ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βεατρίκη Ντόβα: “Με πονάει που άφησα τη χώρα μου, αλλά κι εκείνη δεν έκανε τίποτα για να με κρατήσει- Τώρα πλέον ζω το όνειρό μου”!

Νατάσα Παμπρή 1 λεπτό ανάγνωση
Ntova V
Με πονάει που άφησα τη χώρα μου, αλλά κι εκείνη δεν έκανε τίποτα για να με κρατήσει- Τώρα πλέον ζω το όνειρό μου”!

ΒΕΑΤΡΙΚΗ ΝΤΟΒΑ

✦ Σύνοψη ⌄
  • Η Βεα­τρίκη Ντόβα, γεν­νη­μένη στο Παρίσι και μεγα­λω­μένη στη Λάρισα, έχει μια πολυ­διά­στατη καριέρα που περι­λαμ­βά­νει τη διδα­σκα­λία πλη­ρο­φο­ρι­κής και τον δημιουρ­γικό σχε­δια­σμό στην Αγγλία.
  • Μετά από 14 χρόνια στη Ρόδο, μετα­κό­μισε στην Οξφόρδη το 2016, όπου εργά­ζε­ται στον τομέα του marketing ιδιω­τι­κών σχο­λείων και συμ­με­τέ­χει σε διε­θνείς στρα­τη­γι­κές.
  • Η διά­γνωση με καρκίνο του μαστού απο­τέ­λεσε μια από τις πιο δύσκο­λες δοκι­μα­σίες της ζωής της, από την οποία αντλεί δύναμη και ελπίδα μέσω της επι­στή­μης και της γνώσης.
  • Η συμ­με­τοχή της στη διά­κριση του λογό­τυ­που της Ρόδου ως Πολι­τι­στι­κής Πρω­τεύ­ου­σας της Ευρώπης 2021 υπήρξε καθο­ρι­στική για την επαγ­γελ­μα­τική της πορεία.

Από το Παρίσι όπου γεν­νή­θηκε, τη Λάρισα που είναι ο τόπος κατα­γω­γής της και τη Ρόδο όπου έζησε 14 χρόνια λόγω του συζύγου της Μάρκου, βρέθηκε στην Αγγλία. Από την εκπαί­δευση και την πλη­ρο­φο­ρική στον δημιουρ­γικό κόσμο, από την ασφά­λεια του γνώ­ρι­μου στην πρό­κληση της επα­νεκ­κί­νη­σης, η δια­δρομή της Βεα­τρί­κης Ντόβα, είναι γεμάτη τόλμη, επιμονή και συνεχή ανα­ζή­τηση.

Η Βεα­τρίκη Ντόβα γεν­νή­θηκε στο Παρίσι, μεγά­λωσε στη Λάρισα και έζησε για 14 χρόνια στη Ρόδο, όπου εργά­στηκε ως εκπαι­δευ­τι­κός πλη­ρο­φο­ρι­κής και δημιούρ­γησε την οικο­γέ­νειά της. Από το 2016 ζει στην Οξφόρδη με τον σύζυγο και τα δύο παιδιά της. Είναι διπλω­μα­τού­χος Ηλε­κτρο­νι­κός Μηχα­νι­κός και Μηχα­νι­κός Υπο­λο­γι­στών από το Πολυ­τε­χνείο Κρήτης και συνέ­χισε με μετα­πτυ­χια­κές σπουδές στις Γρα­φι­κές Τέχνες και τα Πολυ­μέσα. Σήμερα εργά­ζε­ται στον δημιουρ­γικό σχε­δια­σμό και τη στρα­τη­γική αφήγηση για διεθνή εται­ρεία marketing ιδιω­τι­κών σχο­λείων, συμ­με­τέ­χο­ντας σε brand strategy, website concepts, workshops και καλ­λι­τε­χνική διεύ­θυνση φωτο­γρα­φι­κών παρα­γω­γών σε σχολεία σε όλο τον κόσμο.

Σήμερα, με μια επι­τυ­χη­μένη επαγ­γελ­μα­τική πορεία στην Οξφόρδη κι έχοντας βιώσει μια από τις πιο δύσκο­λες δοκι­μα­σίες της ζωής, τη διά­γνωση με καρκίνο του μαστού, μιλά με ειλι­κρί­νεια για όσα την δια­μόρ­φω­σαν. Για τη μετα­νά­στευση, την οικο­γέ­νεια, τις επαγ­γελ­μα­τι­κές επι­λο­γές, τη δύναμη της ψυχο­θε­ρα­πείας, την τεχνητή νοη­μο­σύνη, αλλά και για την ελπίδα που γεν­νιέ­ται μέσα από την επι­στήμη και τη γνώση.

