Τοπικές Ειδήσεις

Χωρίς νέα παράταση ο μηχανισμός των κατεδαφίσεων αυθαιρέτων στις παραλίες μπαίνει ξανά μπροστά

παραλια κατεδάφιση αυθαίρετα
Σύνοψη
  • Η προθεσμία της 30ης Ιουνίου 2026 σηματοδοτεί την επανενεργοποίηση των κατεδαφίσεων, εκτός αν υπάρξει νέα παράταση.
  • Οι υπηρεσίες που είχαν την ευθύνη πριν την 1η Μαΐου 2024 θα πρέπει να εκτελέσουν τα τελεσίδικα πρωτόκολλα, δίνοντας προτεραιότητα στις πιο πρόσφατες αυθαιρεσίες.
  • Αν δεν υπάρξει νέα ρύθμιση, οι εκκρεμότητες θα επανέλθουν αυτόματα στις αρμόδιες υπηρεσίες, αναγνωρίζοντας τον μεγάλο όγκο των ανεκτέλεστων υποθέσεων.
  • Με την εκπνοή της προθεσμίας, οι υπηρεσίες υποχρεούνται να διαβιβάσουν απολογισμό στο Υπουργείο Υποδομών για τις κατεδαφίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί.

• Με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που ορίστηκε για τις 30 Ιουνίου 2026, οι υπηρεσίες που είχαν την ευθύνη πριν την 1η Μαΐου 2024 καλούνται να επανενεργοποιήσουν την εκτέλεση των τελεσίδικων πρωτοκόλλων, εκτός αν μεσολαβήσει νέα παράταση που θα μετακινήσει εκ νέου το χρονικό όριο

