Λατινικά ή Κοινωνιολογία; Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους διδάσκοντες και τους επιστήμονες των δύο μαθημάτων και τους σχετικούς επιστήμονες ήλθε εκ, νέου στο προσκήνιο, καθώς στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας επανέρχονται τα Λατινικά ως εξεταζόμενο μάθημα στις πανελλαδικές εξετάσεις. Τα Λατινικά είχαν  αντικατασταθεί από την Κοινωνιολογία, η οποία πλέον δεν θα εξετάζεται. Στα Λατινικά θα εξετασθούν για πρώτη φορά οι υποψήφιοι των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών στις πανελλαδικές του 2021.

Ειδικότερα, ο Τομέας Κλασικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών δηλώνει ιδιαίτερη ικανοποίηση «για τη σχεδιαζόμενη επαναφορά της διδασκαλίας του μαθήματος των Λατινικών στο Λύκειο. «Ο Τομέας μας από την αρχή αντέδρασε σθεναρά στον εξοβελισμό του μαθήματος των Λατινικών και με πειστικά επιχειρήματα ανέδειξε την ανάγκη διατήρησής του στο πρόγραμμα σπουδών του σύγχρονου ελληνικού Λυκείου. Τα μέλη του Τομέα Κλασικής Φιλολογίας εκφράζουμε την ελπίδα ότι η επικείμενη επαναφορά του μαθήματος θα συνοδευτεί από την απαιτούμενη ανανέωση και αναβάθμιση των διδακτικών εγχειριδίων και των μεθόδων διδασκαλίας του, προκειμένου να αναδειχθεί με πειστικό τρόπο τόσο η ομορφιά όσο και η διαχρονική αξία και χρησιμότητά του» αναφέρει ο Διευθυντής του Τομέα, καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Αθηνών κ. Ανδρέας Μιχαλόπουλος. Σε ανάλογο πλαίσιο θα κινηθεί η ανακοίνωση της Κοσμητείας της Σχολής, που συνεδρίασε σήμερα.

Από την πλευρά της η καθηγήτρια Λατινικής Φιλολογίας στην ίδια σχολή δήλωσε στην «Κ» ότι «η επαναφορά του μαθήματος των Λατινικών στο Λύκειο και τις Πανελλαδικές Εξετάσεις αποκαθιστά την ισορροπία του εκπαιδευτικού συστήματος και φωτίζει το νόημα της παιδείας που εκπροσωπούν οι λυκειακές σπουδές. Καλλιέργεια του μυαλού των εφήβων, ανάπτυξη του γλωσσικού αισθήματος, συνειδητοποίηση της έννοιας της ιστορικής συνέχειας και της πολιτισμικής ταυτότητας. Στην ηλικία αυτή δεν δημιουργούνται επιστήμονες, αλλά άνθρωποι που αποκτούν τα θεμέλια της μόρφωσής τους, που πλάθουν την ψυχή τους, που οξύνουν τις αισθήσεις τους. Αυτή είναι διαχρονικά η αξία των Λατινικών και για το λόγο αυτό πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στη σωστή διδασκαλία τους».

Στο «αντίπαλο στρατόπεδο» το ΔΣ της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας,  καθώς και όσοι εκπρόσωποι Πανεπιστημιακών και Ερευνητικών Ιδρυμάτων υπογράφουν κείμενο προς την υπουργό Παιδείας κ. Νίκη Κεραμέως στο οποίο αναφέρουν ότι  «αντιλαμβανόμαστε ότι τα Λατινικά είναι χρήσιμα σε ορισμένα επιστημονικά αντικείμενα και διαθέτουν μακρά παράδοση στην ανώτατη εκπαίδευση, στα οποία σπουδάζουν  οι φοιτητές και φοιτήτριες. Εκτιμούμε όμως ότι σε σειρά  επιστημονικών αντικειμένων, που θεραπεύουν οι φορείς όσων υπογράφουν το παρόν δεν ισχύει το ίδιο. Αντιθέτως, η κοινωνιολογική γνώση είναι εξαιρετικά απαραίτητη για τις σπουδές στα αντικείμενα αυτά, όπως άλλωστε μαρτυρούν και τα προγράμματα σπουδών των αντίστοιχων πανεπιστημιακών τμημάτων. Τέτοια είναι λ.χ. όλα τα τμήματα κοινωνικών επιστημών όπως Κοινωνιολογίας, Πολιτικής Επιστήμης, Δημόσιας Διοίκησης, Νομικής, Ψυχολογίας, Διεθνών Σχέσεων, Ιστορίας,  Δημοσιογραφίας, Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Ανθρωπολογίας, Κοινωνικής Γεωγραφίας Κοινωνικής Πολιτικής, Κοινωνικής Διοίκησης, Εκπαιδευτικής Πολιτικής, αλλά και τα Παιδαγωγικά Τμήματα Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, τα Παιδαγωγικά Τμήματα Προσχολικής, όπως και άλλα τμήματα που εντάσσονται στον ευρύτερο χώρο των Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών».

