- Ο ενάγων κατέθεσε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η πανηγυρική δεξίωση της 24ης Ιουλίου προσβάλλει την ιστορική του αυτοσυνειδησία.
- Η αγωγή, που θα συζητηθεί στις 2 Ιουνίου 2027, αφορά την επίσημη κρατική δεξίωση που πραγματοποιείται από το 1977 για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
- Ο ενάγων υποστηρίζει ότι η ημερομηνία αυτή συνδέεται με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την εθνική πένθιμη ατμόσφαιρα που τη συνοδεύει.
- Η αγωγή εγείρει νομικά ζητήματα σχετικά με την προστασία της προσωπικότητας και τη σχέση του ατόμου με τη συλλογική ιστορική μνήμη.
• Με αγωγή προστασίας της προσωπικότητας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί ότι ο πανηγυρικός χαρακτήρας της κρατικής δεξίωσης για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, την ίδια περίοδο με τη μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, προσβάλλει την ιστορική του αυτοσυνειδησία. Η υπόθεση θα συζητηθεί στις 2 Ιουνίου 2027
Μια ασυνήθιστη, αν όχι πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δικαστικά χρονικά, αγωγή κατατέθηκε στις 29 Ιουλίου 2026 στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Ροδίτης στην καταγωγή δικηγόρος, που δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην Αθήνα, στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον υπουργό Οικονομικών, ζητώντας από τη Δικαιοσύνη κάτι που, όπως ο ίδιος παραδέχεται στο δικόγραφό του, δεν έχει απασχολήσει ποτέ μέχρι σήμερα την ελληνική νομολογία. Ζητά να κριθεί εάν η ιστορική αυτοσυνειδησία του ανθρώπου, δηλαδή η σχέση του με τη συλλογική ιστορική μνήμη του λαού στον οποίο ανήκει, αποτελεί προστατευόμενη έκφανση της προσωπικότητας και εάν η ετήσια δεξίωση του Προεδρικού Μεγάρου για την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας, με τη μορφή που έχει λάβει διαχρονικά, συνιστά παράνομη προσβολή της.
Η αγωγή έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης 173154/2026 και εκδικάζεται με τη νέα τακτική διαδικασία του Πολυμελούς, με ορισθείσα δικάσιμο την 2α Ιουνίου 2027 στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το επίδικο ζήτημα και το πραγματικό υπόβαθρο
Στον πυρήνα της αγωγής βρίσκεται η επίσημη κρατική δεξίωση που παρατίθεται κατ’ έτος, από το 1977, στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου κατά την 24η Ιουλίου, ημέρα της επετείου αποκατάστασης της δημοκρατικής νομιμότητας το 1974. Ο ενάγων δεν αμφισβητεί ούτε την αξία της Δημοκρατίας ούτε την ιστορική σημασία της μεταπολίτευσης. Αντιθέτως, το δικόγραφο ανοίγει με τη ρητή διαβεβαίωση ότι η Δημοκρατία αποτελεί το ύψιστο πολίτευμα του ελληνικού κράτους και θεμελιώδη συνταγματική κατάκτηση του ελληνικού λαού.
Εκείνο που προσβάλλει, όπως υποστηρίζει, την προσωπικότητά του είναι ο τρόπος και ο χρόνος της εκδήλωσης. Στο δικόγραφο περιγράφονται με γλαφυρότητα οι εικόνες που, ιδίως τα τελευταία χρόνια, μεταδίδονται από τα μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με προσκεκλημένους «με χρυσοποίκιλτες τουαλέτες και λαμπερά χαμόγελα» να συναγελάζονται στους κήπους του Προεδρικού Μεγάρου, σε κλίμα κοσμικής επίδειξης. Η εικόνα αυτή, κατά τον ενάγοντα, εκτυλίσσεται σε χρονικό σημείο που για τον Ελληνισμό συνιστά περίοδο εθνικού πένθους, καθώς η 24 Ιουλίου συνδέεται αδιάσπαστα με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που είχε εκδηλωθεί ελάχιστες ημέρες νωρίτερα, στις 20 Ιουλίου 1974.
Το δικόγραφο μνημονεύει τον βίαιο ξεριζωμό και την προσφυγοποίηση 200.000 Ελλήνων της Κύπρου, τους βιασμούς, τις σφαγές αμάχων, τα εγκλήματα πολέμου και τη μέχρι σήμερα ανεπούλωτη πληγή των αγνοουμένων. Για τον ενάγοντα, η ημερομηνία αυτή «δεν δύναται να αποκοπεί από το μαρτύριο της Κύπρου» και η διοργάνωση μιας αμιγώς πανηγυρικής δεξίωσης, χωρίς τη δέουσα θεσμική στάθμιση και απόδοση τιμής στη μνήμη της κυπριακής τραγωδίας, του προκαλεί αίσθημα βαθιάς ηθικής και πνευματικής προσβολής. Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του ότι η Δημοκρατία «δεν αποκαταστάθηκε μεταφυσικά», αλλά αναδύθηκε από το κυνηγητό των φοιτητών και το αίμα των παιδιών του Πολυτεχνείου, ενώ, όπως διατείνεται, «το ξεπούλημα της Κύπρου ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε» και οδήγησε στην κατάρρευση της δικτατορίας.

