- Ο Τούρκος υπήκοος, που συνελήφθη στη Σύμη, κατηγορείται για μεταφορά παράτυπων μεταναστών και παράνομη είσοδο στη χώρα.
- Η δικογραφία εδράζεται σε μαρτυρίες μεταναστών που τον αναγνώρισαν και σε ψηφιακά ίχνη που τον συνδέουν με τη Σύμη από τον Ιούλιο.
- Η σύλληψή του έγινε όταν εντοπίστηκε να κυβερνά ιστιοφόρο χωρίς έγγραφα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά μεταναστών.
- Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, αποκαλύφθηκε ότι οι μετανάστες πλήρωσαν 6.000 ευρώ ο καθένας για τη μεταφορά τους από την Τουρκία.
• Ο Τούρκος υπήκοος, που συνελήφθη στις 24 Αυγούστου 2026 έξω από τον όρμο Πέδι της Σύμης να κυβερνά ιστιοφόρο χωρίς έγγραφα, αρνείται ότι μετέφερε μετανάστες και επικαλείται μηχανική βλάβη, όμως τα ψηφιακά ίχνη από το κινητό του δείχνουν παρουσία στο νησί σε τουλάχιστον 5 ημερομηνίες μέσα στο καλοκαίρι, ενώ Σύροι και Παλαιστίνιοι μεταφερόμενοι τον αναγνώρισαν ως τον άνθρωπο στο τιμόνι
Την πόρτα της Ανακρίτριας Ρόδου περνά σήμερα ο 33χρονος Τούρκος υπήκοος που συνελήφθη στη Σύμη, κατηγορούμενος για μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου, κατά συρροή, από κερδοσκοπία και κατ’ επάγγελμα, καθώς και για παράνομη είσοδο στη χώρα κατ’ εξακολούθηση.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η δικογραφία που σχηματίστηκε από το Λιμεναρχείο Σύμης δεν στηρίζεται μόνο στις μαρτυρίες των παράτυπα εισελθόντων που τον υπέδειξαν ως τον μεταφορέα τους, αλλά και σε ένα πυκνό ψηφιακό αποτύπωμα από το ίδιο του το κινητό, που τον τοποθετεί στη Σύμη επανειλημμένα από τις αρχές Ιουλίου μέχρι και την ημέρα του τελευταίου δρομολογίου.
Ο εντοπισμός στον Γιαλό και η σύλληψη στο Πέδι
Όλα ξεκίνησαν το απόγευμα της Κυριακής 23 Αυγούστου 2026, όταν στελέχη του Λιμεναρχείου Σύμης που εκτελούσαν υπηρεσία στην περιοχή του Γιαλού εντόπισαν 5 παράτυπα εισελθόντα άτομα. Επρόκειτο για 4 υπηκόους Συρίας, 3 ενήλικες γυναίκες ηλικίας 40, 23 και 19 ετών και 1 αγοράκι 4 ετών που συνόδευε η μία εξ αυτών, καθώς και για έναν 23χρονο υπήκοο Παλαιστίνης. Οι 5 συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο λιμενικό κατάστημα, ενώ έρευνες στην ευρύτερη περιοχή για επιπλέον άτομα απέβησαν αρνητικές. Κατά την προανάκριση δήλωσαν ότι είχαν εκκινήσει μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας, γύρω στις 11:00, από τα έναντι τουρκικά παράλια πλησίον της περιοχής Σελιμιγιέ, με ιστιοφόρο στο οποίο επέβαιναν συνολικά 13 έως 15 άτομα και ένας χειριστής, και ότι αποβιβάστηκαν σε ακτή του νησιού περί ώρα 14:30. Για τη μεταφορά τους από την Τουρκία στην Ελλάδα κάθε επιβάτης φέρεται να κατέβαλε 6.000 ευρώ.
