- Η τουριστική ανάπτυξη στα ελληνικά νησιά μετράται πλέον με δείκτες κατανάλωσης νερού και ενέργειας, καθώς και με την αύξηση των οικοδομικών αδειών και των τουριστικών υποδομών.
- Πολλά νησιά, όπως η Αστυπάλαια και η Κέρκυρα, έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, ενώ οι επαγγελματικές κλίνες συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται.
- Η Σαντορίνη και η Μύκονος καταγράφουν υψηλές διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο, με την Κέρκυρα να φτάνει σχεδόν 12 εκατομμύρια ετησίως, γεγονός που φανερώνει την υπερφόρτωση των νησιών.
- Ο καθηγητής Γιάννης Σπιλάνης επισημαίνει ότι η αύξηση των τουριστών και των υποδομών δεν οδηγεί σε βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά σε υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας, ειδικά στα μικρότερα νησιά.
Κάποτε στα νησιά «μετρούσαν» το καλοκαίρι με τα πρώτα μελτέμια, τα δρομολόγια των πλοίων που πύκνωναν και τις παρέες που κατέβαιναν στην παραλία λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Σήμερα το μετρούν με άλλους δείκτες – με τα κυβικά νερού και τα μεγαβάτ ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνονται, με τα απόβλητα και τα λύματα που πολλαπλασιάζονται, με τις οικοδομικές άδειες, τις νέες κλίνες και τις αφίξεις που αυξάνονται. Στις περισσότερες Κυκλάδες, στα Δωδεκάνησα και στα Επτάνησα, ο τουρισμός αποτελεί πια βασική δραστηριότητα, μια δύναμη που καθορίζει τις επενδύσεις, αλλά παράλληλα μεταλλάσσει το τοπίο και την καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στη νησιωτική Ελλάδα είναι βαθιά αντιφατική. Την ώρα που πληθώρα νησιών – Αστυπάλαια, Κάρπαθος, Τήνος, Αλόννησος, Σύμη, Κέρκυρα, Λέρος, Μεγανήσι, Πάτμος, Αίγινα – έχουν ήδη κηρυχθεί, πριν καλά-καλά ξεκινήσει η θερινή περίοδος, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, οι επαγγελματικές κλίνες συνεχίζουν αθόρυβα να πολλαπλασιάζονται, όπως και οι τουριστικές κατοικίες, τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης (τύπου Airbnb), οι νέες ξενοδοχειακές μονάδες, συχνά πλαισιωμένες από πισίνες κάθε κλίμακας και γεωμετρίας σε τόπους όπου το νερό λογίζεται, εδώ και χρόνια, ως είδος υπό πίεση.

Ο οικοδομικός «πρωταθλητισμός»
Το αποτύπωμα αυτής της αδιάκοπης επέκτασης γίνεται ορατό στις οικοδομικές άδειες που αυξάνονται, όπως στη Σαντορίνη και τη Μύκονο αλλά και στην Τήνο, όπου σχεδόν διπλασιάστηκαν το 2025 σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο. Οικοδομικός «πρωταθλητισμός» καταγράφεται επίσης σε Πάρο, Νάξο, Μήλο, Αντίπαρο, ακόμη και στο μικρό Κουφονήσι.
Αντίστοιχα, τα στοιχεία για τις διανυκτερεύσεις και τη δομημένη επιφάνεια φωτίζουν το μέγεθος της χωρικής επιβάρυνσης που προκαλεί ο υπερτουρισμός στα ελληνικά νησιά. Σύμφωνα με τη 3η Έκθεση του Παρατηρητηρίου Βιώσιμου Τουρισμού για τα νησιά του Αιγαίου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου Γιάννη Σπιλάνη, η Κέρκυρα (μαζί με τα Διαπόντια νησιά) καταγράφει σχεδόν 12 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις ετησίως σε πληθυσμό 98.127 κατοίκων. Ακολουθεί η Σαντορίνη με 5,8 εκατομμύρια. Στη Μύκονο οι διανυκτερεύσεις (4,6 εκατ.) αντιστοιχούν σε περισσότερες από 430 ανά κάτοικο, ενώ το ποσοστό δομημένης επιφάνειας φτάνει το 23,29%. Στη Σαντορίνη το τσιμέντο έχει καλύψει το 20,22% του νησιού και στην Πάρο το 7,09%, με ενδείξεις ότι οι πιέσεις για περαιτέρω ανάπτυξη παραμένουν ισχυρές. Αλλωστε και εκεί οι διανυκτερεύσεις ξεπερνούν τα 3,7 εκατομμύρια. Ακόμη και μικρότεροι προορισμοί, όπως το Κουφονήσι των 148 κατοίκων, εμφανίζουν σημαντική τουριστική ένταση, με τη δομημένη επιφάνεια να ξεπερνά το 8%.

