια παραμονής, πιο συγκρατημένη κατανάλωση και συνολικά μια μεγαλύτερη προσοχή στις δαπάνες. Επιπρόσθετα, υπάρχουν και άλλα ζητήματα που επιβαρύνουν την εστίαση. Το φορολογικό βάρος παραμένει υψηλό. Η συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ στον τουρισμό και την εστίαση παραμένει ανοιχτή εδώ και χρόνια χωρίς ουσιαστική κατάληξη. Παράλληλα, αντιμετωπίζουμε έντονο πρόβλημα έλλειψης προσωπικού. Υπάρχουν περισσότερες από 30.000 κενές θέσεις εργασίας στην εστίαση, ενώ συνεχίζουμε να ζητούμε τη δυνατότητα μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει συμπεριληφθεί στις σχετικές κυβερνητικές αποφάσεις.
• Βέβαια υπάρχει και η παράμετρος με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, που επηρεάζει τον τουρισμό…
Αναμφίβολα και ξέρετε, οι αμιγώς τουριστικές περιοχές όπως η Ρόδος και συνολικά τα νησιά του Αιγαίου επηρεάζονται από τη μείωση των αφίξεων από το Ισραήλ, που αποτελεί μια σημαντική τουριστική αγορά. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν πάντοτε αβεβαιότητα και επηρεάζουν τις ταξιδιωτικές επιλογές. Το ζητούμενο είναι η ελληνική οικονομία να αποκτήσει μεγαλύτερες αντοχές και να μην εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες. Και αυτό προϋποθέτει μια ισχυρή, βιώσιμη και χρηματοδοτούμενη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

.gif)