Η συνέχεια γράφτηκε το πρωί της Δευτέρας 24 Αυγούστου 2026. Περί ώρα 09:30, περιπολικό σκάφος, εντόπισε κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης περιπολίας ανατολικά του όρμου Πέδι ένα ιστιοφόρο να εξέρχεται από τον όρμο. Κατά τον νομότυπο έλεγχο διαπιστώθηκε ότι επέβαινε σε αυτό μόνο ένας άνδρας τουρκικής υπηκοότητας, χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς έγγραφα του σκάφους. Ο κυβερνήτης του περιπολικού και το πλήρωμά του τον αναγνώρισαν αμέσως, καθώς επρόκειτο για το πρόσωπο που αναζητούσε το Λιμεναρχείο Σύμης για τη μεταφορά μεταναστών της 15ης Αυγούστου 2026, με φωτογραφικό υλικό που είχε ήδη διαμοιραστεί στις υπηρεσίες. Ο 33χρονος, προσήχθη στη λιμενική αρχή μαζί με το σκάφος του, ένα λευκό ιστιοφόρο τουρκικής σημαίας μήκους 9 μέτρων, που έφερε βοηθητικό φουσκωτό μήκους 2,5 μέτρων με εξωλέμβια μηχανή 40 ίππων. Εκεί, οι συλληφθέντες της προηγούμενης ημέρας τον υπέδειξαν ως τον μεταφορέα τους. Το ιστιοφόρο και το κινητό του τηλέφωνο, μια συσκευή τελευταίας τεχνολογίας, κατασχέθηκαν.
Καθοριστική για την ταυτοποίηση υπήρξε η ένορκη κατάθεση του 23χρονου Παλαιστίνιου, του μόνου από την ομάδα που γνώριζε αγγλικά. Ο άνδρας, ο οποίος κατέθεσε ότι έφυγε από τον Λίβανο τον Ιούνιο του 2026 και μέσω Σμύρνης έφτασε στο Σελιμιγιέ, ήταν κατηγορηματικός ότι ο 33χρονος είχε τον χειρισμό του σκάφους σε όλη τη διάρκεια του πλου και ότι κανείς άλλος δεν άγγιξε το τιμόνι.
Οι λίρες, ο μεσάζων και η μηχανική βλάβη
Κατά την εξέτασή του χωρίς όρκο στο Λιμεναρχείο Σύμης, με τη συνδρομή δύο διερμηνέων, ο 33χρονος έδωσε μια εκδοχή που επιχειρεί να τον αποσυνδέσει από τον ρόλο του διακινητή. Υποστήριξε ότι γνωρίζει έναν ομοεθνή του, ο οποίος του πρόσφερε 5.000 τουρκικές λίρες για να μεταφέρει κάποια άτομα με βοηθητικό σκάφος από τις τουρκικές ακτές της περιοχής Σελιμιγιέ προς ιστιοφόρο αγκυροβολημένο εκεί κοντά. Παραδέχθηκε ότι έκανε αυτή τη μεταφορά 5 ατόμων το απόγευμα του Σαββάτου 22 Αυγούστου 2026, ισχυρίστηκε όμως ότι στη συνέχεια το ιστιοφόρο το παρέλαβε άλλος καπετάνιος, άγνωστος σε εκείνον, ο οποίος και μετέφερε τους επιβαίνοντες σε προορισμό που ο ίδιος αγνοεί.
Για την επόμενη ημέρα, ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι ο ίδιος μεσάζων του ζήτησε απλώς να μετακινήσει το ιστιοφόρο από το Μαρμαρίς, όπου βρισκόταν, προς την περιοχή Ορχανιέ της τουρκικής ακτογραμμής. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, όπως ισχυρίζεται, το σκάφος υπέστη μηχανική βλάβη και έτσι βρέθηκε στον όρμο Πέδι της Σύμης, όπου αποκατέστησε τη ζημιά και συνέχισε την πορεία του προς την Τουρκία. Μόλις εξήλθε από τον όρμο, τον σταμάτησε το σκάφος της ελληνικής ακτοφυλακής. Για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ιστιοφόρου δήλωσε ότι πιστεύει πως ανήκει στον άνθρωπο που του ανέθεσε τις μεταφορές.
