ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Πενταετής δέσμευση λογαριασμών για χρέος που δεν υπήρχε επέφερε αποζημίωση 26.000 ευρώ

Δαμιανός Αθανασίου 3 λεπτά ανάγνωση
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΑ
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • δι­κα­στι­κή από­φα­ση ανα­γνώ­ρι­σε την ηθική βλάβη που υπέ­στη­σαν οι δύο επι­χει­ρη­μα­τί­ες από άκυρη ανα­γκα­στι­κή εκτέ­λε­ση και τους επι­δί­κα­σε απο­ζη­μί­ω­ση 13.000 ευρώ ο κα­θέ­νας.
  • Η μί­σθω­ση του κα­τα­στή­μα­τος, που ξε­κί­νη­σε το 2012, απο­δεί­χθη­κε προ­βλη­μα­τι­κή λόγω μη συμ­μόρ­φω­σης με υγειο­νο­μι­κές και πο­λε­ο­δο­μι­κές δια­τά­ξεις, ανα­γκά­ζο­ντας τους μι­σθω­τές να επεν­δύ­σουν ση­μα­ντι­κά ποσά για την από­κτη­ση άδειας λει­τουρ­γί­ας.
  • Η συ­νερ­γα­σία με­τα­ξύ των μι­σθω­τών και της εκ­μι­σθώ­τριας κα­τέρ­ρευ­σε το 2018, όταν οι μι­σθω­τές απο­φά­σι­σαν να δια­κό­ψουν τη λει­τουρ­γία της επι­χεί­ρη­σης λόγω σο­βα­ρού προ­βλή­μα­τος υγεί­ας.
  • Η εκ­μι­σθώ­τρια προ­χώ­ρη­σε σε δια­τα­γή πλη­ρω­μής για φε­ρό­με­να οφει­λό­με­να μι­σθώ­μα­τα, η οποία ακυ­ρώ­θη­κε εν μέρει από το Πρω­το­δι­κείο, με την εκ­μι­σθώ­τρια να δια­τη­ρεί την κα­τά­σχε­ση παρά την από­φα­ση του δι­κα­στη­ρί­ου.

Μια εμπο­ρι­κή μί­σθω­ση που ξε­κί­νη­σε το 2012 και μια δια­τα­γή πλη­ρω­μής η οποία, όπως απο­δεί­χθη­κε στη συ­νέ­χεια, στη­ρι­ζό­ταν κατά το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος της σε ποσά που δεν οφεί­λο­νταν, κα­τέ­λη­ξαν σε δι­κα­στι­κή δι­καί­ω­ση δύο επι­χει­ρη­μα­τιών.

Το Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου, δι­κά­ζο­ντας κατά την τα­κτι­κή δια­δι­κα­σία, ανα­γνώ­ρι­σε ότι οι δύο ημε­δα­ποί υπέ­στη­σαν ηθική βλάβη από άκυρη ανα­γκα­στι­κή εκτέ­λε­ση και υπο­χρέ­ω­σε την αντί­δι­κό τους, ημε­δα­πή, να κα­τα­βά­λει σε κα­θέ­ναν το ποσό των 13.000 ευρώ, νο­μι­μο­τό­κως από την επί­δο­ση της αγω­γής.

Η υπό­θε­ση κρί­θη­κε ύστε­ρα από διέ­νε­ξη που κρά­τη­σε σχε­δόν μία δε­κα­ε­τία.

Η μί­σθω­ση και οι υπο­χρε­ώ­σεις που δεν είχαν διευ­κρι­νι­στεί

Όλα ξε­κί­νη­σαν στα τέλη Σε­πτεμ­βρί­ου του 2012, όταν οι δύο ενά­γο­ντες μί­σθω­σαν από την ενα­γό­με­νη ένα κα­τά­στη­μα δύο επι­πέ­δων σε οι­κι­σμό της Ρόδου που τελεί υπό κα­θε­στώς αρ­χαιο­λο­γι­κής προ­στα­σί­ας, προ­κει­μέ­νου να λει­τουρ­γή­σουν επι­χεί­ρη­ση υγειο­νο­μι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Το μη­νιαίο μί­σθω­μα ορί­στη­κε στα 750 ευρώ για τα 3 πρώτα έτη, με ετή­σια ανα­προ­σαρ­μο­γή έκτο­τε.