Μία από τις στιγμές που την καθό­ρι­σαν κι επαγ­γελ­μα­τικά, ήταν η διά­κριση στον δια­γω­νι­σμό για το λογό­τυπο της υπο­ψη­φιό­τη­τας της Ρόδου ως Πολι­τι­στι­κής Πρω­τεύ­ου­σας της Ευρώπης 2021, η συμ­με­τοχή της στην ομάδα του Bid Book που -όπως λέει η ίδια- άνοιξαν τον δρόμο για τη δεύτερη επαγ­γελ­μα­τική της ζωή.

Η Βεα­τρίκη, μία γυναίκα δυνα­μική, παρα­χω­ρεί μια εξαι­ρε­τικά ενδια­φέ­ρουσα συνέ­ντευξη στη «δ» από το… Μπαλί όπου βρι­σκό­ταν αυτές τις ημέρες για επαγ­γελ­μα­τικό ταξίδι, γεμάτη χιούμορ, αυτο­γνω­σία, ειλι­κρί­νεια και πολύ­τιμα μαθή­ματα ζωής, με λόγο χει­μαρ­ρώδη.

Ανα­λυ­τικά η συνέ­ντευξη:

Είναι κυριο­λε­κτικά άλμα να απο­φα­σί­ζεις να μετα­να­στεύ­σεις από τη Ρόδο στην Αγγλία όταν ακόμη τα παιδιά σου είναι μικρά, η επαγ­γελ­μα­τική εξέλιξη αβέβαιη, η χώρα άγνωστη. Θέλει τόλμη αντι­λαμ­βά­νο­μαι και προ­φα­νώς στοι­χείο του χαρα­κτήρα σου;

Κοίτα, είμαι παιδί οικο­νο­μι­κών μετα­να­στών, οπότε η μετα­νά­στευση δεν ήταν ποτέ κάτι ξένο για μένα. Ο πατέρας μου, ορφανός και προ­στά­της οικο­γέ­νειας από μικρό παιδάκι, έκανε νυχτε­ρινό σχολείο και δούλευε παράλ­ληλα. Η μαμά μου, απο­σπα­σμένη από την Αθήνα στο εμπο­ρικό επι­με­λη­τή­ριο της Λάρισας, γνώρισε τον βλάχο με τα πράσινα μάτια, τον ερω­τεύ­τηκε κι έφυγε μαζί του στο εξω­τε­ρικό. Για Γερ­μα­νία ξεκί­νη­σαν, αλλά τα σχέδια άλλαξαν στον σταθμό του τρένου και βρέ­θη­καν στο Παρίσι. Ωραία ιστορία. Για ταινία. 24 χρονών τότε, ξεβρά­κω­τοι που λέμε, έφυγαν για μια καλύ­τερη μοίρα. Πήγαν καλά όλα, έκαναν εμάς εκεί, αλλά ο καημός του πατέρα μου ήταν πάντα η πατρίδα. «Vive la Grace, merci la France» έλεγε. Το έχω και tattoo στο χέρι μου. Γυρί­σαμε στην Ελλάδα όταν ήμουν εννιά. Η μετα­νά­στευση μού χάρισε τη διγλωσ­σία, που τη θεωρώ τερά­στιο δώρο για ένα παιδί, και την αίσθηση ότι είμαστε πολίτες του κόσμου. Οπότε για μένα δεν ήταν ποτέ αδια­νό­ητο να ξανα­φύγω.