Ο κ. Σπιλάνης ασκεί κριτική στο κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης που μετρά την επιτυχία κυρίως με βάση τις αφίξεις. Όπως υποστηρίζει, η συνεχής αύξηση των επισκεπτών και των τουριστικών υποδομών δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε βιώσιμη ανάπτυξη. Αντίθετα, οδηγεί σε υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των προορισμών, ιδιαίτερα των μικρών νησιών. Ο μαζικός τουρισμός αυξάνει την κατανάλωση περιορισμένων φυσικών πόρων, όπως το νερό, η γη και η ενέργεια, ενώ παράλληλα πολλαπλασιάζει την παραγωγή αποβλήτων (εκτιμώνται σε 1,8 έως 2 κιλά ανά διανυκτέρευση) και λυμάτων.
Όταν το νερό δεν φτάνει
Πουθενά ίσως δεν αποτυπώνεται πιο καθαρά το κόστος αυτής της ανάπτυξης από ό,τι στο νερό. Η εποχική κατανάλωση στα ελληνικά νησιά αποκαλύπτει ένα από τα πιο ακραία παραδείγματα υδατικής επιβάρυνσης λόγω υπερτουρισμού στη Μεσόγειο. Στη Μύκονο, με μόλις 10.700 μόνιμους κατοίκους, η ημερήσια κατανάλωση εκτοξεύεται από 1.600-2.000 κυβικά μέτρα τον χειμώνα σε 10.000-18.000 κυβικά μέτρα το καλοκαίρι, δηλαδή έως και εννέα φορές πάνω. Η Σαντορίνη εμφανίζει αύξηση άνω του 500%, η Πάρος και η Κάρπαθος 344% και η Νάξος 238%, καταδεικνύοντας έντονη εποχική υπερφόρτωση.
Ο καθηγητής Δημήτρης Εμμανουλούδης, επικεφαλής του Εργαστηρίου ASSIST και της έδρας UNESCO για τα Παρόχθια, Παράκτια και Δελταϊκά Οικοσυστήματα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, επισημαίνει ότι τα ξενοδοχεία υψηλής κατηγορίας αποτελούν εξαιρετικά μεγάλους καταναλωτές νερού. Οπως επισημαίνει, ενώ η κατανάλωση για έναν τουρίστα σε ένα απλό κατάλυμα ανέρχεται σε περίπου 450 λίτρα ημερησίως, στα ξενοδοχεία πολυτελείας μπορεί να φτάσει τα 1.000 λίτρα ανά άτομο την ημέρα. Οταν μάλιστα πρόκειται για μονάδες με εκατοντάδες κλίνες, γίνεται εύκολα αντιληπτό το βάρος που μεταφέρεται στα ήδη επιβαρυμένα υδατικά συστήματα των νησιών.