Όπως προ­έ­κυ­ψε, το ακί­νη­το δεν πλη­ρού­σε τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις των υγειο­νο­μι­κών, πο­λε­ο­δο­μι­κών και αρ­χαιο­λο­γι­κών δια­τά­ξε­ων, παρά τη δια­βε­βαί­ω­ση της εκ­μι­σθώ­τριας περί του αντι­θέ­του. Για να λά­βουν τη νό­μι­μη άδεια λει­τουρ­γί­ας, οι μι­σθω­τές ανα­γκά­στη­καν να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν εκτε­τα­μέ­νες ερ­γα­σί­ες, δα­πα­νώ­ντας ποσό που το δι­κα­στή­ριο προσ­διό­ρι­σε στα 17.692,30 ευρώ. Ενό­ψει αυτής της επι­βά­ρυν­σης, οι δύο πλευ­ρές συμ­φώ­νη­σαν προ­φο­ρι­κά να πα­ρα­μεί­νει το μί­σθω­μα στα­θε­ρό, χωρίς ανα­προ­σαρ­μο­γές, και να κα­τα­βάλ­λε­ται τμη­μα­τι­κά μέσα στο έτος και όχι προ­κα­τα­βο­λι­κά.

Από την ασθέ­νεια στη ρήξη

Η συ­νερ­γα­σία εξε­λισ­σό­ταν ομαλά μέχρι τα τέλη του 2017, όταν ο ένας από τους δύο ενά­γο­ντες αντι­με­τώ­πι­σε σο­βα­ρό πρό­βλη­μα υγεί­ας που απαί­τη­σε χει­ρουρ­γι­κή επέμ­βα­ση στις αρχές του 2018. Τον Σε­πτέμ­βριο του ίδιου έτους οι μι­σθω­τές απο­φά­σι­σαν να δια­κό­ψουν τη λει­τουρ­γία της επι­χεί­ρη­σης και ενη­μέ­ρω­σαν την εκ­μι­σθώ­τρια για την επι­θυ­μία τους να λυθεί πρό­ω­ρα η σύμ­βα­ση. Εκεί­νη, όπως ανα­φέ­ρε­ται, δεν έφερε αντίρ­ρη­ση, ωστό­σο ου­δέ­πο­τε υπέ­γρα­ψε συμ­φω­νη­τι­κό λύσης ούτε πα­ρέ­λα­βε τα κλει­διά, πα­ρό­τι είχε κλη­θεί για αυτό. Έτσι, τον Φε­βρουά­ριο του 2019 οι μι­σθω­τές προ­χώ­ρη­σαν σε εξώ­δι­κη κα­ταγ­γε­λία της μί­σθω­σης.

Η δια­τα­γή πλη­ρω­μής και η κα­τά­σχε­ση που έμει­νε ανοι­χτή

Έναν πε­ρί­που μήνα αρ­γό­τε­ρα η εκ­μι­σθώ­τρια εξέ­δω­σε δια­τα­γή πλη­ρω­μής, με την οποία επι­τάσ­σο­νταν οι δύο μι­σθω­τές να της κα­τα­βά­λουν 18.772 ευρώ για φε­ρό­με­να οφει­λό­με­να μι­σθώ­μα­τα και προ­σαυ­ξή­σεις των ετών 2015 έως 2018. Οι ενά­γο­ντες άσκη­σαν ανα­κο­πή και ζή­τη­σαν ανα­στο­λή, αί­τη­μα που απορ­ρί­φθη­κε. Στις 5 Δε­κεμ­βρί­ου 2019 η αντί­δι­κός τους επέ­βα­λε κα­τά­σχε­ση στους τρα­πε­ζι­κούς τους λο­γα­ρια­σμούς σε πέντε πι­στω­τι­κά ιδρύ­μα­τα, για ποσό 19.772 ευρώ.

Στις αρχές του 2021 το Πρω­το­δι­κείο Ρόδου ακύ­ρω­σε τη δια­τα­γή πλη­ρω­μής κατά το ποσό των 16.272 ευρώ, επι­κυ­ρώ­νο­ντάς την μόνο για 2.500 ευρώ. Παρά την κρίση αυτή, η εκ­μι­σθώ­τρια δεν πε­ριό­ρι­σε την κα­τά­σχε­ση στο επι­βε­βαιω­μέ­νο υπό­λοι­πο, αλλά τη δια­τή­ρη­σε για ολό­κλη­ρο το αρ­χι­κό ποσό και άσκη­σε έφεση, η οποία απορ­ρί­φθη­κε από το Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου το 2023. Η δέ­σμευ­ση των λο­γα­ρια­σμών ήρθη τε­λι­κά μόλις τον Απρί­λιο του 2024.