Η κρίση μάς βρήκε με τον Μάρκο στη Ρόδο. Εγώ μόνιμα διο­ρι­σμένη στην εκπαί­δευση, εκείνος ένας εξαι­ρε­τι­κός προ­γραμ­μα­τι­στής που δούλευε ως τεχνι­κός υπο­λο­γι­στών και δικτύων, γιατί αυτό υπήρχε. Το πάθος και το ταλέντο του ήταν ο κώδικας, αλλά στη Ρόδο πήγαινε χαμένος. Μαρά­ζωνε. Ήρθε και η κρίση και τα απο­τε­λεί­ωσε όλα. Πίεση, απαίσια δουλειά, λίγα λεφτά. Εγώ δεν είχα παρά­πονο. Αγα­πούσα τη δουλειά μου. Μου έδωσε και της έδωσα πολλά. Αλλά είχα κάπως συμ­βι­βα­στεί. Τα άσχημα του δημο­σίου: δεν τολμάς να ονει­ρευ­τείς επειδή ζεις το δήθεν όνειρο του κάθε Έλληνα. Μια θεσούλα στο δημόσιο. Ένιωθα ότι κι αυτός ο κύκλος έκλεινε. Με τα πολλά, ο Μάρκος μού είπε ότι θέλει να φύγουμε. Για να σου πω την αλήθεια, εγώ πετούσα τη σκούφια μου. Χάρηκα όμως ακόμα περισ­σό­τερο που ήταν δική του πρω­το­βου­λία. Ένιωθα πιο ασφαλής που δεν έσερνα κάποιον με το ζόρι. Η κου­νιάδα μου ήταν τότε στην Αγγλία με τον άντρα της, γιατροί και οι δύο, και μας πρό­τει­ναν να ξεκι­νή­σουμε από εκεί και βλέ­πουμε. Το πλάνο ήταν να φύγει πρώτος ο Μάρκος, να στρώσει την κατά­σταση, κι εγώ να μείνω πίσω στη Ρόδο με τα παιδιά, τότε 5 και 7 ετών, για να κλείσω σπίτι, σχο­λι­κές χρονιές, μετα­πτυ­χιακό, όλα. Είχε κλείσει τρεις συνε­ντεύ­ξεις πριν φύγει: Οξφόρδη, Μπαθ, Μάν­τσε­στερ. Είχα σκάσει με τη σειρά γιατί ήθελα την Οξφόρδη και φοβό­μουν ότι την πρώτη, ειδικά χωρίς εμπει­ρία, θα την έκαιγε. Όμως πήγε το κομάντο στην πρώτη συνέ­ντευξη και σε 15’ λεπτά του πρό­σφε­ραν τη θέση. Θυμάμαι είχα πάει το Νικο­λάκι μου στο ποδό­σφαιρο όταν με πήρε να μου το πει. Καθό­μουν σε ένα παρκάκι κι έκλαιγα από χαρ­μο­λύπη. «Κοίτα να δεις», σκε­φτό­μουν. «Δεν είναι αρκετός για τη Ρόδο και είναι αρκετός για το Πανε­πι­στή­μιο της Οξφόρ­δης». Θύμωσα πολύ με την Ελλάδα τότε. Αλλά άνοιγε μπροστά μας η ελπίδα. Μια νέα προ­ο­πτική λίγο πριν τα 40 μας. Μεγάλη υπόθεση. Με πονάει που άφησα τη χώρα μου. Νιώθω καμιά φορά ότι την πρόδωσα στα δύσκολα. Αλλά κι εκείνη δεν έκανε τίποτα για να μας κρα­τή­σει. Ο ήλιος και η θάλασσα δεν μας αρκού­σαν πια.

Ποιες ήταν οι μεγα­λύ­τε­ρες δυσκο­λίες που συνά­ντη­σες στην αρχή; Ήταν τα πάντα στρω­μένα με ροδο­πέ­ταλα ή υπήρξαν στιγμές που αμφι­σβή­τη­σες την απόφασή σου;

Υπάρ­χουν κατα­γε­γραμ­μένα στάδια στην ψυχο­λο­γία των μετα­να­στών. Στην αρχή είσαι ντο­πα­ρι­σμέ­νος από χαρά, αισιο­δο­ξία και ενθου­σια­σμό. Μετά αρχί­ζουν οι δεύ­τε­ρες σκέψεις, κατα­λα­γιά­ζει ο πρώτος ενθου­σια­σμός και διο­γκώ­νο­νται στο μυαλό σου αυτά που σου λείπουν.

Για μας ήταν η οικο­γέ­νεια, οι φίλοι, ο ήλιος, το φαγητό, κυρίως οι πρώτες ύλες, η ποιό­τητα ζωής. Δεν μπο­ρού­σες να πιείς το καφε­δάκι σου το πρωί με τις φίλες πριν πας δουλειά, δεν έκανες το απο­γευ­μα­τινό σου μπάνιο, δεν χτυ­πού­σες τα τυλιχτά σου απ’ τους “Κέληδες”. Την πρώτη χρονιά είχαμε απο­φα­σί­σει να μη δουλέψω. Ήθελα να έχω τα παιδιά από κοντά. Νέο περι­βάλ­λον, μεγάλη αλλαγή, μάτια δεκα­τέσ­σερα. Να εντο­πίσω εκφο­βι­σμό, να συνο­δεύσω εκδρο­μές και δρα­στη­ριό­τη­τες, να τους μάθω την πόλη, τα μουσεία, να εντα­χθούν, να ξανα­χτί­σουμε ένα σπίτι για την οικο­γέ­νειά μας.

