- Το Μονομελές Πρωτοδικείο υποχρέωσε τον Δήμο να αποδώσει ποσά άνω των 201.000 ευρώ σε 104 εργαζομένους για τα έτη 2024 και 2025, επικαλούμενο προηγούμενες τελεσίδικες αποφάσεις.
- Οι ενάγοντες, κυρίως εργαζόμενοι στον τομέα καθαριότητας, ζητούσαν την αποκατάσταση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας, που είχαν καταργηθεί.
- Η υπόθεση σχετίζεται με τις μνημονιακές περικοπές της προηγούμενης δεκαετίας, οι οποίες οδήγησαν στη μείωση και τελικά στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων αυτών.
- Το δικαστήριο ανέφερε ότι η νομοθεσία που προκάλεσε τις περικοπές είναι αντισυνταγματική, υπογραμμίζοντας τη σημασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης των εργαζομένων.
• Το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεσμεύεται από προηγούμενες τελεσίδικες αποφάσεις και υποχρέωσε τον εναγόμενο φορέα να αποδώσει συνολικά ποσά που ξεπερνούν τα 201.000 ευρώ για τα έτη 2024 και 2025
Αλλη μία δικαστική κατάληξη στη μακρά υπόθεση των καταργημένων δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ήρθε με την υπ’ αριθμόν 384/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Το δικαστήριο δικαίωσε 104 εργαζομένους και κληρονόμους θανόντων εργαζομένων, κρίνοντας ότι το ζήτημα έχει ήδη λυθεί με προγενέστερες αμετάκλητες κρίσεις και ότι δεσμεύεται από αυτές.
Στην πλευρά των εναγόντων βρέθηκαν 104 πρόσωπα. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για εργαζομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι περισσότεροι εκ των οποίων υπηρετούν σε καθήκοντα καθαριότητας, ενώ μεταξύ τους περιλαμβάνονται οδηγοί, χειριστές, τεχνίτες, εργοδηγοί και υπάλληλοι άλλων ειδικοτήτων. Η πλειονότητα είχε προσληφθεί την 1 Μαρτίου 2011, με εξαίρεση έναν εργαζόμενο που εντάχθηκε στο προσωπικό τον Μάιο του 2012.
Στη υπόθεση περιλαμβάνονται επίσης τέσσερα πρόσωπα που ενήργησαν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι δύο εργαζομένων που είχαν αποβιώσει, ο ένας τον Δεκέμβριο και ο άλλος τον Νοέμβριο του 2024.
Εναγόμενος ήταν ο Δήμος όπου εργάζονταν οι ανωτέρω, ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Οι ενάγοντες ζήτησαν να τους καταβληθούν τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας, για τα έτη 2024 και 2025, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη που τα κατάργησε είναι αντισυνταγματική και αντίθετη σε υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες.
Η ουσία της διαφοράς ανάγεται στις μνημονιακές περικοπές της προηγούμενης δεκαετίας. Όπως αναλύεται εκτενώς στο σκεπτικό, τα επιδόματα εορτών και αδείας στον δημόσιο τομέα μειώθηκαν αρχικά κατά 30% με τον νόμο 3833/2010, αναπροσαρμόστηκαν εκ νέου με τον νόμο 3845/2010 στα 500 ευρώ για τα Χριστούγεννα και στα 250 ευρώ για το Πάσχα και την άδεια αντίστοιχα, και επανακαθορίστηκαν στα ίδια ποσά με το ενιαίο μισθολόγιο του νόμου 4024/2011.
Το τελευταίο βήμα ήταν η πλήρης κατάργησή τους. Με τη σχετική διάταξη του νόμου 4093/2012, που εντάχθηκε στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας έπαψαν να καταβάλλονται από την 1 Ιανουαρίου 2013 για το σύνολο των λειτουργών, υπαλλήλων και μισθωτών του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Στο νομικό σκέλος, το δικαστήριο παρέθεσε αναλυτικά το σχετικό συνταγματικό και διεθνές πλαίσιο, μεταξύ άλλων το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καθώς και πάγια νομολογία ανώτατων δικαστηρίων. Όπως αποτυπώνεται, η εκτίμηση του νομοθέτη για τη λήψη μέτρων περιστολής δαπανών σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης υπόκειται μόνο σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες.
Παρά την εκτενή ανάπτυξη του γενικού νομικού πλαισίου, το κρίσιμο σημείο που οδήγησε στη δικαίωση των εναγόντων ήταν το προϋπάρχον δεδικασμένο. Όπως προκύπτει, οι ενάγοντες είχαν διεκδικήσει και στο παρελθόν τα ίδια επιδόματα για παλαιότερα έτη, μέσω αγωγών που είχαν ασκηθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου.
Επί των αγωγών εκείνων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμόν 11/2021 και 9/2021 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου, οι οποίες έκαναν δεκτές τις αξιώσεις. Ο εναγόμενος Δήμος άσκησε εφέσεις, που όμως απορρίφθηκαν με τις υπ’ αριθμόν 69/2024 και 542/2025 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με αποτέλεσμα οι πρωτόδικες κρίσεις να καταστούν τελεσίδικες.
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι μεταξύ της παλαιότερης και της νέας δίκης υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού πρόκειται για αξιώσεις από την ίδια διαρκή εργασιακή σχέση και υπό το ίδιο νομικό καθεστώς, απλώς για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Κατέληξε, επομένως, ότι από τις τελεσίδικες αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο, από τη θετική λειτουργία του οποίου το παρόν δικαστήριο δεσμεύεται. Με τη συλλογιστική αυτή, η αγωγή έγινε δεκτή ως προς την κύρια βάση της.
Το δικαστήριο υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους εργαζομένους με αριθμούς 1 έως και 99 το ποσό των 2.000 ευρώ στον καθένα, που αντιστοιχεί, για τα δύο επίδικα έτη, σε 500 ευρώ ως επίδομα αδείας, 500 ευρώ ως δώρο Πάσχα και 1.000 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων.
Στον εκατοστό ενάγοντα, ο οποίος εργάστηκε έως τις 27 Νοεμβρίου 2025, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, επιδικάστηκε το ποσό των 1.937,50 ευρώ, αναλογικά προς τον χρόνο απασχόλησής του. Στους κληρονόμους του πρώτου αποβιώσαντος εργαζομένου επιδικάστηκαν 250 ευρώ και 750 ευρώ αντίστοιχα, ανάλογα με το κληρονομικό μερίδιο του καθενός, ενώ στις κληρονόμους του δεύτερου αποβιώσαντος επιδικάστηκαν 234,37 ευρώ και 703,12 ευρώ αντίστοιχα. Όλα τα ποσά καταβάλλονται με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση. Αθροιστικά, τα επιδικασθέντα ποσά ξεπερνούν συνολικά τις 201.875 ευρώ.
Τους ενάγοντες εκπροσώπησαν οι κκ. Απόστολος Γκατζιός και Εμμανουήλ Παπαϊωάννου.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)