Πέντε χρό­νια απο­κλει­σμού

Το διά­στη­μα αυτό άφησε βαρύ απο­τύ­πω­μα. Επί σχε­δόν 5 έτη οι δύο επι­χει­ρη­μα­τί­ες έμει­ναν ου­σια­στι­κά απο­κλει­σμέ­νοι από το τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα, αδυ­να­τού­σαν να δα­νει­στούν λόγω μειω­μέ­νης πι­στο­λη­πτι­κής ικα­νό­τη­τας και η οφει­λή τους πα­ρέ­με­νε κα­τα­χω­ρι­σμέ­νη στον «Τει­ρε­σία». Ο πρώ­τος ενά­γων, σύμ­φω­να με τα στοι­χεία της υπό­θε­σης, ανα­γκά­στη­κε να κλεί­σει δύο ακόμη επι­χει­ρή­σεις που δια­τη­ρού­σε λόγω έλ­λει­ψης ρευ­στό­τη­τας, ενώ ο δεύ­τε­ρος με­τα­κό­μι­σε στο εξω­τε­ρι­κό και ερ­γά­στη­κε ως υπάλ­λη­λος, καθώς η εκ­κί­νη­ση οποιασ­δή­πο­τε νέας δρα­στη­ριό­τη­τας ήταν αδύ­να­τη. Στην αγωγή τους έγινε λόγος και για δυ­σφή­μη­ση στην το­πι­κή αγορά, με την εκ­μι­σθώ­τρια να τους χα­ρα­κτη­ρί­ζει «κα­κο­πλη­ρω­τές».

Η κρίση του δι­κα­στη­ρί­ου

Το δι­κα­στή­ριο έκρι­νε ότι η επι­σπεύ­δου­σα την εκτέ­λε­ση γνώ­ρι­ζε πως το ακυ­ρω­θέν μέρος της απαί­τη­σης δεν οφει­λό­ταν, με βάση τις συμ­φω­νί­ες που είχαν συ­να­φθεί προ­φο­ρι­κά με­τα­ξύ των μερών. Στο σκε­πτι­κό ση­μειώ­νε­ται ότι η μη επι­δί­ω­ξη εί­σπρα­ξης οποιου­δή­πο­τε ποσού καθ’ όλη τη διάρ­κεια της κα­τά­σχε­σης ενί­σχυε την εκτί­μη­ση ότι η δέ­σμευ­ση δια­τη­ρή­θη­κε για άλ­λους λό­γους. Με βάση τη διά­τα­ξη του άρ­θρου 940 του Κώ­δι­κα Πο­λι­τι­κής Δι­κο­νο­μί­ας, που θε­με­λιώ­νει αξί­ω­ση απο­ζη­μί­ω­σης σε πε­ρί­πτω­ση άδι­κης ανα­γκα­στι­κής εκτέ­λε­σης, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή.

Ένα­ντι αρ­χι­κού αι­τή­μα­τος 29.900 ευρώ για κα­θέ­να, το δι­κα­στή­ριο επι­δί­κα­σε 13.000 ευρώ ανά ενά­γο­ντα ως χρη­μα­τι­κή ικα­νο­ποί­η­ση της ηθι­κής βλά­βης, κή­ρυ­ξε την από­φα­ση προ­σω­ρι­νά εκτε­λε­στή ως προς το ποσό των 4.000 ευρώ για τον κα­θέ­να και επέ­βα­λε στην ενα­γό­με­νη δι­κα­στι­κά έξοδα 1.000 ευρώ.

Τους δύο ενά­γο­ντες εκ­προ­σώ­πη­σε ο δι­κη­γό­ρος κ. Μηνάς Τσέρ­κης, ενώ για την ενα­γό­με­νη πα­ρα­στά­θη­κε ο δι­κη­γό­ρος κ. Νι­κη­φό­ρος Πα­πα­νι­κό­λας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.