Εκείνη η χρονιά με ρήμαξε ψυχο­λο­γικά. Χωρίς δουλειά ένιωθα μισή. Ήρθε μια κατα­θλι­ψάρα όλη δική μου. Θυμάμαι να μη θέλω να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, να μην έχω κίνητρο για ζωή, με δύο μικρά παιδιά. Τρο­μο­κρα­τή­θηκα, αλλά μου έκοψε να ζητήσω βοήθεια. Όσα και να λένε για το σύστημα υγείας της Αγγλίας, στα σοβαρά θέματα λει­τουρ­γεί άψογα. Αφού συνήλθα και αγάπησα ξανά τη ζωή, άρχισα να ψάχνω για δουλειά ως πρώτη προ­τε­ραιό­τητα. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ήταν αδιέ­ξοδο. Δεν σε εμπι­στεύ­ο­νται χωρίς εργα­σιακή εμπει­ρία στην Αγγλία και δεν μπορείς να απο­κτή­σεις εμπει­ρία αν δεν σε εμπι­στευ­τεί έστω κάποιος. Ειδικά στην περί­πτωσή μου, που επι­χει­ρούσα και αλλαγή καριέ­ρας.

Όμως με υπομονή και επιμονή άνοιξε η πρώτη πόρτα και τα υπό­λοιπα είναι ιστορία. Τώρα πλέον έχω βρει το όνειρό μου. Αδυνατώ να πιστέψω ότι πλη­ρώ­νο­μαι για να κάνω το χόμπι μου. Επαγ­γελ­μα­τικά διανύω την καλύ­τερη φάση της ζωής μου. Και μιας και έχουμε περίοδο πανελ­λη­νίων τώρα, θέλω να σταθώ σε ένα σημείο. Πέρα από το φρικτό άγχος στο οποίο υπο­βάλ­λουμε τα παιδιά στην Ελλάδα, ίσως πρέπει να ανα­λο­γι­στούμε και το θέμα του προ­σα­να­το­λι­σμού. Πολλά παιδιά, όπως κι εγώ, πέφτουν θύματα των ίδιων τους των επι­δό­σεων. Στο­χεύ­ουν όσο ψηλό­τερα μπορούν βαθ­μο­λο­γικά και από άποψη πρεστίζ, χωρίς να σκέ­φτο­νται πάντα αν αυτό που δια­λέ­γουν το θέλουν πραγ­μα­τικά.

Η δουλειά σου είναι κάτι που θα κου­βα­λάς για χρόνια και θα της αφιε­ρώ­νεις περίπου το 1/3 του χρόνου σου. Δεν πρέπει να τη βλέ­πουμε ως κρι­τή­ριο αντι­κει­με­νι­κής επι­τυ­χίας. Πρέπει να βρούμε κάτι που να το γου­στά­ρουμε με όλο μας το είναι, χωρίς να συνυ­πο­λο­γί­ζουμε το κύρος ως παρά­με­τρο. Και οι σπουδές, ανε­ξάρ­τητα από το αντι­κεί­μενο με το οποίο θα ασχο­λη­θείς εργα­σιακά, είναι τερά­στιο εφόδιο. Είναι οι ορί­ζο­ντες που σου ανοί­γουν, η κοι­νω­νική εμπει­ρία της φοι­τη­τι­κής ζωής, η αυτο­πε­ποί­θηση που αποκτάς όταν μελετάς ένα αντι­κεί­μενο.

Τώρα πλέον θεω­ρεί­σαι «έμπειρη μετα­νά­στης». Τι πιστεύ­εις ότι εκτι­μούν περισ­σό­τερο οι εργο­δό­τες στο εξω­τε­ρικό;