Σύμφωνα με την υδρολόγο και επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής Ελισσάβετ Φελώνη, η ζήτηση νερού εκτινάσσεται λόγω της τουριστικής πίεσης και της άναρχης εκτός σχεδίου δόμησης, με την πολιτεία να ακολουθεί συχνά στρατηγική διαχείρισης κρίσεων αντί πρόληψης. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει ότι οι μονάδες αφαλάτωσης από περίπου 80 το 2009 έχουν ξεπεράσει σήμερα τις 150. Σε πολλές περιπτώσεις, σημειώνει, τα έργα προχωρούν με κατεπείγουσες διαδικασίες, παρακάμπτοντας περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις. Επίσης, η καθηγήτρια αναφέρεται στο 30%-50% του νερού που χάνεται στο υπέδαφος, εξαιτίας των πεπαλαιωμένων δικτύων διανομής των Δήμων. Ειδικά για τα νησιά, που στην κυριολεξία «διψούν», η κυρία Φελώνη καταγγέλλει ότι οι αρμόδιοι έχουν εγκαταλείψει παλιές δοκιμασμένες πρακτικές, όπως η κατασκευή ομβροδεξαμενών, ενώ συνεχίζεται η ανάπτυξη ξενοδοχείων και εξοχικών κατοικιών με πισίνες χωρίς υδρολογικό έλεγχο.
Το 2025 η κυβέρνηση επιχείρησε να ενισχύσει την αντιμετώπιση της λειψυδρίας μέσω σχεδίου που περιλαμβάνει περισσότερα από 100 έργα ύδρευσης και αφαλάτωσης σε 61 νησιωτικούς δήμους, ωστόσο τα περισσότερα δεν έχουν καν δημοπρατηθεί. Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά νερού με υδροφόρες ή υδροφόρα πλοία παραμένει ως αναγκαία πρακτική.
Έξι μήνες σε ενεργειακή αιχμή
Η ιστορία του υπερτουρισμού «διαβάζεται» και στους μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος. Η καλοκαιρινή ενεργειακή ζήτηση, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου, εκτοξεύεται σε σχέση με τον χειμώνα στη Ρόδο κατά 235%, στις Σποράδες κατά 194%, στην Κω κατά 193% και στη Μύκονο κατά 190%. Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στους δύο ή τρεις μήνες αιχμής αλλά εκτείνεται από την άνοιξη έως το φθινόπωρο. Η Ρόδος εμφανίζει σχεδόν έξι μήνες συνεχούς αυξημένης κατανάλωσης (Απρίλιο – Σεπτέμβριο), ενώ η Κως, η Κέρκυρα, η Ζάκυνθος ακολουθούν με παρατεταμένες περιόδους υψηλής ζήτησης. Στη Μύκονο μπορεί η λεγόμενη επεκτεινόμενη τουριστική περίοδος να μην ξεπερνά τους 4 μήνες, ωστόσο καταγράφονται πολύ υψηλές κορυφώσεις κατανάλωσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΔΕΔΔΗΕ ξεκινά την προετοιμασία για την επόμενη τουριστική περίοδο αμέσως μετά το τέλος της προηγούμενης. Για το φετινό καλοκαίρι έχει ήδη ζητήσει πρόσθετες ενισχύσεις σε 14 μη διασυνδεδεμένα με το ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα νησιά (σε Ρόδο, Κω, Λέσβο, Θήρα, Χίο, Σάμο, Λήμνο, Μήλο, Κάρπάθο, Πάτμο, Σκύρο, Σέριφο, Κύθνο, Αμοργό).
