- Ο 35χρονος κατηγορούμενος από την Κύπρο αρνείται τις κατηγορίες για φοροδιαφυγή και έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας.
- Η υπόθεση αφορά φορολογικές παραβάσεις που εκτείνονται στις χρονικές περιόδους 2017 και 2018, με συνολικά ποσά που ξεπερνούν τα 2,6 εκατομμύρια ευρώ.
- Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν φοροδιαφυγή μέσω ανακριβών δηλώσεων, μη απόδοση ΦΠΑ και έκδοση εικονικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές.
- Η εταιρεία του κατηγορουμένου χαρακτηρίζεται ως συναλλακτικά ανύπαρκτη, καθώς δεν είχε επαγγελματική εγκατάσταση και δεν παρουσίαζε αγορές ή δαπάνες.
• Ο κατηγορούμενος αρνείται στο σύνολό τους τα αδικήματα που του αποδίδονται και υποστηρίζει ότι υπήρξε διαχειριστής μόνο κατ’ όνομα, χωρίς ουσιαστική σχέση με τη λειτουργία της εταιρείας για λογαριασμό της οποίας φέρεται να τελέστηκαν οι πράξεις
Ενώπιον του Α’ τακτικού Ανακριτή απολογείται σήμερα ένας 35χρονος υπήκοος Κύπρου, ο οποίος εξεδόθη από τη χώρα καταγωγής του προς την Ελλάδα για να αντιμετωπίσει βαρύτατες κατηγορίες για φοροδιαφυγή και έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Προσέρχεται συνοδευόμενος από τους συνηγόρους του, κ.κ. Στέλιο Αλεξανδρή και Αχιλλέα Δασκαλάκη, και αρνείται κάθε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε άσκησε ουσιαστικά καθήκοντα διαχείρισης.
Η υπόθεση εδράζεται σε ευρύ φορολογικό έλεγχο και αφορά στις διαχειριστικές περιόδους των ετών 2017 και 2018, με τα εμπλεκόμενα ποσά να ξεπερνούν συνολικά τα 2,6 εκατομμύρια ευρώ. Το κατηγορητήριο διακρίνει τρεις μορφές αξιόποινων πράξεων, καθεμία εκ των οποίων, σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με ποινή κάθειρξης που μπορεί να φτάσει έως και τα 20 έτη.
Οι κατηγορίες που καλείται να αντικρούσει
Η πρώτη ομάδα κατηγοριών αφορά φοροδιαφυγή μέσω ανακριβών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Για το 2017 ο 35χρονος φέρεται να απέκρυψε, ως διαχειριστής κατασκευαστικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, φορολογητέα εισοδήματα 1.121.050,92 ευρώ, με τον κύριο φόρο που δεν αποδόθηκε να ανέρχεται στα 345.992,34 ευρώ. Για το 2018 η αντίστοιχη απόκρυψη υπολογίζεται σε 935.197,24 ευρώ, με τον φόρο που φέρεται να απεφεύχθη να φτάνει τα 290.261,53 ευρώ. Και στις δύο περιπτώσεις τα ποσά υπερβαίνουν το όριο των 150.000 ευρώ ανά περίοδο, στοιχείο που προσδίδει στις πράξεις κακουργηματικό χαρακτήρα.
Η δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με τη μη απόδοση ΦΠΑ. Κατά τα αναφερόμενα, για το 2017 δεν αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ΦΠΑ ύψους 280.692,66 ευρώ, ενώ για το 2018 το αντίστοιχο ποσό ανέρχεται σε 224.228,48 ευρώ, υπερβαίνοντας και πάλι το όριο των 100.000 ευρώ ετησίως.
Η τρίτη και βαρύτερη πτυχή αφορά στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Σύμφωνα με την κατηγορία, η εταιρεία εξέδωσε συνολικά 543 εικονικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές, εκ των οποίων 416 μέσα στο 2017 προς 33 διαφορετικές επιχειρήσεις και 127 μέσα στο 2018 προς 20 ακόμη. Η συνολική καθαρή τους αξία υπολογίζεται σε 2.152.478,40 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ύψους 513.108,31 ευρώ.
Η εικόνα της επίμαχης εταιρείας
Κομβικό σημείο της κατηγορίας αποτελεί ο χαρακτηρισμός της επιχείρησης ως συναλλακτικά ανύπαρκτης. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι κατά την κρίσιμη περίοδο δεν διέθετε επαγγελματική εγκατάσταση, δεν είχε απογραφεί ως εργοδότης και δεν διέθετε μεταφορικά μέσα, ενώ δήλωνε μόνο έσοδα χωρίς να εμφανίζει αγορές και δαπάνες. Το στοιχείο αυτό, κατά την κατηγορία, ενισχύει την εκτίμηση ότι λειτουργούσε ως όχημα έκδοσης πλαστών παραστατικών και όχι ως πραγματική παραγωγική μονάδα.
Η γραμμή υπεράσπισης
Ο 35χρονος αρνείται κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή και θεμελιώνει την υπεράσπισή του στον ισχυρισμό ότι υπήρξε διαχειριστής μόνο κατ’ όνομα. Όπως διατείνεται, στα μέσα του 2016 ζούσε και εργαζόταν στην Κύπρο ως οδηγός φορτηγού, χωρίς καμία σχέση με την Ελλάδα, και ύστερα από σύσταση γνωστού του πατέρα του ήρθε σε επαφή με έναν επιχειρηματία που του παρουσιάστηκε ως πρόσωπο το οποίο στηρίζει νέους χωρίς κεφάλαια. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ήθελε να ασχοληθεί με την εμπορία προϊόντων καθαρισμού, ωστόσο του προτάθηκε να αναλάβει πρώτα τη διαχείριση μιας κατασκευαστικής εταιρείας ώστε να αποκτήσει στέρεο επαγγελματικό προφίλ, παρότι οι γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του Γυμνασίου.
Σύμφωνα με όσα προβάλλει, στην έδρα της εταιρείας μετέβαινε μία ή δύο φορές τον μήνα, ελάμβανε μηνιαίως ποσό μεταξύ 300 και 500 ευρώ και ποτέ δεν προέβη σε πρόσληψη προσωπικού ή λογιστή. Η ουσιαστική διαχείριση, διατείνεται, ασκούνταν από τρίτους, ενώ ο ρόλος του εξαντλούνταν στην υπογραφή εγγράφων. Για τα εικονικά τιμολόγια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τίποτα και ότι του δόθηκαν λευκά παραστατικά, στα οποία έθεσε μόνο την υπογραφή του.
Παράλληλα, φέρεται να σύστησε και ατομική επιχείρηση εμπορίας προϊόντων καθαρισμού, στην οποία υποστηρίζει ότι παρέμεινε ουσιαστικά μισθωτός με αποδοχές 1.200 ευρώ τον μήνα. Στις αρχές του 2018 εξέφρασε δυσαρέσκεια και δήλωσε την πρόθεσή του να αποχωρήσει, ενώ περί τον Απρίλιο του ίδιου έτους εγκαταστάθηκε εκ νέου μόνιμα στη χώρα του. Όπως αναφέρει, αγνοούσε τη φορολογική και ποινική εξέλιξη της υπόθεσης και έλαβε γνώση των διώξεων μόλις τη στιγμή της σύλληψής του.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