Να ξεκι­νήσω λέγο­ντας ότι δεν έχω προ­σω­πική εμπει­ρία από τον ιδιω­τικό τομέα στην Ελλάδα. Ό,τι γνωρίζω είναι από διη­γή­σεις φίλων. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιό­τητα είναι ότι η σχέση εργο­δότη – εργα­ζο­μέ­νου εδώ μου φαί­νε­ται πολύ πιο υγιής. Υπάρχει σεβα­σμός εκα­τέ­ρω­θεν. Υπάρχει μέριμνα για την ευη­με­ρία, την ψυχική υγεία και την ισορ­ρο­πία προ­σω­πι­κής και επαγ­γελ­μα­τι­κής ζωής. Όχι μόνο επειδή υπάρχει θεσμικό πλαίσιο, αλλά επειδή οι εργο­δό­τες έχουν κατα­λά­βει κάτι πολύ απλό, ο ευτυ­χι­σμέ­νος εργα­ζό­με­νος απο­δί­δει καλύ­τερα, παίρνει πρω­το­βου­λίες, και­νο­το­μεί και εξε­λίσ­σε­ται, μαζί του και η επι­χεί­ρηση. Στην παρούσα δουλειά μου έχουμε 15 λεπτά μασάζ κάθε μήνα στο γραφείο, περι­πά­τους στο lunch break (δεν έχω πατήσει ούτε μία φορά), χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες παρ­τά­ρες και το καλο­και­ρινό εται­ρικό Σαβ­βα­το­κύ­ριακο. Πέρυσι κάναμε glamping, τζα­κούζι, silent disco και talent show. Πολύ χρήσιμο για το περί­φημο team bonding αλλά και για να μάθεις να ξεφτι­λί­ζε­σαι μπροστά στους συνα­δέλ­φους σου και να επι­βιώ­νεις. Όταν τα περι­γράφω όλα αυτά σε φίλους μου στην Ελλάδα, συνήθως γελάνε μέχρι δακρύων. Οπότε μάλλον αυτά είναι ψιλά γράμ­ματα στην ελλη­νική εργα­σιακή κουλ­τούρα. Σε σχέση με το τι εκτι­μούν και ανα­γνω­ρί­ζουν, θα έβαζα πολύ ψηλά το εργα­σιακό ήθος. Με όλο το ρίσκο της γενί­κευ­σης, θεωρώ ότι οι Έλληνες δεν είμαστε άνθρω­ποι του αυστη­ρού 9-5. Κάνουμε το έξτρα μίλι. Ανα­λαμ­βά­νουμε ευθύνη. Βρί­σκουμε λύσεις. Έχουμε μια σπιρ­τάδα και μια πρα­κτι­κό­τητα που εκτι­μώ­νται πολύ. Δια­κρίνω επίσης μια αξιο­πρέ­πεια. Δεν κρυ­βό­μα­στε εύκολα πίσω από δικαιο­λο­γίες. Ανα­λαμ­βά­νουμε τις ευθύνες μας και διεκ­πε­ραιώ­νουμε. Τώρα πώς καλ­λιερ­γή­θηκε αυτή η κουλ­τούρα μέσα σε τόσα κακώς κείμενα, αδυνατώ να εξηγήσω. Ίσως το περί­φημο φιλό­τιμο να μην είναι τόσο καρα­μέλα τελικά.

Πολύ δυνατοί είμαστε και στην ικα­νό­τητα δια­χεί­ρι­σης κρίσεων. Την έχουμε μάθει με τον δύσκολο τρόπο. Μεγα­λώ­σαμε σε ένα περι­βάλ­λον όπου συχνά έπρεπε να αυτο­σχε­διά­σεις για να ξεμπερ­δέ­ψεις κατα­στά­σεις. Όταν όμως αυτή η νοο­τρο­πία συν­δυά­ζε­ται με οργά­νωση και σεβασμό στις δια­δι­κα­σίες, το «κατ’ εξαί­ρεση» παύει να είναι δικαιο­λο­γία και γίνεται επαγ­γελ­μα­τικό πλε­ο­νέ­κτημα.

Ένα τελευ­ταίο χαρα­κτη­ρι­στικό που εκτι­μά­ται, και όχι για λόγους πολι­τι­κής ορθό­τη­τας αλλά για λόγους ουσίας, είναι η πολυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τητα. Αυτό το μαγικό πλέξιμο κουλ­τού­ρων, νοο­τρο­πιών και εμπει­ριών σε ένα μωσαϊκό ανθρώ­πων. Το πόσο προάγει τη δημιουρ­γι­κό­τητα και πόσο ανοίγει τους ορί­ζο­ντες. Εκεί νομίζω ότι έχουμε ακόμη δρόμο στην Ελλάδα μέχρι να το αντι­λη­φθούμε ως πραγ­μα­τική δύναμη στον εργα­σιακό χώρο. Σε κάποια φάση είχα ξεκι­νή­σει στα γραφείο το ελλη­νικό κουίζ της Παρα­σκευής: μια αγγλική λέξη ελλη­νι­κής ρίζας κάθε εβδο­μάδα και να μαντεύ­ουν από πού προ­έρ­χε­ται. Ένιωθα λίγο ο κ. Πορ­το­κά­λος που ισχυ­ρι­ζό­ταν ότι και το κιμονό βγαίνει από τον χειμώνα. Όμως έφερνα την ετυ­μο­λο­γία στο τραπέζι, μια έννοια αρκετά ξένη για πολλούς Άγγλους που είναι κατά πλειο­ψη­φία μονό­γλωσ­σοι. Και προς έκπληξή μου είχε φανα­τικό κοινό.