Η παγίδα της μονοκαλλιέργειας
Όμως οι επιπτώσεις του υπερτουρισμού δεν αποτυπώνονται μόνο στους μετρητές νερού και ηλεκτρικού ρεύματος. Επεκτείνονται και στην ίδια τη δομή των τοπικών οικονομιών. Ο κ. Σπιλάνης προειδοποιεί ότι η υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό δημιουργεί οικονομίες «μονοκαλλιέργειας», με χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη καινοτομία και αυξημένη εξάρτηση από εξωτερικά κεφάλαια. Σειρά νησιωτικών δήμων, όπως η Μεγίστη, η Αστυπάλαια, η Αμοργός, η Σίφνος, η Θήρα και η Μύκονος, εμφανίζουν ποσοστά απασχόλησης σε καταλύματα και εστίαση που ξεπερνούν το 50% του συνόλου των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η συγκέντρωση τόσο μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας σε έναν μόνο κλάδο καθιστά τις τοπικές κοινωνίες ευάλωτες σε κάθε μεταβολή της τουριστικής ζήτησης. Στα Δωδεκάνησα το 33,9% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας προέρχεται από τα καταλύματα και την εστίαση. Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η τουριστική ανάπτυξη δημιουργεί σημαντικά οικονομικά οφέλη, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τις πιέσεις στη φέρουσα ικανότητα πολλών νησιωτικών προορισμών. Παράλληλα, επιβαρύνει την καθημερινότητα των κατοίκων μέσω της στεγαστικής κρίσης, της αύξησης του κόστους ζωής, της κυκλοφοριακής συμφόρησης στους δρόμους και της πίεσης στις δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι το κράτος δεν διαθέτει ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο σύστημα καταγραφής των συνεπειών του υπερτουρισμού. Τα στοιχεία παραμένουν κατακερματισμένα σε διαφορετικές υπηρεσίες, γεγονός που δυσκολεύει τόσο την επιστημονική αξιολόγηση όσο και τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών.
Το ερώτημα για τον κορεσμό
Το ερώτημα είναι αν τα νησιά έχουν ήδη φτάσει στα όρια του κορεσμού ή τα έχουν ξεπεράσει. Τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Βιώσιμου Τουρισμού για τα νησιά δείχνουν ότι η Σαντορίνη καταγράφει τη μεγαλύτερη συνολική πυκνότητα (με 964 κλίνες/ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ή 1.164,4 κλίνες αν αθροιστούν και οι μόνιμοι κάτοικοι), ξεπερνώντας ακόμη και την Αττική. Ακολουθούν Σαλαμίνα, Μύκονος, Σκιάθος, Αίγινα, Σπέτσες και Πόρος. Το όριο των 100 κλινών ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, που θεωρείται αποδεκτό από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, υπερβαίνεται πλέον σε μεγάλο αριθμό νησιών.
Ο δήμαρχος Θήρας Νίκος Ζώρζος σε πρόσφατο έγγραφό του προς την Περιφερειακή Ένωση Δήμων Νοτίου Αιγαίου μιλάει για απειλή της ίδιας της υπόστασης των νησιών. Στο ίδιο μήκος κύματος και πολλοί άλλοι τοπικοί άρχοντες του Νοτίου Αιγαίου που καταγγέλλουν την επέλαση των στρατηγικών επενδύσεων στον τουρισμό οι οποίες – όπως αναφέρουν – έχουν μετατραπεί σε «όχημα» αλλοίωσης του φυσικού πολιτιστικού και κοινωνικού ιστού των νησιών. Στον αντίποδα ο περιφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου Γιώργος Χατζημάρκος σε δηλώσεις του στο «Βήμα» υποστηρίζει ότι ο τουρισμός δεν είναι το πρόβλημα για τα νησιά αλλά η λύση και ότι το πραγματικό έλλειμμα βρίσκεται στις υποδομές και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Κανείς άλλωστε δεν αμφισβητεί ότι ο τουρισμός έφερε πλούτο και ανάπτυξη στα νησιά. Το ερώτημα δεν είναι αν τον χρειάζονται, αλλά πόσο τουρισμό μπορούν να αντέξουν ακόμη και με ποιους όρους. Σε τόπους όπου το νερό μεταφέρεται με υδροφόρες, η ηλεκτρική κατανάλωση πολλαπλασιάζεται μέσα σε λίγες εβδομάδες και όπου η δόμηση σκαρφαλώνει σε κάθε διαθέσιμη πλαγιά, η συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα παύει να αποτελεί ακαδημαϊκή άσκηση. Ως εναλλακτική, ο καθηγητής κ. Σπιλάνης προτείνει ένα μοντέλο βιώσιμου «αργού» τουρισμού με έμφαση στην ποιότητα, αντί για την ποσότητα, στη μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής των επισκεπτών, στη σύνδεση με την τοπική κοινωνία και τον πολιτισμό και στην προστασία του περιβάλλοντος και της ταυτότητας των νησιών.
Πηγή: tovima.gr
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