Η νομική κατασκευή: η ιστορική αυτοσυνειδησία ως στοιχείο της προσωπικότητας
Το ενδιαφέρον της υπόθεσης δεν εξαντλείται στο πραγματικό της σκέλος. Η αγωγή θεμελιώνεται στα άρθρα 2 παράγραφος 1 και 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, καθώς και στα άρθρα 57, 59 και 281 του Αστικού Κώδικα, και επιχειρεί μια εξελικτική ερμηνεία της γενικής ρήτρας προστασίας της προσωπικότητας. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι το άρθρο 57 ΑΚ δεν οριοθετεί εξαντλητικά το περιεχόμενο της προσωπικότητας αλλά επιτρέπει τη διαρκή διεύρυνσή του, όπως συνέβη διαχρονικά με την ιδιωτική ζωή, την εικόνα, τη φωνή και τα προσωπικά δεδομένα, αγαθά που δεν είχαν καν αναδειχθεί ως αυτοτελή αντικείμενα προστασίας κατά τον χρόνο θέσπισης του Αστικού Κώδικα.
Στην ίδια εξελικτική λογική, όπως προκύπτει από το δικόγραφο, εντάσσεται και το αίτημα να αναγνωριστεί η ιστορική αυτοσυνειδησία ως έκφανση της προσωπικότητας. Ο άνθρωπος, κατά τη διατύπωση του ενάγοντος, δεν υπάρχει μόνο ως βιολογική ή κοινωνική μονάδα αλλά και ως ιστορικό πρόσωπο, φορέας ιστορικής συνέχειας, του οποίου η ταυτότητα συγκροτείται και από τη μνήμη του παρελθόντος και τις ιστορικές εμπειρίες του λαού στον οποίο ανήκει. Επικαλείται μάλιστα ότι η ελληνική νομική θεωρία έχει ήδη δεχθεί πως η εθνική και η θρησκευτική συνείδηση δύνανται να αποτελέσουν στοιχεία της προσωπικότητας και υποστηρίζει ότι η εθνική συνείδηση χωρίς ιστορική μνήμη αποτελεί έννοια κενή περιεχομένου.
Παράλληλα, ο ενάγων εισάγει στη δικανική συζήτηση την έννοια των «πράξεων υψηλού κρατικού συμβολισμού». Πρόκειται, όπως εξηγεί, για κρατικές εκδηλώσεις που δεν παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα, δεν επιβάλλουν κυρώσεις και δεν περιορίζουν τυπικά δικαιώματα, παράγουν όμως εξαιρετικά ισχυρό συμβολικό περιεχόμενο, καθώς μέσω αυτών η Πολιτεία εκφράζει δημόσια τις ιστορικές και ηθικές αξιολογήσεις της. Κάθε κρατική επέτειος, σημειώνεται χαρακτηριστικά, αποτελεί πράξη θεσμικής μνήμης και κάθε επίσημη δεξίωση έκφραση συγκεκριμένου κρατικού συμβολισμού. Όσο μεγαλύτερο είναι το κύρος του οργάνου που ενεργεί, τόσο εντονότερη, κατά την αγωγή, είναι η υποχρέωσή του να ασκεί τον συμβολισμό αυτόν με σεβασμό προς την προσωπικότητα των πολιτών.

Οι προϋποθέσεις που θέτει ο ίδιος ο ενάγων
Έχοντας προφανώς επίγνωση του κινδύνου να χαρακτηριστεί το εγχείρημά του ως απόπειρα δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής, ο ενάγων φροντίζει να οριοθετήσει ο ίδιος αυστηρά την πρότασή του. Διευκρινίζει ότι δεν ασκεί λαϊκή αγωγή και δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος του κοινωνικού συνόλου, αλλά θεμελιώνει ίδιο, άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον. Δεν ζητά από το Δικαστήριο να αποφανθεί ποια ιστορική ερμηνεία είναι ορθή ούτε να υποκαταστήσει την Πολιτεία στον σχεδιασμό των επίσημων εκδηλώσεων.