Πώς έχει αλλάξει ο κλάδος της πλη­ρο­φο­ρι­κής από τότε που ξεκί­νη­σες και ποια στιγμή της επαγ­γελ­μα­τι­κής ζωής σε έχει κάνει περή­φανη;

Αμιγώς με τον κλάδο της πλη­ρο­φο­ρι­κής πλέον έχω μια σχέση πάθους. Εξω­συ­ζυ­γική θα την έλεγα. Έχω κάνει μεγάλη στροφή στην καριέρα μου και ασχο­λού­μαι κυρίως με τον δημιουρ­γικό τομέα. Το υπό­βα­θρό μου όμως με βοηθάει πολύ. Μπορώ να δια­κρίνω τι είναι τεχνικά εφικτό και δεν δέχομαι εύκολα φούμαρα από τους προ­γραμ­μα­τι­στές όταν έρχεται η ώρα να υλο­ποι­ή­σουν τα σχέδιά μου. Βρί­σκουν λίγο τον μπελά τους. Ως χρήστης της τεχνο­λο­γίας και όχι ως επαγ­γελ­μα­τίας της πλη­ρο­φο­ρι­κής πλέον, δια­πι­στώνω ότι η τεχνητή νοη­μο­σύνη έχει εκτι­νά­ξει τη δημιουρ­γι­κό­τητα. Διανύει βέβαια ακόμη τα νηπιακά της βήματα, αλλά σαρώνει τα πάντα στο διάβα της, όπως κάθε μωρό όταν μαθαί­νει να περ­πα­τάει. Μαζί της σαρώνει και το άγχος των «γονιών» της. Θα πάρει τη δουλειά μου; Θα κάνει λάθη; Θα ξεφύγει από τον έλεγχο;

Κι όμως, νιώθω ότι είμαστε απί­στευτα τυχεροί που ζούμε αυτή τη στιγμή της τεχνο­λο­γι­κής ιστο­ρίας. Βλέ­πουμε κάτι εντελώς και­νούρ­γιο να γεν­νιέ­ται και να μεγα­λώ­νει μπροστά στα μάτια μας. Εγώ του­λά­χι­στον έτσι το βλέπω. Σαν να παρα­κο­λου­θούμε το παιδί μας να κάνει τα πρώτα του βήματα. Με ενθου­σια­σμό, περη­φά­νια και λίγο τρόμο ταυ­τό­χρονα.

Επι­στρέ­φο­ντας στο θέμα του επαγ­γελ­μα­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού, θα πω ότι ο δικός μου στα 17 ήταν πατα­γώ­δης απο­τυ­χία. Μπήκα στο Πολυ­τε­χνείο επειδή μπο­ρούσα. Το πραγ­μα­τικό μου κάλεσμα ήταν πάντα το δημιουρ­γικό, αλλά το κυνήγι των βαθμών και της «επι­τυ­χίας» δεν το άφησαν να ακου­στεί. Χρειά­στηκε να φτάσω σε μεγάλη ηλικία για να το ακούσω ξανά. Για χρόνια έβλεπα έναν επα­να­λαμ­βα­νό­μενο εφιάλτη ότι χρωστάω μαθή­ματα και δεν έχω πάρει πτυχίο. Ένας πολύ προι­κι­σμέ­νος ψυχο­θε­ρα­πευ­τής της Ρόδου, όταν του το ανέφερα, με ρώτησε απλά: «Μήπως χρωστάς;». Ώπα, λέω, κάτι θέλει να πει ο ποιητής. Και κάπως έτσι ξεκί­νησα μετα­πτυ­χιακό στις γρα­φι­κές τέχνες και τα πολυ­μέσα. Παρε­μπι­πτό­ντως, τα χρήματα που έχω δώσει για ψυχο­θε­ρα­πεία ήταν μακράν η καλύ­τερη επέν­δυση που έχω κάνει στον εαυτό μου. Ούτε μπότοξ ούτε κου­ρα­φέ­ξαλα.

Το μετα­πτυ­χιακό και η διά­κριση στον δια­γω­νι­σμό για το λογό­τυπο της υπο­ψη­φιό­τη­τας της Ρόδου ως Πολι­τι­στι­κής Πρω­τεύ­ου­σας 2021 άνοιξαν τον δρόμο για τη δεύτερη επαγ­γελ­μα­τική μου ζωή. Στην Πολι­τι­στική, στον Τέρη Χατζη­ιω­άν­νου, στη Βάσω και σε όλη την ομάδα χρωστάω μεγάλη ευγνω­μο­σύνη, γιατί μου άνοιξαν την πόρτα προς αυτό που πραγ­μα­τικά αγαπώ.

Σήμερα έχω μια δουλειά όνειρο. Δημιουργώ, αμεί­βο­μαι αξιο­πρε­πώς και ταξι­δεύω σε όλο τον κόσμο. Αυτή τη στιγμή, για παρά­δειγμα, βρί­σκο­μαι στο Μπαλί για δουλειά. Πήρα βέβαια και δυο μερού­λες άδεια να εξε­ρευ­νήσω.