Το χρονικό περιθώριο που είχε δοθεί για τη διαχείριση των εκκρεμών κατεδαφίσεων φτάνει στο τέλος του. Η ημερομηνία της 30ής Ιουνίου 2026 δεν λειτουργεί απλώς ως ένα ακόμη σημείο αναφοράς σε μια μακρά σειρά μεταβατικών ρυθμίσεων. Αποτελεί, τουλάχιστον στα χαρτιά, το σημείο όπου η διοίκηση οφείλει είτε να προχωρήσει στην εκτέλεση όσων εκκρεμούν είτε να αναζητήσει εκ νέου χρόνο μέσω παράτασης. Αν δεν εκδοθεί νέα ρύθμιση που να μεταθέτει την προθεσμία, η διαδικασία των κατεδαφίσεων επανέρχεται αυτόματα σε ισχύ, με τις αρμοδιότητες να γυρίζουν στις υπηρεσίες που τις κατείχαν πριν την 1η Μαΐου 2024.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον με όρους πρακτικής, και όχι θεωρίας, είναι απλό. Θα ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός όπως προβλέπει η ισχύουσα ρύθμιση ή θα ακολουθήσει μια ακόμη μετακίνηση του ορίου, που θα προστεθεί στη μακρά αλυσίδα αναβολών των τελευταίων ετών;
Τι ορίζει το πλαίσιο που εκπνέει
Η προθεσμία που λήγει στις 30 Ιουνίου 2026 προέκυψε ύστερα από μετάθεση του προηγούμενου ορίου, το οποίο τοποθετούνταν στις 31 Μαρτίου 2026. Η μεταφορά αυτή στηρίχθηκε στο άρθρο 43 παρ. 6 του ν. 5270/2026 και στην παρ. 5 του άρθρου 125ΚΑ του ν. 4495/2017, διατάξεις που συγκροτούν το νομικό πλαίσιο της μεταβατικής περιόδου.
Το ισχύον σχήμα προβλέπει ότι η εκτέλεση έως τη λήξη της προθεσμίας παραμένει στις υπηρεσίες που είχαν την ευθύνη πριν την 1η Μαΐου 2024, με κριτήριο προτεραιότητας τη χρονική εγγύτητα της αυθαιρεσίας προς το όριο της 30ής Ιουνίου 2026. Πρόκειται για διατύπωση που, πέρα από την τεχνική της λειτουργία, αποτυπώνει και τον όγκο των εκκρεμοτήτων. Όταν η ίδια η ρύθμιση χρειάζεται να ορίσει σειρά προτεραιότητας, αναγνωρίζει σιωπηρά ότι ο αριθμός των ανεκτέλεστων υποθέσεων παραμένει μεγάλος.
Στο ίδιο πλαίσιο ενσωματώθηκε και ένα σκέλος λογοδοσίας. Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποχρεούνται, εντός 10 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας, να διαβιβάσουν στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών όλα τα πρωτόκολλα που δεν εκτελέστηκαν, συνοδευόμενα από έκθεση για τις κατεδαφίσεις που πραγματοποιήθηκαν από την 1η Μαΐου 2024. Με άλλα λόγια, η εκπνοή της προθεσμίας ενεργοποιεί παράλληλα και μια διαδικασία απολογισμού, μέσα από την οποία θα αποτυπωθεί τι έχει ολοκληρωθεί και τι παραμένει σε εκκρεμότητα.
Τι σημαίνει στην πράξη η μη παράταση
Εφόσον δεν εκδοθεί νέα ρύθμιση παράτασης, η εικόνα είναι σαφής. Οι υπηρεσίες που κατείχαν την αρμοδιότητα πριν την 1η Μαΐου 2024 καλούνται να επανέλθουν στην εκτέλεση των τελεσίδικων πρωτοκόλλων, με προτεραιότητα στις υποθέσεις που βρίσκονται χρονικά πλησιέστερα στο όριο. Η διαδικασία δεν εκκινεί από μηδενική βάση. Στηρίζεται σε πρωτόκολλα που έχουν ήδη καταστεί τελεσίδικα και τα οποία, για διάφορους λόγους, δεν είχαν προχωρήσει στον ρυθμό που είχε προαναγγελθεί.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η επανενεργοποίηση δεν προϋποθέτει νέα κανονιστική πράξη. Προϋποθέτει, αντιθέτως, την απουσία νέας παράτασης. Αν το χρονικό παράθυρο κλείσει χωρίς αντικατάστασή του, ο μηχανισμός που είχε ουσιαστικά παγώσει επανέρχεται σε λειτουργία, και το βάρος μετατοπίζεται και πάλι στις κατά τόπους υπηρεσίες, στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και στις διευθύνσεις που έχουν δηλωθεί ως αρμόδιες για την υλοποίηση.
Στο ισχύον πλαίσιο, άλλωστε, είχε ζητηθεί από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις να προσδιορίσουν συγκεκριμένες διευθύνσεις και τμήματα που θα αναλάμβαναν την εκτέλεση, με ονομαστικό προσδιορισμό υπαλλήλων και στοιχεία επικοινωνίας, ώστε να διασφαλιστεί η άμεση συνεργασία. Η πρόνοια αυτή αποκτά πρακτική σημασία ακριβώς τη στιγμή που η προθεσμία εκπνέει, καθώς αυτές είναι οι δομές που θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος μιας ενδεχόμενης επανεκκίνησης.
Το προηγούμενο που βαραίνει, η περίπτωση της Ρόδου
Η εκπνοή της προθεσμίας δεν διαβάζεται μεμονωμένα. Έρχεται να συναντήσει μια πραγματικότητα που, όπως κατ’ επανάληψη έχει αναδείξει η «δημοκρατική», αποτυπώνεται με ενάργεια στην περίπτωση της Ρόδου, εκεί όπου ένα φιλόδοξο πρόγραμμα κατεδαφίσεων κατέληξε να κινείται με χειρόφρενο.
Είχαν προβλεφθεί 219 τελεσίδικα πρωτόκολλα, εκ των οποίων 135 σε αιγιαλό, 54 σε δάση και 30 πολεοδομικά, με γεωγραφική διασπορά σε σημεία υψηλής τουριστικής και οικονομικής δραστηριότητας. Παρά τη βαρύτητα των αριθμών, οι κατεδαφίσεις δεν προχώρησαν με τον τρόπο που είχε προαναγγελθεί, ιδίως για τις υποθέσεις που είχαν τεθεί σε προτεραιότητα λόγω παλαιότητας.
Το μοτίβο που καταγράφηκε υπήρξε επαναλαμβανόμενο. Κατεδαφίσεις ανεστάλησαν ύστερα από τροπολογίες, ακολούθησε επιχειρησιακό πάγωμα κατά τους θερινούς μήνες με επίκληση της προστασίας του τουρισμού, και στο ενδιάμεσο συσσωρεύτηκαν εκκρεμότητες, αμφιβολίες και νέοι έλεγχοι. Έτσι, ακόμη και η ύπαρξη τελεσίδικων πρωτοκόλλων δεν λειτούργησε ως τελικός σταθμός, αλλά ως αφετηρία νέων διαδικασιών.
Με δεδομένο αυτό το υπόβαθρο, η εκπνοή της προθεσμίας στις 30 Ιουνίου 2026 αποκτά διπλή ανάγνωση. Από τη μία, σηματοδοτεί τη στιγμή που οι ανεκτέλεστες υποθέσεις θα μπορούσαν να επανέλθουν στο τραπέζι της εκτέλεσης. Από την άλλη, λειτουργεί ως δοκιμασία για το κατά πόσον η διοίκηση θα επιλέξει την υλοποίηση ή θα καταφύγει εκ νέου στη μετάθεση του ορίου.
Οι αμφιβολίες που μένουν ανοιχτές
Πάνω από κάθε ενδεχόμενη επανεκκίνηση πλανάται ένα ζήτημα που δεν έχει κλείσει οριστικά. Σημείο καμπής στην υπόθεση της Ρόδου αποτέλεσε η γνωμοδότηση 60/2024 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ο τρόπος που αυτή ερμηνεύθηκε από τις εμπλεκόμενες αρχές. Η ουσία ήταν ότι τα πρωτόκολλα κατεδάφισης στα Δωδεκάνησα έπρεπε να επανεξεταστούν με νέες αυτοψίες πριν εκτελεστούν, λόγω μεταβολών που συνδέονταν με την οριοθέτηση του αιγιαλού και την ένταξη στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Στη συνέχεια τέθηκε από την πλευρά της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου ζήτημα ως προς το αν απαιτείται επανακαθορισμός αιγιαλού σε περιοχές εντός ορίων οικισμού και σχεδίου πόλης, μετά και την κοινοποίηση του υπ’ αρ. 6/2024 Πρακτικού της Επιτροπής Καθορισμού. Οι αμφιβολίες αυτές, εφόσον δεν έχουν αρθεί πλήρως, μπορεί να επανέλθουν ως παράγοντας καθυστέρησης ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας, καθιστώντας την επανεκκίνηση λιγότερο αυτονόητη από όσο φαίνεται στο επίπεδο των ημερομηνιών.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.