Υποστηρίζει ότι υποχρέωση στάθμισης γεννάται μόνο όταν συντρέχουν σωρευτικά εξαιρετικές προϋποθέσεις. Πρέπει, πρώτον, να πρόκειται για πράξη εξαιρετικά υψηλού κρατικού συμβολισμού, δεύτερον, η πράξη να συνδέεται με γεγονός μοναδικής ιστορικής σημασίας, τρίτον, η συγκεκριμένη μορφή του συμβολισμού να είναι αντικειμενικά ικανή να θίξει ουσιώδες στοιχείο της ιστορικής ταυτότητας του θιγομένου και, τέταρτον, να υφίστανται εναλλακτικές λύσεις εξίσου πρόσφορες για την επίτευξη του κρατικού σκοπού με ηπιότερη επέμβαση στην προσωπικότητα. Στο σημείο αυτό επικαλείται και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι η εμμονή σε μια αμιγώς πανηγυρική μορφή εκδήλωσης, όταν υπάρχουν θεσμικά δέοντες εναλλακτικοί τρόποι τιμής της αποκατάστασης της δημοκρατίας, υπερβαίνει το μέτρο και καθιστά την προσβολή παράνομη.
Απαντά επίσης προκαταβολικά στις αναμενόμενες ενστάσεις του Δημοσίου. Στον ισχυρισμό ότι η διοργάνωση κρατικών τελετών ανήκει στην ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια της Πολιτείας, αντιτείνει ότι καμία κρατική αρμοδιότητα δεν ασκείται εκτός του πλαισίου των συνταγματικών αρχών. Στην ένσταση ότι η προσωπικότητα δεν προστατεύει ιδεολογικές ή πολιτικές αντιλήψεις, απαντά ότι δεν προβάλλει γνώμη αλλά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικής του ταυτότητας. Και στον φόβο μιας απεριόριστης διεύρυνσης του δικαίου της προσωπικότητας, αντιπαραθέτει το αυστηρό πλέγμα των σωρευτικών προϋποθέσεων που ο ίδιος θέτει.

Τι ακριβώς ζητά από το Δικαστήριο
Το αιτητικό της αγωγής κινείται σε 4 άξονες. Ζητείται, πρώτον, να αναγνωριστεί ότι η διαχρονική διοργάνωση της επίσημης κρατικής δεξίωσης της 24ης Ιουλίου, υπό τη συγκεκριμένη μορφή και τον συγκεκριμένο συμβολισμό της, συνιστά ως προς τον ενάγοντα παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Ζητείται, δεύτερον, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να παραλείπει στο μέλλον την επανάληψη της προσβολής, με την επισήμανση ότι ο τρόπος συμμόρφωσης παραμένει στην ευχέρεια των αρμοδίων κρατικών οργάνων, αρκεί να παύσει η προσβολή. Τρίτον, ζητείται να απειληθεί σε βάρος του Δημοσίου χρηματική ποινή κατά το άρθρο 947 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του νόμου 3068/2002 για την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, για την περίπτωση μη συμμόρφωσης. Τέταρτον, ζητείται η καταδίκη του εναγομένου στη δικαστική δαπάνη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγωγή δεν αποβλέπει σε χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Όπως ρητά αναφέρεται, κύρια λειτουργία της είναι η πρόληψη και η άρση της προσβολής και η αποτροπή της επανάληψής της στο μέλλον, στοιχείο που ενισχύει τον κατεξοχήν συμβολικό και δογματικό χαρακτήρα του εγχειρήματος.
Το παρασκήνιο μιας επετείου με διπλό φορτίο
Η ένταση ανάμεσα στον εορτασμό της μεταπολίτευσης και στη μνήμη της κυπριακής τραγωδίας δεν είναι καινούργιο ζήτημα στον δημόσιο διάλογο. Η αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας στις 24 Ιουλίου 1974 υπήρξε άμεση ιστορική συνέπεια της κατάρρευσης της δικτατορίας, η οποία επήλθε μετά το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και την τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου 1974. Οι 2 επέτειοι, η μία πανηγυρική και η άλλη πένθιμη, απέχουν μεταξύ τους μόλις 4 ημέρες και συγκροτούν ένα ενιαίο ιστορικό σύμπλεγμα, γεγονός που κατά καιρούς έχει τροφοδοτήσει δημόσιες αντιδράσεις για τον χαρακτήρα των εορταστικών εκδηλώσεων της περιόδου. Η καθιερωμένη από το 1977 προεδρική δεξίωση, με τη λάμψη και την κοσμική της διάσταση, έχει επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο τέτοιων συζητήσεων.
Εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση είναι ότι για πρώτη φορά, κατά τα διαθέσιμα στοιχεία, η αντίρρηση αυτή μετατρέπεται από πολιτική ή δημοσιογραφική κριτική σε τυπικό δικόγραφο, με συγκεκριμένη νομική θεμελίωση και αίτημα δικαστικής προστασίας. Ανεξαρτήτως της τελικής της τύχης, η αγωγή θέτει ενώπιον του φυσικού δικαστή ένα ερώτημα με ευρύτερες προεκτάσεις για τα όρια της δικαστικής προστασίας έναντι του κρατικού συμβολισμού και για το κατά πόσον η συλλογική ιστορική μνήμη μπορεί να αποκτήσει ατομική νομική υπόσταση.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε
.gif)




