Από τις στιγμές που με έχουν κάνει περή­φανη, πρώτη παρα­μέ­νει η διά­κριση στην Πολι­τι­στική. Υπάρχει κάτι πολύ όμορφο στο να βλέπεις μια ιδέα που ξεκί­νησε από το μυαλό σου να τυπώ­νε­ται και να αποκτά ζωή. Θυμάμαι επίσης έναν πελάτη που μου έστειλε λου­λού­δια και μια φωτο­γρα­φία από ένα ταξί στην Οξφόρδη ντυμένο με την εται­ρική ταυ­τό­τητα που είχα σχε­διά­σει για το γραφείο του. Μπορεί να ακού­γε­ται αστείο, αλλά εγώ χάρηκα σαν μικρό παιδί. Σε λίγες μέρες θα βρεθώ στη Σιγκα­πούρη και σκοπεύω να επι­σκε­φτώ ένα εμπο­ρικό κέντρο μόνο και μόνο για να δω ένα τερά­στιο billboard με δική μου δουλειά στην είσοδο. Θα πάρω και χαρ­το­μά­ντηλα. Ματαιό­δοξο; Ναι. Εκπλη­ρω­τικό; Επίσης. Και ποιος ξέρει; Ίσως κάποια μέρα να δω δουλειά μου και σε οθόνη στην Times Square. Τα όνειρα είναι τσάμπα.

Διάβασα την ανάρ­τησή σου με αφορμή την απώλεια της Γ. Μαστρο­κώ­στα. Όταν έχεις προ­σω­πικά βιώματα ξέρεις με τι και πώς παλεύ­εις. Ακόμη και οι ερω­τή­σεις δεί­χνουν ανί­σχυ­ρες σε αυτές τις περι­πτώ­σεις. Όμως πώς άλλαξε η διά­γνωση τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, τι σημαί­νει για εσένα η λέξη «ελπίδα» σήμερα;

Εκτός από τον καρκίνο τον ίδιο ως νόσο, πρέπει να αντι­με­τω­πί­σουμε άμεσα τον τρόμο που προ­κα­λεί η ίδια η λέξη. Τον οίκτο προς τους ασθε­νείς, τη λαν­θα­σμένη ταφό­πλακα που βάζουμε σε κάθε διά­γνωση. Πριν δια­γνω­στώ με προ­χω­ρη­μένο καρκίνο του μαστού, ποιος ήταν ο μεγα­λύ­τε­ρος φόβος μου; Ο καρ­κί­νος. Τι κατά­φερα που τον φοβό­μουν; Απο­λύ­τως τίποτα, συν άγχος, μιζέρια, κατα­στρο­φο­λο­γία. Και τελικά ήταν πολύ πιο δια­χει­ρί­σι­μος απ’ ό,τι τον είχα πλάσει στη νοσηρή μου φαντα­σία. Αν είχα ένα μαγικό ραβδί, θα έκανα τους ανθρώ­πους να μη φοβού­νται την ασθέ­νεια εκ των προ­τέ­ρων. Δεν έχει κανένα νόημα. Αν σου κάτσει, σου έκατσε. Τα προ­βλή­ματα τα αντι­με­τω­πί­ζουμε όταν και εφόσον έρθουν. Μέχρι τότε ζούμε όσο καλύ­τερα μπο­ρούμε, όπως μας αξίζει. Με τα πολλά μου έκατσε κι εμένα το λαχείο. Όχι υπερ­τυ­χε­ρός, αλλά σημα­ντικά κέρδη. Ήταν μια στιγμή δυνατή. Μια πραγ­μα­τι­κό­τητα που μου επι­βλή­θηκε βάναυσα και έπρεπε να τη δεχτώ αμέσως ώστε να προ­χω­ρήσω στο πλάνο των ειδικών. Έπρεπε να το μοι­ρα­στώ με την οικο­γέ­νειά μου με σωστούς χει­ρι­σμούς, χωρίς πανικό αλλά ούτε και χρυ­σώ­νο­ντας το χάπι. Πολύ­πλοκο πρό­τζεκτ.