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ίδιους από τα 315 Πανεπιστημιακά Τμήματα στο επιστημονικό πεδίο των Ανθρωπιστικών, Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών τα λατινικά διδάσκονται στα 132.  Η κοινωνιολογία διδάσκεται στα υπόλοιπα 183 – δηλαδή στα περισσότερα του εν λόγω πεδίου – και μάλιστα στα 73 ως υποχρεωτικό μάθημα.

Και κοινωνιολόγοι προσθέτουν: «Προφανώς, στην προτεινόμενη ρύθμιση μπορεί, ίσως, να ευνοούνται οι μαθητές που θα σπουδάσουν σε Τμήματα κλασσικών σπουδών,  αλλά θα υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις για του μαθητές που θα εισάγονται σε Τμήματα όπως αυτά που μνημονεύθηκαν πιο πάνω. Συνεπώς, εκτιμάμε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση του σχεδίου νόμου είναι λανθασμένη αφού και αδικεί  τους μαθητές που θα σπουδάσουν σε αυτά τα πανεπιστημιακά τμήματα, ενώ ταυτόχρονα θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην  έρευνα, τη διδασκαλία και την κοινωνική συνεισφορά  αυτών των τομέων της επιστημονικής γνώσης. Απ’ αυτή την άποψη, θα μπορούσε κάποιος να εντοπίσει στοιχεία ανισομερούς αντιμετώπισης των επιστημονικών κλάδων στην χώρα εκ μέρους της Πολιτείας και του αρμόδιου υπουργείου.  Επιπροσθέτως,  υπενθυμίζουμε ότι η κοινωνιολογία συμβάλλει στο να κατανοήσουν επιστημονικά οι μαθητές τον ραγδαία μεταβαλλόμενο σύγχρονο κόσμο στον οποίο θα γίνουν πολίτες, τις σύγχρονες τάσεις μεταβολής και τα προβλήματά του. Η διδασκαλία της κοινωνιολογίας παρέχει τα κατάλληλα εργαλεία να σκεφτούν για αυτόν και να τον ερευνήσουν, μια γνώση που μπορούν να αξιοποιήσουν σε πολλά επαγγελματικά πεδία. Η άνιση μεταχείριση των κοινωνικών επιστημών, στο στάδιο προετοιμασίας των εισαχθησομένων στα αντίστοιχα πανεπιστημιακά τμήματα, όπως προβλέπει το δημοσιοποιημένο σχέδιο νόμου, πρόκειται να λάβει χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία αναδύονται ασυνήθιστα ως προς το μέγεθος και την έκτασή τους κοινωνικά προβλήματα, τα οποία θα πρέπει οι κοινωνίες να αντιμετωπίσουν και να επιλύσουν. Τέτοια προβλήματα είναι λ.χ. όλα εκείνα που προκάλεσαν η πρόσφατη οικονομική κρίση, η εξελισσόμενη υγειονομική κρίση, οι ανακατατάξεις στις διεθνείς σχέσεις και ειδικότερα οι αναταράξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η διαφαινόμενη άνοδος του οικονομικού και πολιτικού ρόλου της Ασίας, η ραγδαία τεχνολογική μεταβολή κ.ά. Ως εκ τούτου, η αποδυνάμωση της επιστημονικής μελέτης των κοινωνικών προβλημάτων που προκαλούν οι μνημονευθείσες και άλλες μεταβολές, αφήνουν απροστάτευτες τις κοινωνίες και τις ηγεσίες τους στην προσπάθεια αντιμετώπισής τους».

Στο πλαίσιο αυτό, «μια εύλογη και ορθολογική λύση στο πρόβλημα είναι η διατήρηση της Κοινωνιολογίας ως πανελλαδικώς εξεταζόμενου μαθήματος στα 183 προαναφερθέντα Τμήματα, με τα Λατινικά να καθίστανται «ειδικό μάθημα» για τα Τμήματα εκείνα (κυρίως των Φιλοσοφικών Σχολών) που η γνώση τους είναι προδήλως απαραίτητη».

Το κείμενο υπογράφεται από τους: Νίκο Δεμερτζή (Διευθυντής και Πρόεδρος ΔΣ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών),  Γρηγόρη Ζαρωτιάδη (Κοσμήτορας Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Αλεξάνδρα Κορωναίου (Κοσμήτορας, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Πάντειο Πανεπιστήμιο), Κουζέλη Γεράσιμο (Αντιπρόεδρος Τμήματος Κοινωνιολογίας, τ. Πρόεδρος του ΙΕΠ), Ιωάννη Κουζή (Κοσμήτορας Σχολής Πολιτικών Επιστημών, Πάντειο Πανεπιστήμιο), Δημήτρη Μυλωνάκη  (Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κρήτης), Νίκο Ναγόπουλο (Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Αιγαίου), Γιώργο Πλειό (Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας – ΕΚΕ), Ελένη Ρεθυμιωτάκη (Πρόεδρος Προσωρινής Συνέλευσης Τμήματος Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ), Μιχάλη Σπουρδαλάκη ( Κοσμήτορας Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών) και Μιχάλη Ψημίτη (Πρόεδρος Τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου).

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