Όταν του υποδείχθηκε ότι οι συλληφθέντες της 16 Αυγούστου 2026 είχαν δείξει στις αρχές φωτογραφίες από τα κινητά τους που τον απεικονίζουν και τον είχαν κατονομάσει ως τον διακινητή και μεταφορέα τους από την Τουρκία στην Ελλάδα, ο 33χρονος αναγνώρισε ότι είναι πράγματι το πρόσωπο των φωτογραφιών. Επέμεινε ωστόσο ότι και τότε ο ρόλος του εξαντλήθηκε στη μεταφορά με το βοηθητικό σκάφος από τις τουρκικές ακτές προς το αγκυροβολημένο ιστιοφόρο. Μάλιστα, σε μια κίνηση που εκ του αποτελέσματος στράφηκε εναντίον του, παραχώρησε οικειοθελώς στους ανακριτικούς υπαλλήλους πρόσβαση στο κινητό του, δηλώνοντας ότι δεν έχει τίποτα ύποπτο να κρύψει.
Πέντε ημερομηνίες στο χρονολόγιο, μία εκδοχή που καταρρέει
Η πρόσβαση στη συσκευή αποδείχθηκε καθοριστική. Από το χρονολόγιο της εφαρμογής χαρτών προέκυψε, σύμφωνα με στοιχεία της προανάκρισης, ότι ο 33χρονος είχε βρεθεί στη Σύμη τουλάχιστον στις 3 Ιουλίου 2026, στις 18 Ιουλίου 2026, στις 26 Ιουλίου 2026, στις 15 και 16 Αυγούστου 2026 και στις 23 Αυγούστου 2026, με μετακινήσεις απευθείας από τα απέναντι τουρκικά παράλια και όχι από το Μαρμαρίς, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Στη συσκευή εντοπίστηκαν επιπλέον φωτογραφίες και βίντεο με αποθηκευμένα μεταδεδομένα τοποθεσίας, μεταξύ των οποίων και βίντεο με ημερομηνία λήψης 18 Ιουλίου 2026, που επιβεβαιώνουν την παρουσία του στο νησί τις επίμαχες ημερομηνίες. Το υλικό εξήχθη από τη συσκευή και επισυνάφθηκε στη δικογραφία.
Όταν τα ευρήματα τέθηκαν υπόψη του, ο κατηγορούμενος τα αμφισβήτησε συλλήβδην, απαντώντας ότι δεν ισχύουν, ότι έφτασε στην περιοχή μόλις την προηγούμενη ημέρα από το Μαρμαρίς και ότι η τελευταία φορά που είχε επισκεφθεί τη Σύμη ήταν πριν από περίπου 1 χρόνο, τότε με νόμιμη είσοδο και διαβατήριο. Σε ερώτηση αν έχει απασχολήσει στο παρελθόν τις αρχές, απάντησε αρνητικά. Η απόσταση ανάμεσα στους ισχυρισμούς του και στα ψηφιακά δεδομένα αναμένεται να αποτελέσει το κεντρικό ζητούμενο της απολογίας του ενώπιον της Ανακρίτριας.