Η μόνη αληθινή συμ­βουλή που έχω είναι: μιλήστε ανοιχτά για τον καρκίνο. Γνω­ρί­στε τον. Ρωτήστε. Η αντι­με­τώ­πισή μας μου θυμίζει λίγο τον τρόπο που παλιά κρύβαμε τα παιδιά με ανα­πη­ρίες ή νοη­τι­κές δυσκο­λίες. Μη μας δούνε, τι θα πούνε, μη μας λυπη­θούν. Ρε σκασίλα σας πια με τον κόσμο. Τον κόσμο τον εκπαι­δεύ­ουμε. Awareness λέγεται. Πολλοί δεν γνω­ρί­ζουν την έννοια του ολι­γο­με­τα­στα­τι­κού καρ­κί­νου, εκείνου δηλαδή με μικρές και περιο­ρι­σμέ­νες σε αριθμό μετα­στά­σεις, ο οποίος δίνει αισιό­δοξα σημάδια ότι μπορεί πλέον ακόμα και να ιαθεί πλήρως. Δεν είχα ιδέα προ διά­γνω­σης. Άκουγα μετά­σταση και έλεγα ζωή σε μας. Δεν είναι πλέον καθόλου έτσι. Υπάρ­χουν και πολύ αισιό­δο­ξες ειδή­σεις για και­νο­τόμα και πολλά υπο­σχό­μενα εμβόλια για τη νόσο.

Πώς άλλαξε τη ζωή μου λοιπόν ο καρ­κί­νος; Γενικά ένα από τα αγα­πη­μένα μου πράγ­ματα είναι να μετα­τρέπω ένα πρό­βλημα σε ευκαι­ρία. Και ο καρ­κί­νος ήταν τερά­στιο πρό­βλημα και έγινε μέγιστη ευκαι­ρία. Ευκαι­ρία να αλλάξω προ­τε­ραιό­τη­τες, στάση ζωής και να απο­τι­νάξω από πάνω μου κάθε φοβία, κάθε ασή­μα­ντη θλίψη και κάθε ενοχή. Δύσκολα με βάζει κάτι κάτω πλέον. Η θνη­τό­τητα, όπως εξαι­ρε­τικά απο­δί­δει η φιλο­σο­φική κωμωδία The Good Place, δίνει νόημα στις επι­λο­γές και στην εξέλιξή μας. Και ίσως τελικά να είναι αλήθεια ότι ό,τι δεν σε σκο­τώ­νει σε κάνει πιο δυνατό. Τυχαία το έπαιζε το ραδιό­φωνο, στην αγγλική του εκδοχή, καθώς γυρ­νούσα από τη διά­γνωση στο αυτο­κί­νητο. Θα πω τώρα κάτι που ακού­γε­ται σχεδόν βλα­κώ­δες. Δεδο­μέ­νης της ευνοϊ­κής εξέ­λι­ξης και της μέχρι στιγμής επι­βί­ω­σής μου, αν μπο­ρούσα να πατήσω ένα κουμπί και να το ξανα­πάθω, ίσως και να το έκανα. Εκ του ασφα­λούς βέβαια, γιατί τα πράγ­ματα πήγαν καλά. Όμως θα ήθελα να βρο­ντο­φω­νάξω από τα κερα­μί­δια: «Μη φοβάστε τον καρκίνο. Δεν έχει νόημα». Σαν άλλος Ιατρό­που­λος στα Φτηνά Τσιγάρα με τη ντου­ντούκα. «Βάσω­ω­ωωω! Βασού­λα­ααα!». Σε καλό μου πια με τις καλ­λι­τε­χνι­κές ανα­φο­ρές.

Θα φώναζα επίσης: «Τρέξτε στον γιατρό όταν το σώμα σας δώσει σήμα». Η λογική «φοβάμαι να μάθω, δεν θέλω να ξέρω» είναι πολύ πιο επι­κίν­δυνη από τον ίδιο τον καρκίνο. Όταν τον πιάνεις νωρίς, τα πράγ­ματα είναι έτη φωτός καλύ­τερα.

Με ρώτησες τι σημαί­νει ελπίδα. Για μένα η ιατρική έρευνα είναι η ελπίδα. Η επι­στήμη είναι το θαύμα που περι­μέ­νουμε. Ο χει­ρουρ­γός μου είχε πει ότι πριν από δέκα χρόνια η περί­πτωσή μου θα θεω­ρού­νταν ξεγραμ­μένη. Όχι πια. Είχα βέβαια και την τύχη να με ανα­λά­βει η ομάδα των πανε­πι­στη­μια­κών νοσο­κο­μείων της Οξφόρ­δης. Σοβαρή έρευνα, δυνατή χρη­μα­το­δό­τηση, κλι­νι­κές δοκιμές. Βρέθηκα στην πηγή. Αλλά μην υπερ­βάλ­λουμε και μην παί­ζουμε με τον πόνο των ανθρώ­πων. Φυσικά και πεθαί­νουν άνθρω­ποι από καρκίνο καθη­με­ρινά. Νοσούν όμως όλο και περισ­σό­τε­ροι που επι­βιώ­νουν και ζουν καλά. Το γυρνάμε το ματσάκι. Βαστάτε γερά.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.