Το προηγούμενο δρομολόγιο του Δεκαπενταύγουστου
Η δικογραφία δεν εξαντλείται στο περιστατικό της 23ης Αυγούστου 2026. Το απόγευμα της 15ης Αυγούστου 2026, λευκό ιστιοφόρο απέπλευσε περί ώρα 14:00 από την περιοχή Σελιμιγιέ της Τουρκίας και αποβίβασε γύρω στις 18:30 σε περιοχή βορειοανατολικά της Σύμης, πλησίον του όρμου Πέδι, 9 υπηκόους Συρίας, 7 γυναίκες και 2 άνδρες. Μετά την αποβίβαση ο κυβερνήτης αναχώρησε άμεσα προς τα απέναντι τουρκικά παράλια, ενώ οι μετανάστες ακολούθησαν μονοπάτι προς τον οικισμό, όπου εντοπίστηκαν το πρωί της 16ης Αυγούστου 2026, περί ώρα 08:45, στην περιοχή του λιμένα του Γιαλού. Για εκείνη τη μεταφορά, κάθε επιβάτης φέρεται να είχε καταβάλει 10.000 ευρώ.
Ένας 32χρονος Σύρος από τη Λατάκια, ο μόνος αγγλόφωνος της ομάδας, περιέγραψε με λεπτομέρειες τη διαδρομή του. Κατέθεσε ότι έφυγε από τη Συρία τον Φεβρουάριο του 2026 λόγω του πολέμου, ότι πέρασε από τον Λίβανο, ότι τον Ιούλιο του 2026 ταξίδεψε αεροπορικώς από τη Δαμασκό στη Σμύρνη και ότι μια εβδομάδα πριν από το ταξίδι μετακινήθηκε με λεωφορείο στη Μαρμαρίδα, με τελικό προορισμό την Ολλανδία όπου έχει φίλους. Το πρωί της 15ης Αυγούστου 2026 ένα ταξί τον μετέφερε μαζί με μια κοπέλα στην περιοχή Σελιμιγιέ, όπου συναντήθηκαν με άλλα 7 άτομα και με τον κυβερνήτη του σκάφους, έναν Τούρκο περίπου 30 ετών. Εκείνος τους παρέλαβε από την ακτή με μικρό βοηθητικό σκάφος σε 2 δρομολόγια, των 5 και των 4 ατόμων, και τους επιβίβασε στο ιστιοφόρο. Το ταξίδι προς την Ελλάδα διήρκεσε 3 έως 4 ώρες και, όπως κατέθεσε, καθ’ όλη τη διάρκεια του πλου οι μεταφερόμενοι παρέμεναν κλειδωμένοι στις καμπίνες. Στην αποβίβαση επαναλήφθηκε η ίδια διαδικασία με το βαρκάκι, σε ομάδες των 5 και των 4 ατόμων, και αμέσως μετά ο καπετάνιος αναχώρησε με κατεύθυνση την Τουρκία.
Από φωτογραφίες και βίντεο που είχαν τραβηχτεί εντός του σκάφους, οι αρχές απομόνωσαν τη μορφή ενός άνδρα που δεν συγκαταλεγόταν στους 9 συλληφθέντες και τον οποίο οι επιβάτες υπέδειξαν ως τον οδηγό του σκάφους που τους έφερε στην Ελλάδα. Το υλικό αυτό διαμοιράστηκε στις υπηρεσίες και οδήγησε στην αναγνώριση του 33χρονου κατά τον έλεγχο της 24 Αυγούστου 2026 έξω από το Πέδι.
Οι παράτυπα εισελθόντες και των δύο περιστατικών δήλωσαν την επιθυμία τους να καταθέσουν αίτημα πολιτικού ασύλου στην Ελλάδα, ενώ το Λιμεναρχείο Σύμης ζήτησε από την Εισαγγελία να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος τους. Αντιθέτως, ο φάκελος για τον 33χρονο, με τα 2 δρομολόγια, τα ποσά των 6.000 και 10.000 ευρώ κατ’ άτομο που φέρονται να καταβλήθηκαν και το σύνολο του ψηφιακού υλικού, βρίσκεται πλέον ενώπιον της Ανακρίτριας Ρόδου, όπου ο κατηγορούμενος καλείται να δώσει τις οριστικές του εξηγήσεις. Ως συνήγορός του παρίσταται ο κ. Αχιλλέας Δασκαλάκης.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)




















